Hot or Not #231: Όλα όσα μάς άρεσαν (ή μάς χάλασαν) αυτή την εβδομάδα
Προσθήκη ως αγαπημένη πηγήΑυτή η εβδομάδα έφτασε στο τέλος της κι εμείς είμαστε πάλι εδώ, να μοιραστούμε μαζί σας όλα όσα μας τράβηξαν το ενδιαφέρον όλη αυτή την εβδομάδα.
Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην GoogleΣτο τέλος κάθε εβδομάδας, η ομάδα του Monopoli μοιράζεται μαζί σας όλα όσα συζητά στο γραφείο ή στον “έξω” κόσμο, με φίλους, παρέες, συνεργάτες και γνωστούς. Συγκεντρώνουμε, δηλαδή, όλα όσα μας τράβηξαν την προσοχή (θετικά ή αρνητικά) αυτή την εβδομάδα, όσα ξεχωρίσαμε στην επικαιρότητα, την πόλη και τον πολιτισμό.
(-) Με φόντο τη φωτιά…Την περασμένη εβδομάδα συνειδητοποίησα –για ακόμη μία φορά, δυστυχώς– ότι το πιο τρομακτικό στις φωτιές που αντιμετωπίζουμε κάθε καλοκαίρι δεν είναι μόνο η εικόνα που αφήνουν πίσω τους: τα καμένα δάση, τα ζώα που χάνονται, οι περιουσίες των ανθρώπων που μετατρέπονται σε άδεια κουφάρια. Το πιο τρομακτικό είναι ότι αυτό αρχίζει να μάς φαίνεται, πια, κανονικότητα.
Λίγες μέρες πριν ξεκίνησα για το πατρικό μου και, όσο οδηγούσα, έβλεπα απέναντι τη φωτιά να καταπίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα το βουνό. Η καρδιά μου σφίχτηκε στιγμιαία. Έκλεισα τα παράθυρα, συνέχισα τη διαδρομή μου και, όταν οι κόκκινες γλώσσες χάθηκαν πίσω μου, άνοιξα το κλιματιστικό, δυνάμωσα λίγο τη μουσική και έφτασα στον προορισμό μου σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι κάτι μέσα μας έχει αλλάξει.
Ακόμη θυμάμαι τις φονικές πυρκαγιές στην Ηλεία τον Αύγουστο του 2007. Ήμουν τότε 13 χρονών και εκείνες οι εικόνες με είχαν σημαδέψει για πολύ καιρό. Τότε μια μεγάλη φωτιά έμοιαζε να σταματά τον χρόνο. Σήμερα μοιάζει να χωρά μέσα στο καθημερινό μας πρόγραμμα. Ανανεώνουμε τις εφαρμογές για να δούμε πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή το μέτωπο, διαβάζουμε τις έκτακτες ειδήσεις, στέλνουμε ένα μήνυμα στους δικούς μας και ύστερα συνεχίζουμε ό,τι κάναμε. Όχι επειδή δεν μάς νοιάζει, αλλά επειδή οι φωτιές έχουν γίνει πλέον η σταθερά κάθε ελληνικού καλοκαιριού.
Αρνούμαι όμως, να συνηθίσω αυτή την εικόνα. Δεν θέλω να θεωρώ φυσιολογικό ότι μια διαδρομή προς έναν καλοκαιρινό προορισμό μπορεί να γίνεται με φόντο τη φωτιά ή ότι κάθε Αύγουστο θα τον περνάμε να αναρωτιόμαστε ποια περιοχή θα καεί φέτος. Και αυτό είναι που με φοβίζει περισσότερο – όχι μόνο ότι οι πυρκαγιές επιστρέφουν κάθε χρόνο, αλλά ότι κινδυνεύουμε να πάψουμε να εκπλησσόμαστε όταν τις βλέπουμε…
Ευδοκία Βαζούκη
Τον Απρίλιο του 1939, μόλις έχει τελειώσει ο Ισπανικός Εμφύλιος, ανακηρύσσοντας… νικητή τον πραξικοπηματία στρατιωτικό Φράνκο. Η χώρα είναι (και θα είναι για πολλά χρόνια ακόμα) διχασμένη – όμως για ένα βράδυ, θιασώτες της δικτατορίας και κομμουνιστές πρέπει να συνεργαστούν: ο Φράνκο απαιτεί να διοργανώσει ένα πολυτελές γεύμα για τα πρωτοπαλίκαρα του Στρατού του, αλλά όλοι όσοι θα μπορούσαν να το φέρουν σε πέρας (καθώς ανήκουν όλοι στην εργατική τάξη) είναι υπό κράτηση και πιθανότατα προς εκτέλεση. Ο μετριοπαθής Λοχαγός Μεδίνα εκτελώντας άνωθεν εντολές πρέπει σε λίγες ώρες να μετατρέψει το πρώην Hotel Palace της πόλης και νυν νοσοκομείο, σε αίθουσα δεξιώσεων για φαγητό και χορό. Και τα καταφέρνει χάρη στη βοήθεια του παλιού διευθυντή του ξενοδοχείου, Χενάρο Παλαθόν.
Αυτό το βράδυ συμπυκνώνει, με λεπτή αλλά σαφή πολιτική σάτιρα και δραματικές πινελιές, το φασιστικό μοντέλο που καταδίκασε την Ισπανία για 40 και πλέον χρόνια σε πλήρη ανελευθερία, αυταρχισμό, ανελέητη βία, προδοσία και φόβο. Η ταινία του Μανουέλ Γκόμεζ Περέϊρα ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στις δυνάμεις του σοβαρού και του αστείου, αφήνοντας μια υπόνοια για την επικίνδυνη κατάσταση που διανύουμε σήμερα: πως όπου κι αν καταφέρει να αποδράσει κανείς, η απολυταρχία καραδοκεί.
Με ένα ωραίο καστ, στο οποίο ξεχωρίζουν, δίχως πολλή προσπάθεια, ο Μάριο Καζάς και ο Αλμπέρτο Σαν Χουάν. Μια απολαυστική βραδιά σε θερινό, που στη δική μου περίπτωση ήταν το «Κάρμεν» στους Αμπελόκηπους.
Στέλλα Χαραμή
Την εβδομάδα που μάς πέρασε παρακολούθησα στο Ertflix την ταινία της Μαρίας Πλυτά το «Κορίτσι της Γειτονιάς». Η Σμαρούλα Γιούλη υποδύεται την Πίτσα, μια νεαρή κοπέλα, μεγαλωμένη σε μια φτωχογειτονιά της Πλάκας, που ονειρεύεται μια διαφορετική ζωή, έξω από τα στενά όρια της γειτονιάς της και ενός προδιαγεγραμμένου μέλλοντος στο πλευρό του αρραβωνιαστικού της Σπύρου (Γιώργος Φούντας).
Έχει αρκετό ενδιαφέρον να βλέπεις ελληνική ταινία εκείνης της περιόδου να παρουσιάζει έναν πιο χειραφετημένο γυναικείο χαρακτήρα που δεν μένει απαθής, αλλά αναλαμβάνει δράση, διεκδικώντας το δικαίωμα στην ελεύθερη επιλογή. Και, μάλιστα, μέσα από τη ματιά μιας γυναίκας σκηνοθέτριας που καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας δίνει περισσότερο χώρο στο γυναικείο βλέμμα (σπάνιο για τον τότε ελληνικό κινηματογράφο) το οποίο επικρατεί του ανδρικού -είτε φοβικού είτε αρπακτικού- βλέμματος.
Κάπου ανάμεσα, λοιπόν, στις εικόνες μιας λαϊκής γειτονιάς της Αθήνας (εμφανής η επιρροή της Αθηναϊκής Σχολής) με τη φτώχεια, τα χαμόσπιτα, τα γεράνια, τους πλανόδιους πωλητές και της μοντέρνας πόλης με τις μεγάλες λεωφόρους, τα αυτοκίνητα, τα επιβλητικά κτίρια και τις πολυτελείς βιτρίνες, κάπου ανάμεσα στην εξιδανικευμένη, ως αγνή και τίμια, φτωχική ζωή και τις απατηλές σαγηνευτικές υποσχέσεις της επικίνδυνης «πολιτείας», βρίσκονται τα όνειρα μιας κοπέλας που τόλμησε να επιθυμήσει κάτι παραπάνω. Σε εποχές που οι δρόμοι που ανοίγονταν στις γυναίκες ήταν εξαιρετικά περιορισμένοι, περνάγανε μέσα από την έγκριση του κοινωνικού περίγυρου, ενώ η τιμιότητα ήταν μια αξία που τις υπερέβαινε ως αυθύπαρκτες προσωπικότητες. Και όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις κάποιοι θέλησαν να της γυρίσουν τιμωρητικά την πλάτη και κάποιοι να την εκμεταλλευτούν. Για μένα το τέλος της ταινίας ήταν εξαιρετικά αμφίθυμο, ναι μεν η Πίτσα γλίτωσε από τους επιτήδειους που την είχαν μπλέξει, ωστόσο γυρνούσε στο προβλέψιμο, ασφαλές μέλλον της γειτονιάς και του αρραβωνιαστικού. Και κάπως έτσι η τάξη της πατριαρχίας αποκαθιστόταν.
Αριστούλα Ζαχαρίου
Η εβδομάδα που μας πέρασε μόνο ευχάριστη δεν ήταν – για πολλούς λόγους. Άλλο ένα καλοκαίρι έφτασε, άλλη μια φορά βλέπουμε τα φυσικά μας τοπία να γίνονται στάχτη, συνανθρώπους μας και ζώα να εκτοπιζονται από το σπίτι τους, σπίτια (και ανθρώπους) να καιγονται… Ζούμε τον μύθο μας στην Ελλάδα, λοιπόν, και καμιά φορά είναι δύσκολο να βγάλεις την ημέρα, μεσα σε αυτό το ζοφερό τοπίο, που πολύ εύστοχα περιγράφει και η συνάδελφος, παραπάνω. Μια μεγάλη παρηγοριά για εμένα, αυτές τις μέρες παραμένει η μουσική. Για πέντε λεπτά έχω την “πολυτέλεια” να βάλω ακουστικά, να κλείσω τα μάτια και να παρω μια ανάσα, ακούγοντας μουσική που με ηρεμεί. Αυτή την εβδομάδα, την ανάγκη να ταξιδέψω για λίγο νοητά, εκπλήρωσε η απόλυτα γλυκιά φωνή της Χρυσηίδας Γκαγκούτη, που τραγουδά “Πες μου πού πουλάν καρδιές”. Χαλαρωτικό, γλυκό, καλοκαιρινό, το ολοκαίνουριο τραγούδι της Χρυσηίδας, σε μουσική και στίχους του Nerom έχει την μαγική ιδιότητα να σε ταξιδεύει στο safe place σου, από την πρώτη νότα.
Τατιάνα Γεωργακοπούλου
Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην Google