Είναι κάποιες ειδήσεις τόσο αναπάντεχες, που μας μουδιάζουν. Μία από αυτές ήταν και η είδηση ότι ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 54 ετών, σε μια φάση της ζωής του που φαινόταν να έχει ακόμη πολλά να δώσει. Σε λίγες εβδομάδες ετοιμαζόταν να δώσει μερικές ακόμα καλοκαιρινές συναυλίες στην Αθήνα – σε μια εκ των οποίων, θα “γιόρταζε” τα 33 χρόνια του στη δισκογραφία, “από το Α ως το Ω”, όπως ο ίδιος έλεγε.
Εκκεντρικός, εξωστρεφής, “αμετανόητα” ο εαυτός του, ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν ήταν ο λαϊκός τραγουδιστής που είχαμε συνηθίσει. Η χαρακτηριστική φωνή του, μπάσα και δυνατή, πολλές φορές έμοιαζε να έρχεται σε αντίθεση με τον παιγνιώδη χαρακτήρα του. Ας μη γελιόμαστε, όταν το 2011 είχε εμφανιστεί στη σκηνή, φορώντας φούστα, τα πάνελ (στο peak της “κιτρινό-χρυσης” ελληνικής μεσημεριανής ζώνης) είχαν οργιάσει. Ο ηθικός πανικός είχε φτάσει σε νέα επίπεδα, με τους κάθε είδους σχολιαστές να τον χλευάζουν, ακόμα και να τον προσβάλλουν. Όλα αυτά, μόνο και μόνο επειδή… είχε φορέσει μια φούστα, κάτι που φυσικά έκανε ξανά και ξανά, μέχρι να καταλάβουν οι σοκαρισμένοι νοικοκυραίοι ότι οι αναχρονιστικές απόψεις τους δεν τον ενδιέφεραν διόλου.
Πώς θα μπορούσαν να τον ενδιαφέρουν; Ο Γιώργος Μαζωνάκης ζούσε το όνειρό του, ανέβαινε στη σκηνή και τραγουδούσε τα τραγούδια του – τραγούδια που “μιλούσαν” τόσο στο κοινό του, όσο και στον ίδιο.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Νίκαια του Πειραιά, δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε, δεν αγνόησε ποτέ τη λαϊκή του καταγωγή – όλοι ξέραμε ότι όταν τραγουδούσε «Θέλω να γυρίσω στα παλιά, θέλω την παλιά μου γειτονιά» αναφερόταν στην Νίκαια. Εξάλλου, από εκεί ξεκίνησαν όλα του τα όνειρα. Εκεί άκουσε για πρώτη φορά Στράτο Διονυσίου και όλους τους άλλους μεγάλους λαϊκούς τραγουδιστές που τον καθόρισαν. Εκεί, φανταζόταν τον εαυτό του να βρίσκεται κι αυτός στη σκηνή, να τραγουδά, να συνδέεται με τον κόσμο.
Το 1993 κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του, ένα κλασικό λαϊκό άλμπουμ, με τίτλο «Μεσάνυχτα και κάτι», από το οποίο δεν ξεχώριζαν πολλά τραγούδια (ίσως πέρα από το ομώνυμο), δεν μπορούσες όμως να αγνοήσεις την ιδιαίτερη χροιά της φωνής του. Τον αμέσως επόμενο χρόνο ακολουθεί ο δίσκος «Με τα μάτια να το λες», με τον οποίο γνωρίζει τη μεγάλη επιτύχια, χάρη σε τραγούδια όπως το «3 το πρωί», το «Ανήκω σε μένα», το «Μη μου ζητάς».
Ήταν μόλις 24 ετών, όταν κυκλοφόρησε ο τρίτος του δίσκος, «Μου λείπεις», που τον εδραίωσε και επίσημα στις μεγαλύτερες πίστες της χώρας. Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε πλέον βρει το κοινό του και τίποτα δεν τον σταματούσε. Σειρά είχαν οι δίσκοι «Παιδί της νύχτας», που περιλάμβανε τα «Ζηλεύω» και «Παλιόπαιδο θα γίνω», δύο από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του μέχρι σήμερα, αλλά και το «Μπροστά στο μικρόφωνο», στο οποίο μάλιστα συνεργάστηκε με την πρόσφατα εκλιπούσα Μαίρη Λίντα για μια σύγχρονη – αρκετά υποτιμημένη κατ’ εμέ – διασκευή του «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς». Αν σου αρέσουν τέτοιου είδους διασκευές, σου προτείνω να ακούσεις και το remix των Imam Baildi για το τραγούδι του “Τρεις το πρωί”, που περιλαμβάνεται στον best of δίσκο του “Με λένε Γιώργο, 20 χρόνια Γιώργος Μαζωνάκης”.
Όσο περισσότερο εδραιωνόταν στον χώρο, τόσο πιο εύκολα πειραματιζόταν, τόσο περισσότερο ανέτρεπε αυτό που περίμενε “ο κόσμος” από εκείνον. Χωρίς να αφήσει το λαϊκό τραγούδι – με τέτοια φωνή δεν θα γινόταν εξάλλου – έψαχνε τρόπους να κάνει τον ήχο του πιο φρέσκο, πιο ξεχωριστό. Αποκορύφωμα αυτής της αναζήτησης και πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν σίγουρα το classic πλέον “Gucci Φόρεμα”, στο οποίο ράπαρε ως γνήσιο «γέννημα θρέμα δυτικής Αττικής» και όσοι έχουν μεγαλώσει στα δυτικά προάστια, ίσως θυμούνται τι γινόταν κάθε φορά που έπαιζε σε πάρτι αυτό το τραγούδι και ακουγόταν ο συγκεκριμένος στίχος. Όλα αυτά το μακρινό 2003, όταν η trap μουσική δεν είχε ακόμα κατακτήσει τον κόσμο και το ραπ δεν ήταν απαραίτητα cool στους mainstream κύκλους, παρά τις προσπάθειες συγκροτημάτων, όπως Goin’ Through κ.λπ.
Αυτή η διαρκής διάθεσή του να “παίζει”, να κάνει κάθε φορά κάτι διαφορετικό, ήταν που τον έκαναν τόσο αγαπητό, μα και μόνιμα επικαιρο και τις τρεις αυτές δεκαετίες καριέρας.
Αυτό και το γεγονός ότι δεν έπαιρνε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά. Στην τεράστια δισκογραφία του, θα βρεις ανάμεσα στις ερωτικές μπαλάντες και τα γνήσια λαϊκά τραγούδια, dance και pop κομμάτια που φλερτάρουν με το cult, όπως το “Summer in Greece”, που το συνοδεύει ένα εξίσου cult video clip, ενώ στις ζωντανές εμφανίσεις του αρνιόταν να είναι ο “βαρετός” της παρέας, φορώντας τα πιο “εκκεντρικά” outfit που θα μπορούσες να δεις σε λαϊκό τραγουδιστή.
Όπως είχε δηλώσει ο Κωνσταντίνος Ρήγος πριν από μια περίπου δεκαετία, στο Πρώτο Θέμα, με αφορμή την τότε συνεργασία τους: «[Ο Γιώργος Μαζωνάκης] είναι ένας καλλιτέχνης που έχει τη δύναμη να περνάει πράγματα στο κοινό – τη μια μπορεί να εμφανιστεί με πλισέ σκοτσέζικη φούστα και την άλλη με στολή του τσολιά, και μάλιστα χωρίς να σοκάρει. Μόνο καλλιτέχνες του εξωτερικού όπως ο Ντέιβιντ Μπάουι, ο Μικ Τζάγκερ, η Μαντόνα, ή η Lady Gaga έχουν την δύναμη να παίζουν με την εικόνα τους. Με ιντριγκάρει ότι τολμά».
Ίσως η σύγκριση με τους παραπάνω καλλιτέχνες να φαίνεται υπερβολική, αλλά μιλάμε για έναν καλλιτέχνη του ελληνικού, λαϊκού πενταγράμμου, έναν χώρο αρκετά “περιοριστικό”. Ναι, χρειάζεται περίσσεια τόλμη για να απεγκλωβιστείς από αυτόν. Αυτή η δίχως ενδοιασμούς τόλμη του, ήταν που τον έκανε να ξεχωρίζει σε ένα μουσικό τοπίο αρκετά τετριμμένο, που σπάνια επιτρέπει (ή μάλλον ενθαρρύνει) την πρωτοτυπία.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν θέλησε ποτέ να εγκλωβιστεί στο στερεότυπο των “μπουζουκιών” – και, νομίζω, τα κατάφερε αρκετά καλά. Δεν νομίζω ότι μπορούμε εύκολα να σκεφτούμε κάποιον άλλον mainstream λαϊκό τραγουδιστή που να έχει πρωταγωνιστήσει σε βραβευμένη στις Κάννες ταινία μικρού μήκους. Ή που να βρίσκεται με τόση ευκολία στις playlists ανθρώπων που δεν ανήκουν αποκλειστικά στο “λαϊκό” κοινό.
Ναι, το λαϊκό τραγούδι είναι σίγουρα πιο φτωχό από σήμερα, χωρίς τον άνθρωπο που τραγουδούσε «δεν πρόκειται να πάρω τον κόσμο σοβαρά. Η φιλοσοφία μου; Όλα να τα ζήσω». Και το έκανε.