Αντιμέτωπη με τον ένα καύσωνα μετά τον άλλο βρέθηκε αυτό το καλοκαίρι η βρετανική πρωτεύουσα, γνωρίζοντας θερμοκρασίες τις οποίες δεν ήταν έτοιμη να διαχειριστεί. Οι πραγματικά καλοκαιρινές αυτές συνθήκες υπήρξαν μια ευχάριστη (όσο το θερμόμετρο παρέμενε κάτω από τους 35 βαθμούς, ασφαλώς) ευκαιρία για περιδιάβαση στους δρόμους της πόλης, που δεν μας επιφύλασσε κανένα από τα περί καιρού στερεότυπα που ανέκαθεν συνδέονταν με το Λονδίνο: ούτε μια σταγόνα βροχής, ούτε καν ένα γκρίζο σύννεφο, μονάχα ήλιος λαμπρός, ενίοτε καυτός.
Όταν μάλιστα γινόταν ενοχλητικά καυτός, τη θέση τους στο πρόγραμμά μας έπαιρναν οι μεγάλοι εκθεσιακοί χώροι, που συνήθως διαθέτουν κλιματισμό, προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να απολαύσουμε το έργο μερικών σημαντικών εικαστικών: από τη Φρίντα Κάλο ή την Τρέισι Έμιν έως τον πρόσφατα θανόντα Ντέιβιντ Χόκνεϊ ή τον Ανίς Καπούρ.
Βέβαια, εκθεσιακά, το Λονδίνο ζει τον πυρετό της επερχόμενης έκθεσης της ταπισερί της Μπαγιέ («The Bayeux Tapestry»), που θα εγκαινιαστεί στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 στο Βρετανικό Μουσείο, τα εισιτήρια για την οποία, έως το τέλος του έτους τουλάχιστον, εξαντλήθηκαν μέσα σε μία μόλις ημέρα! Πρόκειται για μια ταπισερί μήκους 70 μέτρων, που απεικονίζει γεγονότα που οδήγησαν στη μάχη του Χέιστινγκς και τη νορμανδική κατάκτηση του 1066, προσφέροντας μια εικόνα της ζωής στην Αγγλία του 11ου αιώνα.
Η ταπισερί, που κατασκευάστηκε στην Αγγλία από ντόπιους ταπητουργούς, φυλάσσεται στην ομώνυμη πόλη της Νορμανδίας και κατά τα προηγούμενα χίλια χρόνια ουδέποτε είχε μεταφερθεί εκτός Γαλλίας. Η «επιστροφή» της στην Αγγλία υπήρξε αποτέλεσμα εξαντλητικών και πολύχρονων διαπραγματεύσεων με τη γαλλική κυβέρνηση – μεταξύ άλλων και για τις συνθήκες έκθεσής της στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων Sainsbury, η οποία διαθέτει κλιματισμό, σε αντίθεση με τις αίθουσες των μονίμων συλλογών, η περιδιάβαση στις οποίες αποδείχθηκε μαρτυρική: Η ζέστη δημιουργούσε συνθήκες θερμοκηπίου, ιδιαίτερα στην πρόσφατα ανακαινισμένη Βιβλιοθήκη με την περίφημη γυάλινη οροφή, έναν χώρο στον οποίο εργάστηκαν συγγραφείς όπως ο Δαρβίνος, ο Καρλ Μαρξ ή η Βιρτζίνια Γουλφ…

London, David Hockney, “A Year in Normandie and Some Other Thoughts about Painting”
Με την ταπισερί της Μπαγιέ συνομιλεί το έργο «Ένας χρόνος στη Νορμανδία», του σπουδαίου βρετανού εικαστικού Ντέιβιντ Χόκνεϊ, που πέθανε τον Ιούνιο, σε ηλικία 90 ετών. Πρόκειται για μια πανοραμική ζωφόρο που αποτυπώνει την αλλαγή των εποχών στη νορμανδική ύπαιθρο, όπου ο καλλιτέχνης διατηρούσε το στούντιο του, κατά τη διάρκεια ενός έτους.
Η ζωφόρος καταλαμβάνει ολόκληρη την εσωτερική περίμετρο της Serpentine Gallery North, στους Κήπους του Κένσινγκτον· με τίτλο «A Year in Normandie and Some Other Thoughts about Painting», αποτελεί την τελευταία έκθεση έργων του που επιμελήθηκε ο ίδιος ο καλλιτέχνης, που έφυγε από τη ζωή τρεις μήνες μετά τα εγκαίνιά της. Το έργο φιλοτεχνήθηκε το 2020, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας –γι’ αυτό, άλλωστε, δεν αποτυπώνεται σε αυτό καμία ανθρώπινη μορφή– «εκ του φυσικού», με τον τρόπο των ιμπρεσιονιστών ζωγράφων, μόνο που ο Χόκνεϊ, αντί για καμβά και πινέλα, χρησιμοποίησε ένα iPad και ψηφιακά εργαλεία.

London, David Hockney, “A Year in Normandie and Some Other Thoughts about Painting”
Παράλληλα, στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας της Serpentine, εκτίθενται δέκα ακόμη πίνακες, που ο Χόκνεϊ φιλοτέχνησε στα τέλη του 2025 ειδικά για την έκθεση, και παρουσιάζονται υπό τον συμπληρωματικό τίτλο «μερικές ακόμη σκέψεις για τη ζωγραφική». Πρόκειται για πέντε πορτρέτα φίλων και οικείων του καλλιτέχνη και πέντε νεκρές φύσεις, με κοινό στοιχείο τη μετωπική προοπτική και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο ενός καρό τραπεζομάντηλου.

Tracey Emin, “i followed you to the end” (2024)
Τρεις γυναίκες, τρεις σύγχρονες εικαστικοί, βρίσκονται στον πυρήνα του εκθεσιακού προγράμματος της λονδρέζικης Tate Modern αυτό το καλοκαίρι. Τρεις δημιουργοί που θέτουν στο επίκεντρο του έργου τους το γυναικείο σώμα, το δικό τους σώμα, πάσχων και ερωτικό ταυτόχρονα, όχι μονάχα ως θέμα αλλά κάποτε και ως εργαλείο της τέχνης τους.
Η Φρίντα Κάλο αποτελεί την αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια της περιοδικής έκθεσης που συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτ(ρι)ών, «Frida: The Making of an Icon». Μέσα από 30 πίνακες και σχέδια, αλλά και φωτογραφίες, κοσμήματα και φορεσιές της μεξικανής ζωγράφου, καθώς και πάνω από 200 έργα άλλων καλλιτεχνών, συνοδοιπόρων στη δημιουργική της πορεία, αλλά και σύγχρονων καλλιτεχνών πέρα από τα μεξικανικά σύνορα, η έκθεση διερευνά τον αγώνα της Φρίντα τόσο με το τραυματισμένο σώμα της όσο και με τα εκφραστικά της μέσα, προκειμένου να ξεφύγει από τη βαριά σκιά του συζύγου της, του διάσημου ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα, και να κερδίσει την καλλιτεχνική αυτονομία της, παραμένοντας πιστή στον έρωτά της γι’ αυτόν αλλά και στην κοινή τους πολιτική στράτευση στο όραμα της ανθρώπινης χειραφέτησης.

Friday Kahlo
Παράλληλα, η έκθεση εξετάζει, σε βαθμό υπερβολικό, θα μπορούσαμε να πούμε, όχι μονάχα την επίδραση που δέχτηκε και άσκησε από τους συγχρόνους της και από το μεσοπολεμικό κίνημα του «μεξικανισμού», αλλά και την πρόσληψη της ίδιας και του έργου της από τους μεταπολεμικούς καλλιτέχνες και, ευρύτερα, από την popκουλτούρα, που οδήγησε σε μια έντονα εμπορευματοποιημένη «Fridamania». Κάτω από τη «λάμψη» της οποίας, στη συγκεκριμένη έκθεση, φαίνεται πως χάνεται η ίδια η Φρίντα Κάλο και το έργο της…
Σε μια από τις σημαντικότερες καλλιτέχνιδες της δεκαετίας του 1990, την τουρκοκυπριακής καταγωγής βρετανίδα Τρέισι Έμιν, είναι αφιερωμένη η μεγάλη αναδρομική με τίτλο «Tracey Emin: A Second Life», που ολοκληρώνεται στο τέλος Αυγούστου. Η Έμιν έγινε διάσημη μέσα από πρωτοποριακά όσο και προκλητικά έργα, όπως το υποψήφιο για το βραβείο Τέρνερ «My Bed» (1998), που πυροδότησε έντονη κριτική και δημόσια αντιπαράθεση. Παρουσιάζοντας σε μια αίθουσα τέχνης το άστρωτο κρεβάτι της, περιτριγυρισμένο από κάθε είδους αντικείμενο που χρησιμοποιούσε, η Έμιν oδηγούσε τη συζήτηση σχετικά με το τι θα μπορούσε να είναι τέχνη στα όριά της.

Tracey Ermin, “My Bed” (1998)
Η έκθεση στην Tate Modern παρουσιάζει σε όλο της το εύρος την εξομολογητική αυτοβιογραφική της προσέγγιση, την οποία η Έμιν ακολούθησε χρησιμοποιώντας κάθε είδους μέσο: τη ζωγραφική, το βίντεο, τα υφάσματα, τα νέον, τη γραφή, τη γλυπτική, τις εγκαταστάσεις. Στο επίκεντρο όλων αυτών, το γυναικείο σώμα, το σώμα που επιθυμεί, ερωτεύεται, πάσχει, θεραπεύεται… Αδιαφορώντας για τους διαχωρισμούς δημόσιου και ιδιωτικού, η Έμιν μιλά μέσα από το έργο της για θέματα τόσο λεπτά όπως η εμπειρία της έκτρωσης –την οποία τεκμηριώνει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια σε μια σειρά φωτογραφιών πολαρόιντ– ή το πένθος για τον θάνατο της μάνας της («I was too youngto be carrying your Ashes», 2017-2018), αλλά και η δική της πάλη με τον καρκίνο («I watched myself die andcome alive», 2023).

Tracey Emin, “Not Fuckable) (2024)
Παρουσιάζοντας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς της, αλλά και ικανοποιητικό αριθμό από πρόσφατα έργα της, καθώς και έργα που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ πριν, η έκθεση τιμά τα 40 χρόνια της πρωτοποριακής πρακτικής της Έμιν, καθώς και το πάθος με το οποίο διοχετεύει τη ζωή της στην τέχνη της.
Σε μια από τις σημαντικότερες καλλιτέχνιδες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, στην αμερικανίδα, κουβανικής καταγωγής, Ana Mendieta (1948-1985), είναι αφιερωμένη η τρίτη μεγάλη περιοδική έκθεση της Tate Modern.

Ana Mendieta
Μοναδική ανάμεσα στους καλλιτέχνες της land art των δεκαετιών του 1960 και του 1970, η Μεντιέτα χρησιμοποιεί τα πρωταρχικά υλικά της φυσικής ζωής, φτερά, άμμο, αίμα, βράχο και νερό, προκειμένου να συνομιλήσει με την τέχνη των σπηλαίων και των ειδωλίων της Μητέρας Γης. Εξαφανίζοντας τον εαυτό της μέσα στη φύση, η καλλιτέχνιδα εξερευνά την παρουσία και την απουσία του γυναικείου σώματος, αναπαράγοντας με τρόπο εφήμερο το περίγραμμα του στη λάσπη, την άμμο ή τη φωτιά.
Θέτοντας το σώμα της στο επίκεντρο, όπως και οι Κάλο και Έμιν, η Μεντιέτα αναμετριέται με την έννοια της εξορίας και της ταυτότητας: Διέφυγε από την Κούβα σε ηλικία δώδεκα ετών και κατέληξε σε ανάδοχη οικογένεια στην Αϊόβα, κάτι που της δημιούργησε την αίσθηση της βίαιης αποκοπής από την πατρίδα και την οικογένεια της.

Ana Mendieta, “Untitled.Silueta Series” (1978)
Τα εφήμερα έργα της σειράς «Silueta», που τεκμηριώνονται από φωτογραφίες και βίντεο, συμπληρώνονται από πρώιμους πίνακες ζωγραφικής και όψιμα γλυπτά, φωτογραφικό υλικό και ψηφιακά ανανεωμένες βιντεοταινίες, προφέροντας μια ολοκληρωμένη ματιά στο πολύπλευρο έργο της.
Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την πρώτη μεγάλη έκθεση έργων του στη Βρετανία, το 1998, ο διάσημος ινδικής καταγωγής γλύπτης Ανίς Καπούρ επιστρέφει στον ίδιο χώρο, τη Hayward Gallery, στη λονδρέζικη SouthBank, γεμίζοντας ασφυκτικά ολόκληρο το τριώροφο κτίριο της γκαλερί με γλυπτά που καθηλώνουν τον επισκέπτη: Με το κόκκινο να κυριαρχεί σε όλες τις αποχρώσεις του, είτε στη σφαίρα που πιέζει, θαρρείς, τους τοίχους της αίθουσας, έτοιμη να τους διαρρήξει, είτε στο έργο «Ha Makom», που παραπέμπει στους βραχώδεις σχηματισμούς του αυστραλιανού Ουλουρού, ενός μονόλιθου από ψαμμίτη, είτε στο αίμα, τα έντερα και τα άλλα εσωτερικά όργανα του ανθρώπινου σώματος.

London, Anish Kapoor
Το κόκκινο χρώμα συχνά παραπέμπει σε τελετουργικές χρήσεις και, για τον Καπούρ, συνδέεται με «ένα σκοτεινό εσωτερικό κόσμο». Πράγματι, η έννοια της τελετουργικής θυσίας, που παραπέμπει σε σκοτεινές πτυχές του συλλογικού μας βίου και σε αισθήματα όπως ο φόβος ή η απέχθεια, είναι παρούσα σε μεγάλο μέρος των έργων της έκθεσης.

London, Anish Kapoor
Μέσα από τα έργα που παρουσιάζει στην έκθεσή του, ο Ανίς Καπούρ διερευνά τις αντιλήψεις μας σχετικά με τη φύση του χώρου, για την παρουσία και το κενό, για τα χωρικά και σωματικά όρια, για το εσωτερικό και το εξωτερικό, για το τι υποχωρεί και τι προεξέχει. Δημιουργεί μνημειώδη γλυπτά που φαίνεται να αψηφούν τη βαρύτητα και μεταμορφώνει τον συμπαγή χάλυβα σε μορφές που φαίνονται απολύτως ρευστές. Καλεί τον επισκέπτη να περιηγηθεί σε χώρους μεταιχμιακούς, που συνδέουν διαφορετικές υπαρξιακές καταστάσεις· τον καλεί όχι απλώς να κοιτάξει τα έργα του αλλά να τα βιώσει και να αφεθεί να τον διακατέχουν.