Έρχεται κατευθείαν από την πρόβα στη δραματική σχολή του Εθνικού, στο «Ειρήνη Παπά». Μπαίνει κατευθείαν στο θέμα – χωρίς να του το ζητήσω· δηλαδή στο ρόλο που υποδύεται στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη, τον ρόλο του Άδμητου: του βασιλιά που δέχεται να θυσιαστεί η γυναίκα του προκειμένου να σωθεί ο ίδιος. Κι αυτή η αμεσότητα ένα πράγμα μπορεί να προδίδει: το νοιάξιμο του για την παράσταση, για το έργο του Ευριπίδη «με διττό νόημα σε όλο του μεγαλείο», όπως σχολιάζει.
Ο Γιάννης Νιάρρος κατεβαίνει για δεύτερη φορά στο κοίλον της Επιδαύρου, η πρώτη με πρωταγωνιστικό ρόλο και σίγουρα η πρώτη με αυτόν τον ενθουσιασμό. «Δυσκολεύομαι, πονάω, νιώθω τεράστια χαρά, ξανασκέφτομαι τα πρώτα μου βήματα στη δραματική του Εθνικού και ακόμα αναρωτιέμαι τα ίδια πράγματα: πως θα σταθώ στη σκηνή, πώς θα σταθώ στην ορχήστρα της Επιδαύρου. Ανόητες ερωτήσεις, αλλά για έναν ηθοποιό βασανιστικές και αιώνιες», ομολογεί.
Ηθοποιός που αναδείχθηκε μέσα από το στομάχι του θεάτρου, δουλεύοντας για μερικές από από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις των τελευταίων ετών («Παίχτες», «Σπιρτόκουτο», «Merde», «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα»), χαρούμενος που η επιτυχία και η αναγνωρισιμότητα τον έχει βρει στη σκηνή κι όχι στην τηλεόραση, ο Γιάννης Νιάρρος έχει υιοθετήσει, πλέον, έναν πιο νηφάλιο τρόπο να διαχειρίζεται τη δουλειά του. Χωρίς να αποχωρίζεται το πάθος της καλλιτεχνίλας, συμβουλεύεται την ψυχραιμία της έξω ζωής, ισορροπώντας εμμονικά σε μια ενδιάμεση, σχεδόν sui generis, κατάσταση – ή όπως του αρέσει να λέει τελευταία παραμένοντας «αδμητικός». Τα αποδίδει όλα αυτά στην ηλικία του – έφτασε τα 35 χρόνια – σε μια επόμενη φάση ωριμότητας που τον καλεί να βρει κι αλλού τον εαυτό του, ακόμα κι εκτός τέχνης.

Ο Γιάννης Νιάρρος υποδύεται τον βασιλιά Άδμητο στην “Άλκηστη” του Ευριπίδη και δηλώνει: “Ο Άδμητος είναι τόσο ένοχος, όσο κι εγώ που δεν μπαίνω σε ένα από τα πλοία ιατρικής βοήθειας για να πάω στην Παλαιστίνη”.
Ο Άδμητος είναι ένοχος για την απραξία του και συνάμα αδύναμος, θύμα της αδυναμίας και του φόβου του. Είναι τόσο ένοχος, όσο κι εγώ που δεν μπαίνω σε ένα από τα πλοία ιατρικής βοήθειας για να πάω στην Παλαιστίνη. Ή όσο ένοχος που συνεχίζω τη μέρα μου, παρά τις τραγωδίες που συμβαίνουν γύρω μου. Φτιάχνω κι εγώ ένα αφήγημα για να μην πονάω απέναντι σε όλα τα επώδυνα ερεθίσματα, ισχυρίζομαι πως δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτά.
Δεν έχω το ψυχικό σθένος να αντιμετωπίσω το πραγματικό πρόβλημα. Ασφαλώς και αντιλαμβάνομαι την αδυναμία μου γιατί καταφέρνω να ζω στην Ελλάδα, ενώ δίπλα μας συμβαίνει μια γενοκτονία. Αυτό με καθιστά ένοχο; Και ναι και όχι. Με αυτή την έννοια, ο Ευριπίδης δοξάζει την Άλκηστη ενώ ο Άδμητος εμφανίζεται ως ένας δειλός. Όμως, προσωπικά θεωρώ ότι η Άλκηστη κάνει μια απίστευτη πράξη τρυφερότητας, γιατί δηλώνει πως φοβάται λιγότερο τον θάνατο από τον άνδρα της και βασιλιά της χώρας.
Είναι τυχαίο που και στο αρχαίο δράμα, η γυναίκα θυσιάζεται;Ελπίζω να μην με κυνηγήσουν οι φεμινίστριες, αλλά εκτιμώ πως η γυναίκα, ως σώμα που γεννάει, είναι ένα σώμα που κάνει κάτι πολύ πιο υψηλό από τον άνδρα. Κι επίσης είναι ψυχικά πιο ανθεκτική, ο άνδρας πάντα μένει ένα παιδί. Ακόμα και στη δική μου σχέση εγώ είμαι αυτός που πολύ συχνότερα συμπεριφέρεται σαν μωρό.
Έχει τεθεί πολλές φορές το ερώτημα αλλά ένας κόσμος με γυναίκες στην εξουσία πώς θα φάνταζε στα μάτια σου;Νομίζω ότι η τρυφερότητα της γυναίκας θα ήταν σωτήρια. Εξάλλου, η σκέψη των ανδρών μας έχει φέρει εδώ: ο άνδρας είναι πιο ανταγωνιστικός, επιφανειακός, πολεμικός, προσπαθεί να κυνηγήσει σε μόνιμη βάση. Μια μητριαρχική κοινωνία θα έφερνε περισσότερη ζωή στα πράγματα. Προσωπικά, ως άνθρωπο με καθορίζει ότι αγαπάω τη γυναίκα, μου αρέσουν αυτοί οι ρόλοι, οι ιδιότητες. Αυτά τα δύο άλλα, η γυναίκα και ο άνδρας, έχουν δημιουργήσει όσα έχουμε. Κι ενώ δεν έχω υποστηρίξει ποτέ το πατριαρχικό μοντέλο, ερήμην μου έχω συμβάλλει στην εδραίωση του. Ακόμα μέσα από ένα άχαρα διατυπωμένο χιούμορ, μέσα από τον τρόπο που μιλάω, στο πως αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα· όλα αυτά παραπέμπουν καμιά φορά στο στερεότυπο του άνδρα κι εκείνο που με σώζει είναι πως έχω την ψυχραιμία να στραφώ στην άλλη μεριά. Αφού, λοιπόν, χρειάζεται να πάμε προς την άλλη μεριά, ας το κάνουμε για να επέλθει κάποια ισορροπία.
Σε ποιο βαθμό σε ακουμπάει η έννοια της θυσίας; Γιατί είναι μια έννοια άλλης εποχής και σίγουρα όχι της αντι-μυθικής δικής μας εποχής.Ελπίζω να μην με κυνηγήσουν οι φεμινίστριες, αλλά εκτιμώ πως η γυναίκα θυσιάζεται γιατί, ως σώμα που γεννάει, είναι ένα σώμα που κάνει κάτι πολύ πιο υψηλό από τον άνδρα
Όταν βλέπω γυναίκες που έχουν φύγει από την πατρίδα τους, την Ρωσία, την Ουκρανία, τη Ρουμανία, έχουν αφήσει τη ζωή τους για να στηρίξουν τους δικούς τους ανθρώπους και να τους στείλουν χρήματα είναι ό,τι πιο κοντινό μπορώ να φανταστώ σε θυσία, σήμερα. Αφήνουν κάθε προσωπική χαρά, τη ζωή που έχουν χτίσει για να βοηθήσουν κάποιον άλλον.
Πιστεύω πως θα θυσιαζόμουν για έναν άνθρωπο που αγαπώ. Υποθέτω πως θα θυσιαζόμουν για το παιδί μου, για τη γυναίκα μου. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, είναι μεγάλες κουβέντες αυτές. Πέραν από αυτά, δεν μπορώ να βρω τον εαυτό μου να θυσιάζεται για κάτι: ούτε για το θέατρο, ούτε για μια ιδέα, ούτε για μια πατρίδα που δεν την αισθάνομαι δική μου. Δυστυχώς, ζούμε σε ένα πολύ κλειστό δικό μας κύκλωμα για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τα «μεγάλα».

Tα ρούχα της φωτογράφισης είναι NAUTICA.
Ναι, αλλά κι αυτό είναι κάτι διαχρονικό. Η εξουσία πάντα έτσι αντιμετώπιζε τον ανώνυμο πολίτη – δεν αφορά μόνο στο τώρα ή μόνο σε ηγέτες σαν τον Ντόναλντ Τραμπ. Είναι ένα βαθύ και αρχετυπικό γνώρισμα του ανθρώπου να θέλει να κατασπαράξει τον άλλον εξουσιάζοντας τον· απλώς, ακόμα και σήμερα, το λογικό μας κομμάτι δεν μπορεί να συνηθίσει αυτήν την συνθήκη. Η «Άλκηστις» μιλάει για τον έρωτα και τον θάνατο, τα μεγαλύτερα θέματα της παγκόσμιας εργογραφίας – κι όχι μόνο τον έρωτα για τον άνθρωπο αλλά και για τη θέση, την εξουσία. Κυρίως, όμως, μιλάει για τον έρωτα προς τη ζωή.
Υποδύεσαι ένα βασιλιά στο θέατρο. Με την εξουσία τί σχέση έχεις;Θα μιλήσω πάλι μέσα από το πρίσμα του Άδμητου, γιατί είμαι ένας προνομιούχος πολίτης. Είμαι Έλληνας στη χώρα μου, έχω μια οικονομική ανεξαρτησία, βιοπορίζομαι από τη δουλειά μου, οπότε κοιτάζω την εξουσία αλαζονικά. Όταν, όμως, βλέπω ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν τα ίδια προνόμια στην κοινωνία, νιώθω πολύ μικρός σε ένα κόσμο όπου δεν μπορώ να αντιδράσω ουσιαστικά. Κι ας μην μιλήσω για την τελευταία μας κυβέρνηση με την αστυνομοκρατία της. Θα ήθελα να βρεθεί ένας ή περισσότεροι άνθρωποι, φωτισμένοι οι οποίοι να απεκδυθούν το ρόλο του ηγέτη, αφού όσοι αναλαμβάνουν εξουσία μου φαίνεται αδύνατον να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Κι όσο για τους συμπολίτες μου που μιλούν με ζέση για την πολιτική και με πάθος για τα κόμματα, τους συγκρίνω με αυτούς που μιλούν με ζέση για τα Ταρώ ή τα ζώδια. Η εξουσία είναι ένα γρανάζι που δουλεύει μόνο του, ερήμην μας και η πράξη αντίστασης δεν ξέρω πως προκύπτει: σίγουρα όχι κάνοντας αναρτήσεις στα social media κι όχι ψηφίζοντας.
Προσωπικά έχω πάντα αυτή την αμηχανία σε σχέση με τις πολιτικές μου πεποιθήσεις – κάτι που βλέπω ότι περιγράφει και τους περισσότερους ανθρώπους γύρω μου. Είμαι αρκετά απαισιόδοξος και δεν ξέρω τι μπορεί να μας επαναφέρει, ούτε καν ποια επανάσταση μπορεί να μας επαναφέρει σε έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο. Πλέον, μόνο απέναντι στο καθαρό έγκλημα μπορείς να πάρεις θέση: ναι, στη Γάζα συντελείται γενοκτονία.
Άκουγα την Κέιτ Μπλάνσετ να λέει πως είναι τόσο άδικο η συζήτηση για τη γενοκτονία στη Γάζα να είναι ζωντανή μόνο στα κινηματογραφικά φεστιβάλ.Συγκρίνω τους συμπολίτες μου που μιλούν με ζέση για την πολιτική και με πάθος για τα κόμματα, με αυτούς που μιλούν με ζέση για τα Ταρώ ή τα ζώδια
Συμφωνώ. Είναι, όμως, οι καλλιτέχνες ικανοί να πάνε παρακάτω το πολίτευμα; Η φιλοσοφία κάποτε συμπορευόταν με την πολιτική μα έχουμε απωθήσει όλα αυτά τα ζητήματα και απλώς θέλουμε να υπάρχουμε, να συνεχίζουμε. Εδώ, ξέρουμε ότι η κλιματική κρίση, σε λίγα χρόνια, θα προκαλέσει το θάνατο σε εκατομμύρια ανθρώπους και συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με άλλα πράγματα, σαν να μην υπάρχουν αυτά τα δεδομένα. Γι’ αυτό και δεν έχω εξάρσεις πολιτικής έγνοιας. Υπάρχουν δε, στιγμές που δεν αντέχω να ξέρω τι συμβαίνει στον κόσμο, αφού από ένα μέσο ενημέρωσης βλέπεις την είδηση για μαζικές δολοφονίες και στο επόμενο scroll τι έκανε μια ανθυποστάρ, λες και είναι ζητήματα ισοδύναμα. Εν τω μεταξύ, ως παγκόσμια κοινωνία έχουμε κάνει μια τόσο μεγάλη στροφή προς την ατομικότητα κι αυτό έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα. Ασφαλώς και πρέπει ο ένας να σέβεται τη διαφορετικότητα του άλλου, αλλά ας δούμε και τι μας ενώνει.
Η ειρηνική πλευρά μας: αυτή είναι αφετηρία νομίζω για να βρούμε λύσεις γύρω από την αρμονία, την ισότητα και την ισονομία μεταξύ των κρατών, αλλά και στο εσωτερικό κάθε χώρας. Κατά τα άλλα, δεν ξέρω αν ποτέ στην Ιστορία, υπήρξε λειτουργικό πολίτευμα. Αναρωτιέμαι.

“Για μένα έρωτας είναι η χαρά της ύπαρξης, είναι ηδονή και η αίσθηση ότι δεν φοβάσαι τον θάνατο. Ελάχιστα πράγματα στη ζωή έχουν τέτοια δυναμική”, ομολογεί.
Ο Ευριπίδης έχει μια τρελή ατάκα που λέει «πέθανε ο μελλοθάνατος και ο νεκρός πια δεν είναι». Με αυτή την αφετηρία, υπάρχουν φορές που σκέφτομαι τον θάνατο λυτρωτικά, χωρίς πόνο. Και ακόμη περισσότερο όταν θυμάμαι ανθρώπους που έχω χάσει σκέφτομαι ότι θα βρεθούμε στο ίδιο μέρος: της απόλυτης μη συνείδησης ή της χριστιανικής Δευτέρας Παρουσίας. Πάντως, κάτι θα μας ενώσει ξανά. Την ένταση του θανάτου μπορείς να τη νιώσεις και μέσα στη μέρα σου – ας πούμε σε μια πολύ γρήγορη βόλτα με τη μηχανή – και χωρίς αυτό το συναίσθημα η ζωή δεν θα ήταν η ίδια. Οι σκοτεινές μου αναμετρήσεις με το θάνατο είναι οι ασθένειες που έπληξαν αγαπημένους μου: η πορεία προς το θάνατο γίνεται απόλυτη θλίψη, κόπωση και μαρασμός.
Και ο έρωτας πώς σε ακουμπάει;Έρωτας είναι η αγάπη, το πάθος, το νοιάξιμο; Για μένα έρωτας είναι η χαρά της ύπαρξης, είναι ηδονή και η αίσθηση ότι δεν φοβάσαι τον θάνατο. Ελάχιστα πράγματα στη ζωή έχουν τέτοια δυναμική. Όταν με έναν άνθρωπο λες «θα είμαστε για πάντα μαζί» ή όταν αποφασίζεις να δημιουργήσεις κάτι, στιγμιαία αψηφάς το θάνατο. Η δημιουργία, ο νταλκάς για να φτιάξεις κάτι έχει κάτι το ερωτικό – ακόμα κι αν όλοι ξέρουμε πως σίγουρα θα πεθάνουμε. Επίσης, η ένωση με τους άλλους ανθρώπους γενικά έχει έρωτα μέσα της – δεν περιέχει μια μοναχική στάση, αλλά μια μάχη για φως και ελπίδα. Όταν όλα αυτά τα κάνεις γνωρίζοντας τη ματαιότητα και τη θνητότητα σου στον πλανήτη λαμβάνουν μιαν άλλη αξία.
Το «για πάντα» σε απασχολεί; Δηλαδή, θέλεις τα πράγματα να έχουν διάρκεια; Και το ρωτώ αυτό, γιατί παρακολουθώντας την πορεία σου βλέπω εξέλιξη, αλλά δεν βλέπω ριζικές μετακινήσεις. Ακόμα και στο συντροφικό κομμάτι είσαι χρόνια αφοσιωμένος σε έναν άνθρωπο.Πιστεύω πως θα θυσιαζόμουν για έναν άνθρωπο που αγαπώ. Πέραν αυτού, δεν μπορώ να βρω τον εαυτό μου να θυσιάζεται για κάτι: ούτε για το θέατρο, ούτε για μια ιδέα, ούτε για μια πατρίδα που δεν την αισθάνομαι δική μου
Όχι, ίσα – ίσα έχω μια τάση να απομακρύνομαι από το «για πάντα». Καθημερινά αναθεωρώ τις σταθερές μου, τη σχέση μου, τη δουλειά μου· κάπως υπάρχει μια πλάνη στο μυαλό μου πως καθετί που κάνω, μπορεί να το κάνω για τελευταία φορά. Μπορεί να αλλάξουν όλα κι αυτό με καθησυχάζει γιατί το «για πάντα» με τρομάζει, με βάζει στη θέση του 35άρη όπου όλα έχουν κατασταλάξει στη ζωή του. Και ταυτόχρονα ξέρω ότι δεν έχω και το κουράγιο να κάνω κάτι άλλο, διαφορετικό. Για να καταλάβεις, στο θέατρο θα ήθελα να πω «τελευταίο και φύγαμε». Κι ενώ μέσα μου ξέρω πως πρακτικά δεν γίνεται, τελικά με εξιτάρει η ιδέα της συνταξιοδότησης.
Και τελικά γιατί δεν κάνεις μεγάλες αλλαγές;Γιατί πραγματικά αγαπώ το θέατρο, αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Δεν θα με δεις να κάνω στροφή.
Πριν από μερικά χρόνια, μου είχες πει ότι είσαι φιλόδοξος.Ασφαλώς και πρέπει ο ένας να σέβεται τη διαφορετικότητα του άλλου, αλλά ας δούμε και τι μας ενώνει
Άλλαξε κάπως το πλάνο μου. Δεν έπαψα να είμαι φιλόδοξος, αλλά βρίσκομαι πια σε μια μεγαλύτερη… μικρότητα – αυτή που μου πρέπει. Έκανα ότι μπορούσα για να θρέψω τον ανταγωνισμό και τη φιλοδοξία μέσα μου και τώρα έχει κάπως ηρεμήσει. Πράγμα που με κάνει καλύτερο και ως ηθοποιό και πιο ήρεμο ως άνθρωπο. Αναγνωρίζω, πάντως, πως η φιλοδοξία ήταν ένα καρότο που έβαλα μπροστά μου για να πιέσω τον εαυτό μου σε νέα όρια. Και στο θέατρο, το οποίο είναι ένα επάγγελμα βαθιάς τεχνικής, στο τέλος βοηθάει. Παρότι αναγνωρίζω πως το θέατρο, σε άλλες εργασιακές συνθήκες, θα έπρεπε να είναι πιο θεραπευτικό, πιο αγαπησιάρικο, να μην είναι υπόλογο σε οικονομικούς κανόνες.
Τι σε τρέφει πια – αν όχι το καρότο της φιλοδοξίας;Τώρα, έχω δει ποιες είναι οι δυνάμεις μου και στην ουδέτερη εκδοχή τους θέλω να τις ξεπεράσω. Με την «Άλκηστη» νιώθω ότι το κάνω.
Γιατί;Γιατί δεν νιώθω πως το αρχαίο δράμα είναι ένα είδος στο οποίο έχω μια ευκολία ή το έχω κατακτήσει. Και γι’ αυτό είμαι πολύ τυχερός που συνεργάζομαι με τον Δημήτρη Καραντζά, ο οποίος αφενός το ξέρει κι αφετέρου τον συγκινεί. Νιώθω ότι χρειάζεσαι ένα μύστη σε άγνωστες περιοχές που σε φοβίζουν λίγο. Αυτός είναι ο καλός δάσκαλος – όχι εκείνος που θα σου δώσει τα καλά εργαλεία, αλλά εκείνος που θα σε εμπνεύσει.
Τελικά, γιατί σπούδασες θέατρο;Γιατί μου άρεσε να κάνω αστεία, να τραγουδάω, να παίζω πιάνο, να γράφω μουσική. Και διαπίστωσα πως μου αρέσει να μεταχειρίζομαι ρόλους.

Μιλώντας περί φιλοδοξίας: “Ήταν ένα καρότο που έβαλα μπροστά μου για να πιέσω τον εαυτό μου σε νέα όρια
Είναι πολύ γοητευτική η συνάντηση με το είδος του αρχαίου δράματος – με την έννοια της εξέλιξης της τεχνικής του ηθοποιού. Την πρώτη φορά που επιχείρησα στην Επίδαυρο με την «Ορέστεια», ένιωθα ως ένα παιδί που δεν ξέρει να γυρίσει το πετάλι στο ποδήλατο. Ε, σήμερα, ξέρω από ποδήλατο, εννοώντας γενικότερα από θέατρο. Αλλά αυτό που ξέρω δεν είναι μετρήσιμο. Στο θέατρο θα προσπαθήσω τώρα και θα αποτύχω. Αύριο, μεθαύριο, για μήνες θα αποτυγχάνω συνέχεια. Κι αφού πειστώ ότι έχω αποτύχει θα κάνω κάτι και θα πω «ώπα, ρε συ, το έκανα. Πώς έγινε;». Δεν θα επιτύχω την ώρα που το θέλω κι αυτό με εξιτάρει τρομερά. Το θέατρο δεν σου προσφέρει εύκολη χαρά, κι αυτό το κάνει πολύ πιο συγκινητικό κι ωραίο. Θέλω να πω ότι συγκινούμαι με την ανημπόρια μου να παίξω, θέλω να δυσκολεύομαι. Η Επίδαυρος, λοιπόν, σε κάνει να συγκινηθείς για έναν ακόμα λόγο: για το ότι υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί σαν εμένα μέσα στις χιλιετίες. Σκέφτομαι πόσοι πολλοί άνθρωποι έχουν προσπαθήσει σε αυτό το χώμα να πουν καλά το μονόλογο ή το χορικό, ηθοποιοί με τεράστια προσήλωση στην τεχνική και στη μελέτη. Η Επίδαυρος μας ενώνει σε αυτήν την εμπειρία: είναι σαν να πατάς πάνω σε όλες αυτές τις ενέργειες, σε όλες αυτές τις προσπάθειες.
Τόσην ώρα περιγράφεις τις προσπάθειες σου με την αγωνία του αποτυχημένου, ενώ στη θεατρική αγορά είσαι αλλού τοποθετημένος: στις παραστάσεις που έχουν γνωρίσει μεγάλη επιτυχία.Είναι ωραίο και άσχημο μαζί αυτό. Είναι ωραίο για μένα, αλλά άσχημο – εξαιτίας άλλων συνιστωσών – που πολλοί άξιοι συνάδελφοι δεν βρίσκονται στη δική μου θέση. Η δική μου θεατρική γενιά έχει πολύ μεγαλύτερη δυσκολία να μπει στον κόσμο του θεάτρου, γιατί στην εποχή μας ο λόγος είναι κατακερματισμένος, απλοϊκός, λιγότερο ποιητικός, είναι λόγος που δεν παίρνει θέση. Είναι επίπονο να ξέρω ότι άνθρωποι που είναι πολύ καλύτεροι ηθοποιοί από μένα, πολύ πιο έμπειροι και ταλαντούχοι, για κάποιους λόγους δεν βρίσκονται στη δική μου θέση: είτε τη λες επιτυχία, είτε ικανοποίηση της φιλοδοξίας, είτε του καλού βιοπορισμού. Φέρω μεγάλη ενοχή σε σχέση με αυτό, είμαι ένας μικρός Άδμητος. Ξέρω μέσα μου πως ο τάδε είναι ο καλύτερος Έλληνας ηθοποιός, αλλά ελάχιστοι τον γνωρίζουν κι αυτό με πληγώνει. Και την ίδια ώρα, χαίρομαι που για μένα έχουν πάει καλά τα πράγματα.
Δεν αξιολογείς τον εαυτό σου ως αποδοτικό ηθοποιό;Στο θέατρο θα ήθελα να πω «τελευταίο και φύγαμε». Κι ενώ μέσα μου ξέρω πως πρακτικά δεν γίνεται, τελικά με εξιτάρει η ιδέα της συνταξιοδότησης
Αποδοτικός ηθοποιός, ναι είμαι. Αλλά αυτό έχει να κάνει με τον επαγγελματισμό, τη συνέπεια, τη συγκέντρωση. Στο επίπεδο του αποτελέσματος, όμως, η επιτυχία είναι σκληρή, μπορεί να σε αδικήσει, να σε ρίξει. Από την άλλη, μπορεί να σε εξυψώσει: να παίζεις όλο και πιο πολύ για τον εαυτό σου κι όχι για τους άλλους – κι αυτό να σε κάνει καλύτερο.
Τι επίδραση είχε σε σένα;Καταρχάς, έχει το θετικό αποτύπωμα ότι μπορώ να δουλεύω με τους συνεργάτες που θέλω και να έχω το πλεονέκτημα της επιλογής. Αυτά είναι μεγάλα δώρα. Από την άλλη, με τράβηξε και πίσω, γιατί μου φορέθηκε η ταμπέλα του «καλού», ενώ προσωπικά νιώθω αιώνιος μαθητής. Και μπορεί κάπου να είμαι καλός, αλλά αλλού να είμαι σκατά. Δεν ξέρω αν, κάποια στιγμή στη θεατρική ζωή μου, θα με χτυπήσει η παντοδυναμία στο κεφάλι και πω «παιδιά, πλέον, γαμάω». Όταν μου λένε ότι είμαι καλός ανεβαίνω στη σκηνή με την αίσθηση ότι πρέπει να λογοδοτήσω και στον εαυτό μου και στους άλλους. Σκέφτομαι πως θα επιβεβαιώσω τους άλλους, πως θα με κάνω περήφανο – για να μην πω ότι θα περάσω και από ερωτήματα τύπου «ποιος είμαι, τι είμαι;». Μπαίνεις σε μια υπαρξιακή διαπραγμάτευση που είναι κουραστική, έχει μέσα της μικρότητα. Παίζοντας στο θέατρο πρέπει να δίνεις διαρκώς μια ψυχική μάχη και να απαντάς γιατί βρίσκεσαι εδώ και ποιον εξυπηρετείς. Και όσοι φτάνουν στην κορυφή είναι μόνοι τους, τους βλέπεις πια να έχουν ξεφύγει, δεν ακούνε τι έχουν να τους πουν οι άλλοι.
Ευτυχώς σε αυτή τη γενιά δεν έχω δει έντονα τέτοια συμπτώματα – τουλάχιστον όχι μη αναστρέψιμα.Η αλήθεια είναι πως είμαστε πιο γειωμένοι, γιατί δεν μας παίρνει: ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος. Ευτυχώς, στις μέρες μας, οι ηθοποιοί δεν μυθοποιούνται εύκολα.
Η «επιτυχία» που πρέπει να σου αναγνωριστεί είναι πως έγινες γνωστός μέσα από το θέατρο – σπάνιο, ειδικά γι’ αυτή τη γενιά.Χαίρομαι που δεν είμαι ευρέως γνωστός
Είναι πράγματι πάρα πολύ ωραίο και ήμουν τυχερός γιατί συμμετείχα σε καλές παραστάσεις που παίχτηκαν για καιρό. Επίσης, είναι ωραίο που με πλησιάζουν χωρίς να με αναγνωρίζουν από κάποιο σίριαλ, ενώ όλοι οι κολλητοί μου φίλοι είναι πολλοί πιο γνωστοί ως φυσιογνωμίες. Σε μένα μιλούν οι ‘ταπεινοί’ θεατρόφιλοι που με έχουν δει σε κάποια παράσταση κι όχι σε κάποιο ζάπινγκ εκεί που ο τηλεθεατής τρώει πατατάκια στον καναπέ. Έκανα κι εγώ τηλεόραση, αλλά ευτυχώς δεν είχε μεγάλη έκθεση, οπότε χαίρομαι που δεν είμαι ευρέως γνωστός.
Από την άλλη, πιστεύεις ότι έχεις δημιουργήσει κοινό;Νομίζω ότι έχω και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό. Δηλαδή, έρχονται συνεπείς θεατές και με συναντούν και νιώθω ευγνώμων. Είναι φανταστικό αν σκεφτείς ότι κάποιος βγαίνει από το σπίτι του, διαθέτει 15 ευρώ για να δει εσένα – ενώ μπορεί να δει τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο στο Netflix. Κι επίσης, πέρα από εμένα, χαίρομαι που υπάρχει θεατρόφιλο κοινό. Ειδικά, όταν άρχισα να παίζω στο «Στέλλα κοιμήσου» ή στον «Σκύλο τα μεσάνυχτα» συνειδητοποίησα ότι η δουλειά μου μπορεί να επικοινωνήσει κάτι σε καθημερινούς ανθρώπους.

Σχολιάζοντας την αποδοτικότητα του στο θέατρο: “Μπορεί κάπου να είμαι καλός, αλλά αλλού να είμαι σκατά”.
Όχι, γιατί όσα κάνω στο θέατρο θέλω να τα καταλαβαίνω. Εξάλλου, δεν είμαι τόσο διαβασμένος ή τόσο λόγιος. Όλα τα αντιμετωπίζω ήρεμα, με απλή, καθαρή αγάπη για το θέατρο και τους συνεργάτες μου. Δεν θα μπορούσα να υποστηρίξω τίποτα το ελιτίστικο, δεν μου πάει, δεν το έχω. Αν είχα τάση προς τον ελιτισμό δεν θα είχα παίξει στους «Παίχτες» ή στο «Merde». Είμαι και μεγάλο… τσόλι, επιφανειακός τύπος, γελάω με χαζά αστεία. Με λίγα λόγια, με ελκύει να κάνω κάτι που δεν μιλάει για τον ανθρώπινο ψυχισμό ή μια υψηλή ιδέα, γουστάρω να κάνω μια καμένη κωμωδία – το οποίο και βρίσκω δύσκολο. Μου αρέσουν τα πιο διασκεδαστικά πράγματα.
Το ενδιαφέρον στον τρόπο που κάνεις θέατρο είναι πως παραμένεις in between, αμφίσημος.Ναι, είμαι… Αδμητικός.
Έχει ηδονή να κάνεις τους άλλους να γελούν;Νομίζω πως είναι πολύ πιο ενδιαφέρον να κάνεις τους άλλους να συγκινούνται. Είναι πολύ πιο δυνατό να συγκινήσεις τον άλλο. Κι όπου έχω αισθανθεί πως τα έχω καταφέρει, το εισπράττω ως επίτευγμα. Η συγκίνηση κουβαλάει ψυχή και νόημα, ενώ το γέλιο έχει μέσα του περισσότερο αυθορμητισμό. Άσε που όταν παίζω μια κωμωδία καιρό και έχω εντοπίσει που γελάει ο κόσμος, αισθάνομαι λίγο κλόουν. Παρότι, ναι, μου είναι πιο εύκολο να κάνω τους άλλους να γελούν.
Έχεις κάνει πράγματα μόνος, πολύ προσωπικά και συνάμα εντάσσεσαι σε μεγάλες ομαδικές καταστάσεις, όπως τώρα η Επίδαυρος ή η σκηνοθεσία στο «Σπιρτόκουτο» – που αισθάνομαι ότι σηματοδότησε και την αλλαγή μιας πίστας για σένα. Πού βρίσκεις τον εαυτό σου;Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον να κάνεις τους άλλους να συγκινούνται
Παντού. Και οι δύο κλίμακες έχουν ωραίες προκλήσεις. Σίγουρα, νιώθω μεγαλύτερη ζεστασιά και ασφάλεια όταν οι συνεργάτες είναι πιο λίγοι και η παραγωγή πιο μικρή. Του χρόνου ας πούμε θα δουλέψω με τον Βασίλη Μαγουλιώτη σε ένα μονόλογο για ένα «Ζωόφιλο» και μετά θα επιστρέψω στη Στέγη για μια παράσταση χοροθεάτρου.
Μιλάς συνέχεια για τα 35 σου χρόνια ως ορόσημο. Πώς φαντάζεσαι αυτά που έρχονται; Που θέλεις να εστιάσεις την προσοχή σου;Νομίζω ότι θα ήταν καλό να στρέψω την προσοχή μου σε κάτι άλλο κι αυτό αμέσως ‘φωνάζει’ παιδί.
Θέλεις να γίνεις μπαμπάς;Θα ήταν ωραίο. Είναι η μόνη υψηλή αποστολή που μπορώ να φανταστώ ότι αναλαμβάνω αυτή τη στιγμή, αλλά νιώθω μεγάλο φόβο γιατί εκεί μιλάμε για τη ζωή και το θάνατο· αναλαμβάνεις την ευθύνη ενός άλλου ανθρώπου.
Και αναφορικά με τα επαγγελματικά σου;Πραγματικά, ό,τι κάτσει. Δεν έχω στόχους ή ρόλους στο μυαλό μου. Θέλω να συνεχίσω να συνεργάζομαι με συγκεκριμένα άτομα και να ανακαλύπτουμε τους εαυτούς μας ολοένα και περισσότερο. Γιατί να σκέφτομαι ένα ρόλο κι όχι να περάσουμε καλά και με ζεστασιά; Ε, κι ας βγάλουμε και κανένα φράγκο. Πολύ απλά αιτήματα για έναν ηθοποιό.
Μου είχες δώσει την εντύπωση ενός ανθρώπου πολύ φλογισμένου με το θέατρο και τώρα έχεις μια στροφή προς τη στωϊκότητα.Νομίζω ότι θα ήταν καλό να στρέψω την προσοχή μου σε κάτι άλλο κι αυτό αμέσως ‘φωνάζει’ παιδί
Ισχύει και μάλλον έχει να κάνει (πάλι) με την ηλικία. Συνειδητοποίησα πως δεν είμαι παντοδύναμος. Τελείωσε για μένα το κομμάτι του ροκ σταρ. Δυστυχώς, δεν είμαι ο Iggy Pop. Αλλά από την άλλη, αισθάνθηκα μεγάλη ελευθερία που δεν είμαι. Φυσικά και εδώ υπάρχει μια ήττα. Το καλό είναι πως όσα φαντάστηκα μικρός συνέβησαν. Ήθελα να μπω στο Εθνικό και μπήκα, ήθελα να παίξω στο Εθνικό και έπαιξα. Ήθελα να πάω καλά και συνέβη. Οπότε τι να ζητήσω τώρα; Καριέρα στο εξωτερικό;
Κάτι άπιαστο, πιο οραματικό δεν έχεις πια στο μυαλό σου;Το όραμα που ελπίζω να μη μείνει άπιαστο είναι πως θα ήθελα το θέατρο να γίνεται όλο και λιγότερο η δουλειά μου, να μην έχει αυτούς τους όρους. Να μπορώ να παίζω με ερασιτέχνες, να μην καθορίζομαι από τις επαγγελματικές αποφάσεις μου. Να έχω την ευλογία να κάνω πράγματα που επιθυμώ μόνο εγώ, να είναι δικά μου και ειλικρινή. Και πραγματικά, δεν θα ήθελα να δουλεύω για πάντα.

“Θα ήθελα το θέατρο να γίνεται όλο και λιγότερο η δουλειά μου, να μην έχει αυτούς τους όρους”, εξηγεί.
Θέλει μεγάλο θάρρος να πεις «σταματάω να δουλεύω». Γιατί μετά τι θα κάνεις; Αυτό είναι που με κεντρίζει. Δεν θα έχω κάτι να με τροφοδοτεί πνευματικά.
Στην παύση μεταξύ προβών, παραστάσεων ή στα επαγγελματικά κενά πως το διαχειρίζεσαι;Πονάω, περνάω άσχημα. Μελετάω πιάνο αρρωστημένα – λες και πηγαίνω για κονσέρτο ή για πτυχίο. Και αυτό με στενοχωρεί και με τρομάζει, αφού συνειδητοποιώ πως χωρίς τη δουλειά μου δεν ξέρω πως θα περάσω τη μέρα μου. Οπότε όταν αναφέρομαι στην εποχή της σύνταξης, σκέφτομαι έναν εαυτό να φυτεύει δέντρα και να ασχολείται με τη φύση. Αν καταφέρω να βρω κάτι που θα με ενεργοποιεί εκτός του θεάτρου, θα είμαι πολύ ανακουφισμένος. Ψάχνω το επόμενο βήμα, είτε γίνω πατέρας ή είμαι απλώς σύζυγος, φίλος για να βάλω σε όλα αυτά το συναίσθημα, την αγάπη και τον πόνο που έχω δώσει στο θέατρο.
Καθορίζει, τελικά, την ύπαρξη σου το θέατρο;Το θέατρο δεν είναι ο λόγος της ύπαρξης μου και οποιοσδήποτε μου πει κάτι αντίστοιχο θα σκεφτόμουν πως κάνει λάθος. Παρόλα αυτά, είναι πολύ συγκινητικό που βλέπω τα πράγματα μέσα από το θέατρο· που η επικοινωνία μου έχει μπει κάτω από αυτό το πρίσμα.
Η “Άλκηστις” του Ευρυπίδη ανεβαίνει στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου από το Εθνικό Θέατρο την Παρασκευή 17 και το Σάββατο 18 Ιουλίου.
Απόδοση – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς. Σύμβουλος δραματουργίας: Γκέλυ Καλαμπάκα. Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης. Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη. Μουσική – Ηχητικές κατασκευές: Παναγιώτης Μανουηλίδης. Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος. Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου. Ηχητικός σχεδιασμός: Άγγελος Κονταξής. Φωνητική επεξεργασία: Μελίνα Παιονίδου. Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια. Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνα Κάλτσιου
Παίζουν (αλφαβητικά): Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Γιώργος Ζυγούρης, Ηρώ Μπέζου, Γιάννης Νιάρρος, Κώστας Νικούλι, Αινείας Τσαμάτης, Θεοδώρα Τζήμου
Χορός (αλφαβητικά): Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος–Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος
Προπώληση εισιτηρίων: more.com