Στο τέλος κάθε εβδομάδας, η ομάδα του Monopoli μοιράζεται μαζί σας όλα όσα συζητά στο γραφείο ή στον “έξω” κόσμο, με φίλους, παρέες, συνεργάτες και γνωστούς. Συγκεντρώνουμε, δηλαδή, όλα όσα μας τράβηξαν την προσοχή (θετικά ή αρνητικά) αυτή την εβδομάδα, όσα ξεχωρίσαμε στην επικαιρότητα, την πόλη και τον πολιτισμό.
(+) Το θαύμα: Φιλοσοφική φάρσα εξ Ιταλίας που αξίζει να ξαναδούμε
@Τάσος Θώμογλου
Κωμωδία αλά Ιταλικά ή και ολίγη από Μπέκετ και θέατρο του παραλόγου; Η κωμωδία του Τζουζέπε Μάσσα «Το θαύμα» που πρωτοπαίχτηκε στην Αθήνα, μόνο για δύο παραστάσεις, έλκει περιέργως στοιχεία από δύο τόσο διαφορετικούς συγγραφικούς χώρους και αυτό είναι που την κάνει ενδιαφέρουσα – όπως μας τη σύστησε η σκηνοθέτρια Νικολέττα Φιλόσογλου. Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία, με ήρωες δύο αδέρφια νεκροθάφτες στο επάγγελμα, οι οποίοι έχουν αναλάβει το έργο της ταφής ενός ανώνυμου «μελαμψού» μετανάστη που άφησε την τελευταία του πνοή στο χωριό τους. Οι δύο άνδρες, αντί να εκτελέσουν το καθήκον τους, προσπαθούν να σκαρφιστούν τρόπους για να ξεφορτωθούν το σώμα του νεκρού, αφού οι θέσεις στο τοπικό νεκροταφείο προορίζονται για τους ίδιους – φυσικά όταν έρθει η ώρα να αποδημήσουν. Κι αφού κάθε ιδέα τους πέφτει στο κενό, πιάνουν την προσευχή, παρακαλώντας για ένα θαύμα: για την ανάσταση του!
Γραμμένο σε μια περίοδο έντονων μεταναστευτικών ροών στην γείτονα χώρα – όπως και σε όλη τη Νότια Ευρώπη – ο Μάσσα καταφέρνει με σπιρτόζικο, φαρσικό σχεδόν, χιούμορ να ασκήσει κριτική για την αποαπανθρωποίηση με στόχο τον ξένο, τον Άλλο, σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν μάταια και ζοφερά. Και επειδή δεν γίνονται θαύματα στην κανονική ζωή, ο συγγραφέας μοιάζει να μας εγκαλεί σατιρικά να επιστρέψουμε στην ανθρωπινότητα μας, πριν ο θάνατος αποφασίσει για εμάς.
Οι δύο ήρωες, βαθιά ανθρώπινοι και γι’ αυτό γελοίοι ερμηνεύονται με εξαιρετικό κέφι και ωραία δουλεμένη χημεία από τους Θανάση Δήμου και Παναγιώτη Παναγόπουλο, οι οποίοι συνθέτουν ένα αδιάρρηκτο δίδυμο στο σκηνικό αστείο, στην αμηχανία, στη θλίψη καθοδηγούμενοι ουσιαστικά από τη Νικολέττα Φιλόσογλου.
Η παράσταση περιόδευσε το καλοκαίρι σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας σε ανοιχτούς χώρους, αλλά αξίζει να συνεχίσει την πορεία της και, γιατί όχι, να επαναληφθεί σε κλειστό θέατρο, με τους όρους μιας χειμερινής σεζόν.
Στέλλα Χαραμή
Ο μυστηριώδης και γοητευτικός Τζον Σουγκάρ (Κόλιν Φάρελ), ο μοναχικός λύκος και ιδιωτικός ντετέκτιβ με πάθος για τον κλασικό κινηματογράφο, αναλαμβάνει αυτή την φορά μια σκοτεινή υπόθεση εξαφάνισης στο αστικό τοπίο του Λος Άντζελες που μοιάζει βγαλμένο από κλασικό film noir. Αποστολή του είναι η αναζήτηση του εξαφανισμένου Ji Moon, αδελφού ενός ανερχόμενου μποξέρ, υπόθεση που τον μπλέκει σε έναν κόσμο από ναρκωτικά, διεφθαρμένους αστυνομικούς και επικίνδυνες συναναστροφές. Η μεγάλη αποκάλυψη της πρώτης σεζόν δεν αποτελεί πλέον το κεντρικό μυστήριο. Υποβόσκει διακριτικά και επανέρχεται στο ανατρεπτικό φινάλε. Αυτή είναι ίσως η πιο σωστή επιλογή των δημιουργών, που ενδιαφέρονται περισσότερο για τον ίδιο τον χαρακτήρα και βεβαίως στηρίζονται στην ερμηνεία του Φάρελ, μόνο για τον οποίο αξίζει κανείς να παρακολουθήσει την σειρά, και λιγότερο για να εξηγήσουν τη μυθολογία του. Για αυτό και δεύτερη σεζόν μοιάζει πιο ώριμη και συνεκτική, γιατί εστιάζει περισσότερο στη μοναξιά, την ανθρώπινη διαφθορά και την ανάγκη για σύνδεση.
Η πρωτοτυπία της έγκειται στο ασυνήθιστο υβρίδιο μεταξύ detective noir, science fiction και υπαρξιακού δράματος τα οποία δένει με νότες νοσταλγίας. Ο Tony Dalton (γνωστός για τον ρόλο του Lalo Salamanca στο BB και BCS) στον ρόλο του Ray Vega, με την ψυχραιμία, την χαρισματικότητα και το απρόβλεπτο στοιχείο του, είναι πολύ αποτελεσματικός ως villain, αλλά αφήνεται ως ένα βαθμό αναξιοποίητος από το σενάριο. Μπορεί η δεύτερη σεζόν να έχει λιγότερη έκπληξη από την πρώτη, έχει όμως περισσότερη ουσία και δυνατό cliffhanger. Είναι καλή τηλεόραση.
Λίνα Ρόκα
Η βουλεύτρια της ΝΔ Σοφία Βούλτεψη ξαναχτυπά και αυτή τη φορά τα «βάζει» με τις εκπαιδευτικούς που «την πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς εμφανίζονται εγκυμονούσες», όπως δήλωσε και προκαλούν, σύμφωνα με την ίδια, δεκάδες χιλιάδες κενά στα σχολεία.
Η συζήτηση σε τηλεοπτική εκπομπή αφορούσε, πράγματι, τα δεκάδες χιλιάδες κενά διδακτικού προσωπικού στα σχολεία και την ανάγκη για μόνιμες προσλήψεις. Όμως, με την παραπάνω φράση της – που για μία ακόμη φορά έκανε τον γύρο του διαδικτύου – η κα Βούλτεψη επιχείρησε να δώσει τη δική της εξήγηση. Κι έτσι, μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα, ένα χρόνιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο χώρος της εκπαίδευσης στη χώρα μας, συμπυκνώθηκε στο «πρόβλημα» της μητρότητας. Και για την ανικανότητα του κράτους; Κουβέντα, φυσικά. Πρόβλεψη ότι οποιοσδήποτε εργαζόμενος μπορεί να χρειαστεί την άδεια – που έτσι κι αλλιώς δικαιούται – για τον οποιοδήποτε λόγο και θα πρέπει να αντικατασταθεί; Αλλά ξέρουμε τι θα πει σοβαρός προγραμματισμός σε αυτή τη χώρα;
Αυτή τη φορά, πάντως, βόλευε να φορτωθεί η εγκυμοσύνη το πρόβλημα. Όταν όμως τίθεται θέμα υπογεννητικότητας, πάλι φταις εσύ που δεν μένεις έγκυος. Στο μεταξύ, αν εγκυμονούσαν τόσες χιλιάδες καθηγήτριες κάθε χρόνο, τότε δεν θα είχαμε δημογραφικό πρόβλημα, κα Βούλτεψη. Δεν βγαίνουν οι αριθμοί.
Και τελικά, αν η εγκυμοσύνη φταίει για τη δυσλειτουργία των σχολείων, να κάνουμε τελικά παιδιά ή όχι; Όταν αποφασίσετε, μάς ενημερώνετε κι εμάς!
Ευδοκία Βαζούκη
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν ένας καλλιτέχνης που αγαπήθηκε από ένα ετερόκλητο κοινό. Θες η λαρτζ προσωπικότητά του; Ή η (αντικειμενικά) μοναδική φωνή του; Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν legend και όπως κάθε θρύλος, τον “παραδέχονταν” και τον εκτιμούσαν άνθρωποι από διαφορετικές καταβολές, από χεβιμεταλάδες μέχρι “έντεχνους”. Αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς, εννοείται. Αυτό διαφέρει όμως από τις δημοσιεύσεις που διαβάζουμε συνέχεια αυτές τις μέρες στα σοσιαλ μίντια – ξέρετε τι εννοώ, μιλάω για τα διάφορα πιστοποιητικά… μουσικών φρονημάτων. Ναι, εντάξει, το καταλάβαμε, δεν ακούτε λαϊκά, δεν πάτε σε νυχτερινά μαγαζιά, είστε κουλτουριάρηδες και μεγαλώσατε με jazz και πιάνο. Κανείς δεν θα σας παρεξηγήσει αν απλά παραδεχτείτε ότι σας άρεσαν κάποια λαϊκά τραγούδια του Γιώργου Μαζωνάκη – το ίδιο και αν δεν σας άρεσε κανένα, γούστα είναι αυτά. Δεν χρειάζεται να σπεύσετε να το “ξεκαθαρίσετε” με τρόμο, όμως. Ο ίδιος ο Μαζωνάκης δεν πήγαινε μία αυτές τις ταμπέλες – και δεν είχε άδικο. Φαντάζομαι γνώριζε ότι το είδος μουσικής, στο οποίο είχε αφιερωθεί, τα τελευταία πολλά χρόνια δεν “επέτρεπε” και πολλή πρωτοτυπία. Ίσως γι’ αυτό προσπαθούσε ο ίδιος με κάθε του δουλειά να κάνει κάτι διαφορετικό, να ταράξει λίγο τα νερά. Πιστεύω, ότι τα κατάφερε σε μεγάλο βαθμό. Γι’ αυτό, νομίζω ότι αν πραγματικά θέλετε να τιμήσετε την μνήμη του λαϊκού αυτού τραγουδιστή, δεν χρειάζεται να “αποκηρύξετε” τη μουσική που αγάπησε και υπηρέτησε μέχρι το τέλος.
Τατιάνα Γεωργακοπούλου
Την εβδομάδα που πέρασε για μα ακόμη φορά επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι μου ότι o μισογυνισμός στην κινηματογραφική βιομηχανία υπάρχει -συγκεκαλλυμένα ή μη- και στον χώρος της δημοσιογραφίας-κριτικής. Αφορμή το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και η απονομή του Χρυσού Λέοντα στη Mae el-Toukhy για την ταινία Woman Unknown. Στη συνέντευξη τύπου η Πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής του φεστιβάλ, Maggie Gyllenhaal, ρωτήθηκε από δημοσιογράφο αν η επιλογή της ταινίας έγινε για λόγους «πολιτικής σκοπιμότητας».
Η ταινία Woman Unknown υπήρξε η μοναδική στο επίσημο διαγνωστικό τμήμα του φεστιβάλ που σκηνοθετήθηκε από γυναίκα. Η ίδια η Gyllenhaal, μάλιστα, είχε ανοίξει το φεστιβάλ καταγγέλλοντας αυτήν ακριβώς έλλειψη στην παρουσία γυναικών δημιουργών στη διοργάνωση. Όμως η ερώτηση που έγινε στη συνέντευξη τύπου μετά την απονομή δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως έμφυλα προκατειλημμένη: Όταν βραβεύεται ένας άνδρας σκηνοθέτης, η επιτυχία του θεωρείται αυτονόητο αποτέλεσμα της ποιότητας της δουλειάς του. Ωστόσο, όταν η δουλειά μιας γυναίκας σκηνοθέτιδας είναι εκείνη που βραβεύεται τότε στο μυαλό πολλών εμφανίζεται εύκολα η υποψία ότι βραβεύτηκε επειδή ήταν γυναίκα και όχι επειδή το άξιζε. Και για μια ακόμη φορά αντί να εξετάζεται προσεκτικά το γεγονός πως ένας σημαντικός θεσμός σαν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας είχε τόσο μικρή γυναικεία εκπροσώπηση, το βάρος μετατίθεται στη γυναίκα που κέρδισε, σαν αυτό που χρειάζεται εξήγηση είναι η νίκη της και όχι η ανισότητα που προηγήθηκε.
Αριστούλα Ζαχαρίου