Πριν το τέλος της Αττικής οδού, στο ύψος της Ελευσίνας, ο ουρανός χανόταν. Τα σύννεφα καπνού υψώνονταν πιο ψηλά από τα Καναντέρ που απογειώνονταν από τη βάση τους. Λίγο πιο κάτω, ο ήλιος θα κρυβόταν οριστικά πίσω τους. Από τον Ασπρόπυργο και μέχρι το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, για τα επόμενα 120 χιλιόμετρα της διαδρομής δηλαδή, έμοιαζε σαν να είχαμε μπει σε μια πνιγηρή καφέ πάχνη που στένευε ασφυκτικά τον ορίζοντα. Η αναρώτηση «που πάμε;» τέθηκε πολλές φορές μεταξύ μας. Τα αυτοκίνητα έμοιαζαν, όχι να διασχίζουν, αλλά να τέμνουν τον καπνό.
Ο ορισμός της αποπνικτικής ατμόσφαιρας ήταν απολύτως ακριβής και, καθώς πλησίαζες τις μονάδες διυλιστηρίων, η δυστοπία είχε ένα ολόδικο της πλάνο. Φτάνοντας, στις στροφές της Επιδαύρου, το ειδυλλιακό πράσινο του πευκοδάσους ενωνόταν με το γκρίζο, εικόνα που έχω δει μόνο σε συνθήκες συμπαγούς ομίχλης σε πολύ μεγάλα υψόμετρα.
Λίγα μέτρα πριν το πάρκινγκ του αρχαίου θεάτρου, ώρα 19.30, τα νέα έφταναν μαζί μας: η παράσταση των «Τρωάδων» του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου κυρωνόταν με απόφαση της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής.

Πλάνο από τις “Τρωάδες” με τη Λυδία Φωτοπούλου στο ρόλο της Εκάβης. @Karol Jarek
Κατεβήκαμε έως το box office, όπως και δεκάδες άλλοι υποψήφιοι θεατές των «Τρωάδων» που ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την ακύρωση ή να τους επιστραφούν τα χρήματα της αγοράς εισιτηρίων. Ποτέ ξανά δεν έχω δει τόσο πένθιμη την αλέα της Επιδαύρου: η συνήθης διάθεση της θεατρικής γιορτής και της προσδοκίας για την αργολική τελετουργία είχε εξαφανιστεί. Οι άνθρωποι του Εθνικού, από όλα τα πόστα, ήταν αποκαμωμένοι. Ο κόπος μιας χρονιάς για τη διοργάνωση της πρώτης καθολικά προσβάσιμης παράστασης σε άτομα με κάθε μορφής αναπηρία, χανόταν. Τα πούλμαν που είχαν ειδικά μισθωθεί για τη μεταφορά θεατών με αναπηρία γύριζαν πίσω στην Αθήνα, όπως και η συντριπτική πλειονότητα των θεατών. Τα μαλλιά μας έραιναν λεπτές νιφάδες στάχτης, οι ανάσες ήταν δυσάρεστες και το ηλιοβασίλεμα είχε πάρει το χρώμα της φωτιάς. Δύο εστίες φωτιάς καταγράφονταν, από νωρίς το απόγευμα, στην περιοχή της Αργολίδας, αλλά η μεγάλη καταστροφή συντελούνταν – για μια ακόμα φορά, τα τελευταία χρόνια – στα δάση του Ποικίλου Όρους και της ευρύτερης περιοχής της Βοιωτίας.
Οι περισσότεροι αναρωτιόμασταν γιατί οι αποφάσεις των αρμοδίων σωμάτων ασφαλείας δεν είχαν βγει νωρίτερα, αφού η εικόνα που καταγραφόταν και από το ερασιτεχνικό μάτι ήταν τελείως αποκαρδιωτική. Φυσικά, οι μόνοι που θα είχαν ‘σωθεί’ από την ταλαιπωρία θα ήταν οι Αθηναίοι εκδρομείς και θεατές που πήγαν και ήρθαν άκαρποι. Κατά τα άλλα, όλος ο σχεδιασμός, ο κόπος των ηθοποιών, της ομάδας πρωταγωνιστών στην οποία συμμετέχουν και άτομα με αναπηρία από την ομάδα «Εν Δυνάμει» και όλων των εργαζομένων του Εθνικού και του Φεστιβάλ Επιδαύρου, βρισκόταν σε εκκρεμότητα. Μπροστά στην τεράστια οικολογική καταστροφή φυσικά, αυτό έμοιαζε με παράπλευρη απώλεια.

Η χθεσινή αποκαρδιωτική εικόνα από το πάρκινγκ του θεάτρου.
Δεν γράφω αυτό το κείμενο ως χρονογράφημα μιας παράστασης που δεν παίχτηκε – μικρή σημασία έχει η προσωπική εμπειρία άλλωστε, αφού κοινή εικόνα είχαν κι άλλοι περίπου 5.500 θεατές που, παρά τις συνθήκες, θα βρίσκονταν το βράδυ της Παρασκευής στο κοίλον της Επιδαύρου. Αν έχει κάποια αξία αυτό το κείμενο είναι για να περιγράψει την άρρηκτη σχέση του πολιτιστικού προϊόντος (απολογούμαι για τον τεχνοκρατικό όρο) με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Αν η χώρα μας ‘πουλάει’ κάποια τουριστική υπεραξία – μέσα σε όλο το συρφετό της άναρχης και συχνά παράνομης υπερδόμησης, της καταστροφής των φυσικών τοπίων σε όλη τη χώρα, της εξάντλησης των φυσικών πόρων εξαιτίας της μεγάλης επισκεψιμότητας – είναι χάρη σε αυτό το δίπολο του φυσικού και πολιτιστικού πλούτου.
Το ελληνιστικό Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου έχει χτιστεί στην καρδιά μιας πλαγιάς, περιβαλλόμενο από πυκνό δάσος, στην άλλη άκρη του ιερού του Ασκληπιού· αποτελεί, δηλαδή, τον χώρο ενός, άψογα μελετημένου, συστήματος που ταυτίζει τη μνημειακή και ευρύτερα πολιτιστική κληρονομιά με τη φύση. Τα πεύκα πλάι και πίσω από τα διαζώματα είναι οικοσύστημα άγριας ζωής, της οποίας έχουμε γίνει όλοι μάρτυρες: γκιώνηδες, γεράκια, κουκουβάγιες, αλεπούδες και πόσα άλλα αθέατα είδη, των οποίων ο αρχαιολογικός χώρος αποτελεί σπίτι εδώ και αιώνες.

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου.
Το παράδειγμα της Επιδαύρου είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά, αλλά και ανάμεσα στα χιλιάδες των αρχαίων ελληνικών μνημείων ευνοημένων από το γύρω φυσικό περιβάλλον: η χωροταξία των τόπων λατρείας για τους προγόνους μας φανέρωνε μια φιλοσοφική διαλεκτική με τη θάλασσα, τα βουνά, τα δάση, τις πηγές, τις λίμνες, τα ποτάμια. Σήμερα, παρά τον κατακερματισμό του φυσικού περιβάλλοντος, οι μνημειακοί χώροι συνιστούν νησίδες φυσικού περιβάλλοντος. Απαξιώνοντας τη σχέση μας με τη φύση, επιτρέποντας την «αξιοποίηση» και «ανάπτυξη» έως και προστατευόμενων, από διεθνείς συνθήκες, περιοχών – ανάμεσα στα μεγάλα δεινά για την ποιότητα ζωής της καθημερινότητας και την επιβίωση μας ως είδος -υποβαθμίζουμε παράλληλα και δραματικά το μνημειακό μας απόθεμα. Ακόμα και σε αναφορά με το πρόσφατο, κατάπτυστο νομοσχέδιο διαχείρισης της πολιτικής μας κληρονομιάς που υπερψήφισε η Νέα Δημοκρατία και αντιμετωπίζει τα μνημεία με ξεκάθαρη κερδοσκοπική διάθεση, αναρωτιέται κανείς τι θα προωθηθεί προς «ενοικίαση», αν προηγουμένως δεν υπάρξει πολιτική προστασίας των φυσικών κελυφών τους. Κάθε μεγάλη φωτιά ισοδυναμεί με μια ανυπολόγιστη οικολογική καταστροφή και, συνάμα, σηματοδοτεί μια οργανική απειλή για την αρχαία και σύγχρονη πολιτική μας ταυτότητα.
Την ώρα της σιωπηλής αναχώρησης, αργά το απόγευμα της Παρασκευής, μια νεαρή επισκέπτρια στην Επίδαυρο αναρωτήθηκε «γιατί μας διώχνουν αφού το θέατρο είναι πέτρες και οι πέτρες δεν καίγονται». Φοβάμαι πως την ίδια μηδενιστική λογική ακολουθούν και οι πολιτειακοί υπεύθυνοι.