Κατοικώ σημαίνει αφήνω τον εαυτό μου να γίνει μέρος ενός τόπου· να μάθω το φως του, τους ήχους του, τις σιωπές του και τις αλλαγές του. Δεν είναι απλώς να βρίσκομαι κάπου, αλλά να δημιουργώ μια σχέση μαζί του – να αφήνω κάτι από εμένα και, ταυτόχρονα, να παίρνω κάτι από εκείνον. Δεν ξέρω βέβαια αν μπορείς να πεις ότι κατοικείς κάπου όταν έχεις έρθει για λίγες ημέρες, όταν το σπίτι σου βρίσκεται αλλού και όταν, κάποια στιγμή, θα μαζέψεις τα πράγματά σου και θα φύγεις. Κι όμως, αυτή είναι η λέξη που μου έρχεται στο μυαλό καθώς περπατώ ανάμεσα στις ελιές των Καμπόνων στη Νάξο.

Η Ειρήνη Γκόνου παρουσιάζει το έργο της την ημέρα των εγκαινίων. @Christina Kalligianni
Γιατί οι πέντε καλλιτέχνιδες της έκθεσης «Nurturing Mechanisms: Συνυφάνσεις στις Κάμπονες» δεν ήρθαν απλώς να τοποθετήσουν τα έργα τους σε έναν ιστορικό ελαιώνα. Ήρθαν να κατοικήσουν, έστω και προσωρινά, έναν ήδη ζωντανό τόπο. Να παρατηρήσουν τα δέντρα, το φως, τον αέρα, τις κλίσεις του εδάφους. Να διαλέξουν μια ελιά, ένα σημείο, μια πλευρά του τοπίου. Να φύγουν, να επιστρέψουν στα εργαστήριά τους, να ξανασκεφτούν όσα είχαν αποφασίσει και να επιστρέψουν πάλι.
Ο ιστορικός ελαιώνας των Καμπόνων συναντά τη σύγχρονη τέχνη και γνωρίζει μια καινούρια ζωή. Προσπαθεί να βρει τον τρόπο να υπάρξει μαζί του. Οι ελιές και οι αιωνόβιοι κορμοί τους, δεν αποτελούν το σκηνικό της έκθεσης, είναι μέρος της.
Οι Καμπόνες είναι ένας ιστορικός ελαιώνας, αλλά η ιστορία του δεν βρίσκεται μόνο στα χρόνια που έχουν περάσει. Βρίσκεται στα ίδια τα δέντρα, στο χώμα, στις καλλιέργειες, στους ανθρώπους που έζησαν και εργάστηκαν εκεί. Βρίσκεται σε μια συνέχεια που δεν έχει σταματήσει. Για τη Μαρία Πολυκρέτη, πρόεδρο του συλλόγου «ΠΟΛΥΚΡΙΤΗ – Νάξος», που είχε την αρχική ιδέα και την πρωτοβουλία για την έκθεση, οι Καμπόνες είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν οικογενειακό τόπο ή μια κληρονομιά. Είναι, όπως μου λέει, «κομμάτι της ψυχής» της.
«Εκεί νιώθω ότι επιστρέφω σπίτι μου, εκεί γαληνεύει η ψυχή μου. Η σχέση μου με τη φύση, τα δέντρα, τα ζώα, αλλά και η αίσθηση της μνήμης, της ρίζας και της συνέχειας, έχουν διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό μέσα από αυτόν τον τόπο. Και αισθάνομαι ότι η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη: όπως οι Καμπόνες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της δικής μου ψυχής, έτσι κι εγώ αποτελώ σήμερα ένα κομμάτι της δικής τους ιστορίας» μου λέει και ίσως γι’ αυτό και δεν αντιλαμβάνεται την κληρονομιά ως κατοχή. Την αντιλαμβάνεται ως σχέση.
Ένας τόπος σού δίνει μνήμη, ταυτότητα, ρίζες και έναν τρόπο να βλέπεις τον κόσμο. Κι όταν τον αγαπάς πραγματικά, γεννιέται η ανάγκη να του δώσεις κάτι πίσω: να τον φροντίσεις, να τον κρατήσεις ζωντανό, να του επιτρέψεις να συνεχίσει να παράγει ζωή και νόημα πέρα από εσένα. Αυτό ακριβώς μοιάζει να συμβαίνει και εδώ.
Πώς κατοικείς έναν ελαιώνα;Η Σεβαστιάνα Κωνστάκη, που υπογράφει την επιμέλεια της έκθεσης, μου περιγράφει τη διαδικασία σχεδόν σαν μια χορογραφία. Όταν οι καλλιτέχνιδες έφτασαν για πρώτη φορά στις Καμπόνες, άρχισαν να παρατηρούν. Κάθε μία στάθηκε μπροστά σε διαφορετικά δέντρα και διαφορετικά σημεία του κτήματος. Κάποια ελιά τους ενδιέφερε περισσότερο, κάποιο άλλο σημείο είχε μια ιδιαίτερη σχέση με το φως, κάπου αλλού ο αέρας δημιουργούσε μια διαφορετική αίσθηση. Διάλεξαν. Και μετά έφυγαν.

Η Σεβαστιάνα Κωνστάκη @Christina Kalligianni
Επέστρεψαν στα εργαστήριά τους, όπου η δημιουργική διαδικασία άρχισε να μετακινεί ξανά τα πράγματα. Οι αρχικές επιλογές δεν έμειναν σταθερές. Ξαναγύρισαν στις Καμπόνες, κοίταξαν τα δέντρα από διαφορετικές πλευρές, παρατήρησαν πώς αλλάζει ο χώρος και το φως. «Πήρε χρόνο πολύ να χωνέψουμε και να κατανοήσουμε τα ίδια τα δέντρα ή το ίδιο τοπίο και το φως», μου λέει η Σεβαστιάνα.
Τελικά, τα έργα τοποθετήθηκαν στις ελιές που είχαν επιλεγεί εξαρχής, αλλά η διαδικασία δεν ήταν ποτέ τόσο απλή. Έπρεπε να βρεθεί η σωστή πλευρά, το σωστό σημείο, η σχέση με τον ήλιο και τον αέρα. Και ακόμη και τώρα, η έκθεση παραμένει κατά κάποιον τρόπο ανοιχτή. Γιατί αν επέστρεφαν σε μία εβδομάδα, ίσως κάτι να άλλαζε ξανά. Είναι μια έκθεση που εξαρτάται από τον χρόνο. Από την ώρα της ημέρας. Από το φως. Από τον αέρα. Από την ίδια την ελιά.

(Από κάτω προς τα πάνω) Μαρία Πολυκρέτη, Κατερίνα Νάκου, Ειρήνη Γκόνου, Mariandrie, Σεβαστιάνα Κωνστάκη @Christina Kalligianni
Κάθε μία από τις πέντε καλλιτέχνιδες μοιάζει να κατοικεί τις Καμπόνες με διαφορετικό τρόπο. Κι ενώ όλες βρίσκονται στο ίδιο τοπίο, καμία δεν βλέπει ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Σεβαστιάνα Κωνστάκη, «Exoskeleton Tales in a Grove, 2026» @Christina Kalligianni
Η Σεβαστιάνα Κωνστάκη κοιτάζει την ελιά σχεδόν σαν ανθρώπινο σώμα. Την ενδιαφέρουν οι κινήσεις της, οι καμπύλες της, τα εξογκώματά της, το ίχνος του ανέμου πάνω της. Το έργο της δεν μοιάζει να θέλει να επιβληθεί στο δέντρο, αλλά να συνεχίσει κάτι που ήδη υπάρχει πάνω του. Αγαπά, όπως μου λέει, τις υψομετρικές καμπύλες που αποτυπώνουν την κλίση του εδάφους. Το ίχνος που αφήνει η κίνηση δεν είναι ένας δρόμος ή μια ευθεία γραμμή· είναι οργανικό, όπως οργανική είναι και η ίδια η μορφή της ελιάς. Ο χρυσός που χρησιμοποιεί προέκυψε οργανικά από προηγούμενη δουλειά της στη Νάξο και εδώ συνδέεται με την ελιά και την αντανάκλαση του φωτός. Το δέντρο γίνεται σώμα και το έργο μοιάζει περισσότερο με μια προέκταση αυτού του σώματος παρά με κάτι ξένο προς αυτό.

Λεπτομέρεια του έργου της Σεβαστιάνας Κωνστάκη, «Exoskeleton Tales in a Grove, 2026» @Christina Kalligianni
Η Mariandrie, από την άλλη, ξεκινά από μια πολύ απλή παρατήρηση: καμία ελιά δεν είναι ίδια με την άλλη. Κοιτάζει τα δέντρα και βλέπει διαφορετικές μορφές, διαφορετικές ροές, διαφορετικές σωματικότητες. Κάποιες είναι πιο κοντές και στρογγυλεμένες, άλλες πιο κάθετες. Όλες, όμως, μεγαλώνουν στο ίδιο έδαφος. Από αυτή τη διαφορά γεννιέται μια μεγαλύτερη σκέψη για την ύπαρξη και την κοινωνία: πώς μπορεί ένας οργανισμός να εξελιχθεί και να ανθίσει με τον δικό του τρόπο, ακόμη κι όταν βρίσκεται δίπλα σε κάποιον εντελώς διαφορετικό από εκείνον;

Mariandrie, «To nurture is to set free, 2026» @Christina Kalligianni
Η υφαντική της δουλειά μοιάζει να αγκαλιάζει την ελιά. Τα κλαδιά χρησιμοποιούνται σαν βελόνες και το βαμβάκι πλέκεται πάνω τους, δημιουργώντας ένα έργο που μοιάζει άλλοτε με δέρμα και άλλοτε με προστατευτικό περίβλημα. Κάτι σαν αγκαλιά.

Λεπτομέρεια από το έργο της Ειρήνης Γκόνου «Η Ανάσα της Ελιάς, 2026» @Christina Kalligianni
Η Ειρήνη Γκόνου αναζητά κάτι ακόμη πιο άπιαστο: την ανάσα της ελιάς. Το έργο της, με το βαμβακερό δίχτυ που έχει βαφτεί με φύλλα ελιάς και τα τρία ιδιόφωνα γύρω του, επιχειρεί να πιάσει τον αέρα, το πνεύμα, την αίσθηση ότι το δέντρο είναι ζωντανό και κουβαλά τη δική του ιστορία. «Ήθελα να πιάσω την ανάσα, το πνεύμα, τον αέρα, οτιδήποτε μας θυμίζει πως αυτό το δέντρο είναι ζωντανό και έχει την ιστορία του», μου λέει. Και καθώς στέκεσαι δίπλα στο έργο, ανάμεσα στα φύλλα, τα τζιτζίκια και τον αέρα του ελαιώνα, καταλαβαίνεις πως η προσπάθεια να αποτυπώσεις κάτι τόσο άυλο δεν είναι καθόλου παράλογη.

Κατερίνα Νάκου, «Ελαία, 2026» @Christina Kalligianni
Η Κατερίνα Νάκου κοιτάζει την ελιά μέσα από τους μηχανισμούς που κάνουν ένα οικοσύστημα να υπάρχει. Την ενδιαφέρουν οι δυνάμεις που συνυπάρχουν, αλληλεπιδρούν και εξαρτώνται η μία από την άλλη ώστε το φυσικό τοπίο να μπορεί να διατηρηθεί. Και επειδή η ίδια είναι ιδιαίτερα τεχνική καλλιτέχνιδα, αναζητά μια τεχνική που να μπορεί να μεταφέρει αυτή την ιδέα στο ίδιο το υλικό. Καταλήγει στη samitum, μια τεχνική που συνδέεται με την ελληνική λέξη «εξάμιτον» και την ιστορία των σύνθετων υφαντικών δομών. Έρχεται, καταγράφει το δέντρο μέσα από μια φωτογραφία, αποδομεί την εικόνα και την αναδομεί μέσω της ύφανσης. Και ύστερα το έργο επιστρέφει στο περιβάλλον, σαν μια επέκταση της ελιάς. Όταν πέφτει πάνω του ο ήλιος, τα μεταλλικά νήματα γυαλίζουν. Για λίγο, δεν είσαι σίγουρος πού τελειώνει το έργο και πού αρχίζει το δέντρο.

Φοίβη Γιαννίση, «Τέμενος, 2026» @Christina Kalligianni
Η Φοίβη Γιαννίση, τέλος, ξεκινά από μια διαφορετική παραδοχή: ο χώρος είναι ήδη ιερός. Δεν χρειάζεται η τέχνη να τον μετατρέψει σε κάτι άλλο. Το έργο της λειτουργεί περισσότερο ως μια οριοθέτηση, ένας τρόπος να αναγνωριστεί κάτι που υπήρχε εκεί πριν από την ίδια. Ένα έργο ηχητικό, που σε καλεί να αισθανθείς περισσότερο από το να κοιτάξεις. «Όπως κάθε Τέμενος τέμνεται από το υπόλοιπο έδαφος και είναι ιερό, έτσι και ένας αρχαίος ελαιώνας, ή ένα κομμάτι του, αυτό που στο συγκεκριμένο έργο περισχοινίζεται με κόκκινο νήμα.» μου λέει χαρακτηριστικά.
Η Φοίβη εδώ, κοιτάει τον ελαιώνα σαν ένα μέρος ιερό και τις ελιές σαν τις απόδειξης αυτή τις ιερότητας που βανδαλίζουν στο διάβα μας , και κάπου εκεί κρύβεται ένα μήνυμα τρομερά αναγκαίο.
«Στην πρόσφατη γενοκτονία που ακόμα συνεχίζεται, η καταστροφή των ελιών διαβάζεται ως βανδαλισμός και πράξη ακραίας βίας και καταστροφής παρόμοια με τη βία του φόνου των παιδιών. Όπως οι φόνοι παιδιών στοχεύουν στην ολοκληρωτική εξολόθρευση των Παλαιστινίων, έτσι και η καταστροφή των ελαιοδέντρων αφαιρεί από τον πληθυσμό ένα εντελώς βασικό μέρος της διατροφής του, ένα μέρος της ιστορίας του, αλλά μαζί και ένα πολιτισμικό του σύμβολο.»
Όσο περισσότερο περπατάς στις Καμπόνες, τόσο περισσότερο καταλαβαίνεις ότι η έκθεση δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει αλλού με τον ίδιο τρόπο. Οι ελιές δεν είναι απλώς το φυσικό φόντο των έργων. Έχουν πληροφορία αιώνων και, ταυτόχρονα, παραμένουν ζωντανές. Καλλιεργούνται ακόμη. Παράγουν ακόμη λάδι. Συνεχίζουν να αλλάζουν, να μεγαλώνουν, να δέχονται πάνω τους τον αέρα, τη βροχή και το φως. Υπάρχει και ένας ήχος σε αυτόν τον τόπο. Τα φύλλα, τα τζιτζίκια, ο αέρας. Μια μουσική που δεν έχει συνθέσει κανείς και όμως γίνεται μέρος της έκθεσης.
Ίσως γι’ αυτό η λέξη «συνυφάνσεις» στον τίτλο να αποκτά τελικά κυριολεκτική σημασία. Δεν υφαίνονται μόνο τα νήματα των έργων. Υφαίνονται οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, στα δέντρα, στις τεχνικές, στη μνήμη και στον ίδιο τον τόπο. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι μια έκθεση χωρίς τις ελιές δεν θα υπήρχε. Όχι επειδή εκεί πάνω κρέμονται ή εκεί δίπλα τοποθετούνται τα έργα. Αλλά επειδή οι ελιές είναι αυτές που υπαγόρευσαν, σε μεγάλο βαθμό, τον τρόπο με τον οποίο τα έργα θα μπορούσαν να υπάρξουν.

Στιγμιότυπο από την ημέρα των εγκαινίων της έκθεσης @Christina Kalligianni
Στα εγκαίνια της έκθεσης, μια γυναίκα από γειτονικό κτήμα πλησίασε τη Μαρία Πολυκρέτη και της μίλησε για τα χρόνια που οι οικογένειές τους συναντιούνταν πριν από το μάζεμα της ελιάς. Της θύμισε μια αγωνία που μοιράζονταν τότε οι παππούδες τους: «Τι θα απογίνουν αυτά τα κτήματα όταν εμείς φύγουμε;».
Η ερώτηση έφερε στη Μαρία τη μνήμη της γιαγιάς της, η οποία εξέφραζε συχνά την ίδια ανησυχία. Οι άνθρωποι εκείνης της γενιάς είχαν συνδέσει τη ζωή τους με αυτή τη γη. Κι αυτό που τους απασχολούσε, τελικά, δεν ήταν μόνο ποιος θα την κληρονομήσει. Ήταν αν θα υπάρξει κάποιος που θα συνεχίσει να νοιάζεται γι’ αυτήν. Γιατί η φροντίδα δεν είναι απαραίτητα να διατηρείς έναν τόπο ακριβώς όπως τον βρήκες. Μπορεί να είναι και να βρίσκεις έναν καινούργιο τρόπο να τον κρατήσεις ζωντανό.
Για τη Μαρία, αυτός ο τρόπος είναι σήμερα η τέχνη. Οι άνθρωποι που συναντιούνται στις Καμπόνες. Οι καλλιτέχνιδες που ήρθαν, παρατήρησαν, αμφισβήτησαν, δημιούργησαν και τελικά άφησαν κάτι από τον εαυτό τους μέσα στον ελαιώνα. Πέντε γυναίκες κατοίκησαν προσωρινά τις Καμπόνες. Και αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της λέξης «κατοικώ»: δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μένεις κάπου για πάντα. Μπορεί να σημαίνει ότι, για όσο βρίσκεσαι εκεί, φροντίζεις τη σχέση σου με τον τόπο. Όταν φεύγεις, εκείνος συνεχίζει να υπάρχει. Τα δέντρα συνεχίζουν να μεγαλώνουν. Ο αέρας συνεχίζει να περνά ανάμεσα στα φύλλα. Και κάποιος άλλος, κάποια άλλη στιγμή, θα επιστρέψει για να κατοικήσει ξανά αυτόν τον τόπο με τον δικό του τρόπο.
«Nurturing Mechanisms: Συνυφάνσεις στις Καμπόνες»
5 – 19 Σεπτεμβρίου 2026
Ιστορικός Ελαιώνας Καμπόνες, Νάξος
Συμμετέχουν:
Φοίβη Γιαννίση
Ειρήνη Γκόνου
Σεβαστιάνα Κωνστάκη
Μαριάντρη
Κατερίνα Νάκου
Σύλληψη και πρωτοβουλία έκθεσης: Μαρία Πολυκρέτη
Επιμέλεια έκθεσης: Σεβαστιάνα Κωνστάκη
Διοργάνωση: Πολυκρίτη Νάξος
Με την ευγενική υποστήριξη του ΕΟΤ