Λένε πως μια καινούργια διοργάνωση στεριώνει ως θεσμός όταν φτάσει την τρίτη της χρονιά. Σε αυτό το χρονικό σημείο συναντάμε το Φεστιβάλ Ακροναυπλίας που, για τρίτο συναπτό καλοκαίρι, αξιοποιεί την εμπειρία του συγγραφέα και σκηνοθέτη Θοδωρή Γκόνη στο πόστο της καλλιτεχνικής του διεύθυνσης. Και δεν είναι μόνο ένας έμπειρος δημιουργός στη σύνθεση και το όραμα ενός φεστιβάλ – θυμίζουμε τη μακρά του θητεία ως καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και του αδερφού Φεστιβάλ Φιλίππων – αλλά είναι κι ένας σπόρος της πόλης, για την οποία οργανώνει ημέρες και νύχτες πολιτισμού.
Το φετινό πρόγραμμαΗ διοργάνωση επιστρέφει με έξι βραδιές, μουσικές και θεατρικές παραστάσεις, εμποτισμένες από την τοπική ιστορία, αυτό που ο Γκόνης ονομάζει «τοπική καλλιέργεια και ματιά». Η φετινή ιστορία του Ναυπλίου έχει για αφηγητές τους Ανεβοκατεβάτες, τους τελευταίους βοσκούς της Αρκαδίας και του Μαινάλου, η βουκολική ζωή των οποίων αποτυπώνεται μέσα σε σκοπούς και τραγούδια. Επίσης, έχει την Αντιγόνη του Σοφοκλή που βιώνει την προσωπική της ιστορία στην Ακροναυπλία – έναν τόπο επίσης σημαδεμένο από εμφύλιους πολέμους, εκτελέσεις και αδερφοκτονίες. Έχει την επανασύνδεση των ποιητών Ανδρέα Εμπειρίκου και Μάτσης Χατζηλαζάρου, σε ένα πρωτότυπο αφήγημα του ερευνητή Χρήστου Δανιήλ με ερμηνευτές τη Χριστίνα Μαξούρη και τον Δημήτρη Παπανικολάου. Έχει μια βραδιά αναβίωσης των συνάξεων των προπολεμικών κανταδόρων του Ναυπλίου, τα γνωστά «αηδόνια του Αναπλιού». Κι έχει και τη Γιώτα Νέγκα σε ένα σταθμό της φετινής περιοδείας της.

Παράσταση στις παρυφές του Παλαμηδίου, του Κάστρου του Ναυπλίου.
Είναι ολοφάνερο πως ο Γκόνης αντλεί από την τοπική ιστορία και παράδοση για να συντάξει κάθε προγραμματισμό του Φεστιβάλ Ακροναυπλίας αφού, όπως λέει, με τη γνώριμη ποιητική του λαλιά, «το Ναύπλιο είναι χειροτονημένο από το Θεό. Η υπογραφή του υπάρχει παντού. Ρωτήστε τους αρχαιολόγους, τους περιπατητές, τους πεζοπόρους, τους ταξιδιώτες, τους περιηγητές, τους αρχαίους και νέους συγγράφεις, τον Άγγελο Τερζάκη, τον Νίκο Καρούζο». Αυτό σημαίνει πως και τα μνημεία, τα ιστορικά κτήρια, οι σημαδεμένοι από γεγονότα τόποι είναι αφετηριακά σημεία για τη γέννηση εκδηλώσεων και παραστάσεων. «Το φετινό μας φεστιβάλ μας θυμίζει εμφατικά πως δραματουργός μας και εισηγητής μας είναι το Ναύπλιον και ο νομός Αργολίδας. Και αυτό είναι ηθελημένο, είναι και η προγραμματική του διακήρυξη: η τοπική καλλιέργεια σε ύψος».
Το φετινό μας φεστιβάλ μας θυμίζει εμφατικά πως δραματουργός μας και εισηγητής μας είναι το Ναύπλιον και ο νομός Αργολίδας. Αυτή είναι η προγραμματική του διακήρυξη: η τοπική καλλιέργεια σε ύψος
Ωραία σημειολογία, αν σκεφτεί κανείς πως η τελευταία του σκηνοθεσία πριν από ένα μήνα στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, είχε τίτλο «Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου»: ένα ταπεινό προϊόν, αλλά άρρηκτα με τον τόπο. Είναι, με λίγα λόγια, αυτές οι ιστορίες που τον κεντρίζουν ως δραματουργό. συγγραφέα και σκηνοθέτη: «οι μικρές και ασήμαντες ιστορίες του κάτω ουρανού, που δεν τις καταδέχεται κανείς και που σου αφήνουν χώρο για να διηγηθείς μια μεγαλύτερη· και έτσι ακόμα και την δική σου ιστορία διηγείσαι – όχι ως εαυτός, αλλά ως άλλος άνθρωπος».

Καλλιτεχνική δράση, υπό το βλέμμα του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Τήνιου γλύπτη Λάζαρου Σώχου, στο ομώνυμο Δημοτικό Πάρκο.
Φέτος, μέσα από μια πρωτοβουλία που εφάρμοσε και πέρυσι, το Φεστιβάλ Ακροναυπλίας θα φτάσει και θα χτίσει επαγγελματικές παραστάσεις για στους κατοίκους του Δήμου που ζουν σε μικρά, απόμακρα χωριά και κωμοπόλεις. «Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι τόποι που, με μεγάλη υπομονή χρόνων, μας περιμένουν. Περιμένουν να πουν την ιστορία τους. Φυσικά και στο Ναύπλιον, εκεί σε όποιο σκαλοπάτι και να σταθείς, όλο και κάτι κρύβεται από κάτω. Όρεξη να ’χεις». Κι έτσι, η φετινή διοργάνωση θα κάνει στάση στην Παραλία Ιρίων (κοντά στην Κάντια), στο Θέατρο της Ακροναυπλίας, στο πάντα γοητευτικό Μπούρτζι, στο Λιοντάρι των Βαυαρών και στην Πλατεία Εθνοσυνέλευσης στον οικισμό της Πρόνοιας.
Και οι θεσμοί στο ΦεστιβάλΣυνάμα, από αυτό το καλοκαίρι, το Φεστιβάλ Ακροναυπλίας ανοίγει διάλογο με πανεπιστημιακούς θεσμούς και ιστορικές σχολές τεχνών, το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του, την Ανώτερη Σχολή Καλών Τεχνών, το Μουσικό Σχολείο Αργολίδας. Ο κ. Γκόνης θεωρεί αυτονόητη αυτή την χειρονομία: «Πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Αργήσαμε κιόλας», λέει αυτοκριτικά. «Αυτό που χαρακτηρίζει ένα πραγματικό φεστιβάλ δεν είναι μόνο να υποδέχεται και να φιλοξενεί παραστάσεις και καλλιτέχνες, είναι η ζωντανή παρουσία της τοπικής κοινωνίας, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, των θεσμών, η ανταλλαγή, η σύμπραξη, η δημιουργία και τελικά μια γέφυρα εκπαίδευσης και πράξης».
Αυτό που χαρακτηρίζει ένα πραγματικό φεστιβάλ δεν είναι μόνο να υποδέχεται και να φιλοξενεί παραστάσεις και καλλιτέχνες, είναι η ζωντανή παρουσία της τοπικής κοινωνίας, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, των θεσμών, η ανταλλαγή, η σύμπραξη, η δημιουργία
Το Ναύπλιο έχει και το προνόμιο να συνιστά μια πόλη με καλλιτεχνική κίνηση και παραγωγή: μια επιπλέον περιοχή προς αξιοποίηση, δηλαδή. «Γίνονται αξιόλογες προσπάθειες και από το Πανεπιστήμιο και από το Φουγάρο και από ερασιτεχνικές ομάδες» παραδέχεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Ακροναυπλίας, «όμως υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα: δεν υπάρχει μια αίθουσα για να υποδεχθεί μια επαγγελματική παράσταση θεάτρου, μουσικής, χορού. Και χωρίς γήπεδο πως μπορεί να υπάρξει σοβαρή συνέχεια; Αυτό είναι το βασικότερο πρόβλημα του Ναυπλίου. Συνεπώς, ό,τι δεν χτίζεται πάνω σε επαγγελματική βάση, δεν έχει μέλλον. Άλλο καλλιτεχνική ενασχόληση και άλλο καλλιτεχνική δημιουργία. Ό,τι δεν γίνεται θεσμός είναι καταδικασμένο. Μόνο η επαγγελματική συνείδηση θεμελιώνει σε σοβαρή βάση το θέατρο» τονίζει, προφανώς καλώντας αρμοδίους να στεγάσουν τον καλλιτεχνικό πληθυσμό της πόλης για να συνεχίσει να μεγαλώνει και να αναπαράγεται.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Ακροναυπλίας προετοιμάζοντας μια ακόμα παράσταση.
Εξάλλου και ο ίδιος ο Θοδωρής Γκόνης είναι θρέμμα του Ναυπλίου. Αν και γεννημένος στην Αλωνίσταινα – ένα ωραίο ορεινό χωριό της Τρίπολης – στο Ναύπλιο μεγάλωσε, πήγε σχολείο, έπιασε την πρώτη του δουλειά για χαρτζιλίκι. Αν του ζητήσεις να συνδέσει την καταγωγική του σχέση με τη σημερινή ενασχόληση για το Φεστιβάλ Ακροναυπλίας θα πει: «Η διαδρομή και άρα η διαγωγή είναι αυτή που χαρακτηρίζει τελικά την καταγωγή. Έφυγα μακριά και μου πήρε πάρα πολλά χρόνια για να καταλάβω τις πραγματικές διαστάσεις του τόπου μου και το ξάφνιασμα μου είναι μεγάλο, καθώς βλέπω τα πραγματικά μεγέθη, τώρα που επιστρέφω. Όπου και αν βρισκόμουν κρεμούσα πάντα στο δωμάτιο μου, με ένα καρφάκι στον τοίχο, τον χάρτη της Πελοποννήσου. Πάντα στα σχέδια μου, στα όνειρά μου, υπήρχε ένας Ισθμός, ένα πέρασμα προς κάπου».
Το Ναύπλιο που αλλάζειΈφυγα μακριά και μου πήρε πάρα πολλά χρόνια για να καταλάβω τις πραγματικές διαστάσεις του τόπου μου και το ξάφνιασμα μου είναι μεγάλο τώρα που επιστρέφω
Φυσικά, ο χρόνος της καλλιτεχνικής του περιπλάνησης ήταν μακρύς: έχει περάσει ημέρες ως διευθυντής στα ΔΗΘΕΠΕ Αγρινίου, Σερρών, Κομοτηνής ενώ η Καβάλα τον απορρόφησε με τον πιο γόνιμο τρόπο για 13 χρόνια, επίσης στη διεύθυνση του εκεί ΔΗΠΕΘΕ και αργότερα του Φεστιβάλ Φιλίππων. Κι έτσι, επιστρέφοντας στο Ναύπλιο συναντά μιαν άλλη πόλη, διαφορετική. «Η σκηνογραφία της παραμένει η ίδια, όλα τα άλλα έχουν αλλάξει. Ο επισκέπτης, ακόμα ίσως και ο κάτοικος, δεν τη βιώνει, τη φωτογραφίζει, κοιτάζει μόνο την πρόσοψη, αρνείται ή αγνοεί ότι έχει και σπλάχνα. Έχει για τα καλά παραδοθεί στον τουρισμό. Εγώ έχω ζήσει μια πόλη που αρκούσε να βγεις από το σπίτι σου, σε έπιανε από το χέρι και σε περνούσε απέναντι, στη γιορτή και στη χαρά και στη δυσκολία βέβαια, άλλα με το φως της, με την προοπτική της. Τώρα δεν είναι έτσι, θέλει κόπο και τρόπο, θέλει μια ειδικού τύπου πίστη που σπανίζει στις μέρες μας. Δύσκολα πράγματα. Όμως, εγώ είμαι αγωνιστικά απαισιόδοξος, δεν χρειάζεται να ελπίζω για να επιμένω», αναφέρει με σαρκασμό. Φυσικά, ξέρει καλά πως οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Ακροναυπλίας, έστω και στην άκρη του καλοκαιριού, απευθύνονται και στη σταθερή ροή τουριστών που κατακλύζει την πόλη, «όλους αυτούς που έρχονται στο Ναύπλιον σαν επισκέπτες και προσκυνητές».

Στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα στο ιστορικό κέντρο.
Μετά το τέλος της θητείας του στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και το Φεστιβάλ Φιλίππων προ τετραετίας, πίστευε πως ο κύκλος των φεστιβάλ είχε κλείσει γι’ αυτόν. Αλλά, όπως σχολιάζει, «η ζωή κρατάει την μπάλα στο χέρι της και εμένα το παιχνίδι και οι εκπλήξεις μου αρέσουν. Όταν, λοιπόν, μου ζητήθηκε από τον Δήμο Ναυπλιέων να φτιάξω ένα φεστιβάλ δεν μπορούσα να το αρνηθώ· είναι τιμητικό και το χρωστούσα, είναι ο τόπος μου και ναι, είμαι τοπολάτρης. Αλλά όχι με την έννοια της εικόνας ή της φωτογραφίας του ως πραγματικά αληθινό, αλλά ως αληθινό προς κάτι βαθύτερο», ξεκαθαρίζει.
Η εμπειρία στους Φιλίππους δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολύτιμη, μολονότι κάθε πόλη της περιφέρειας έχει τις δικές της απαιτήσεις, τις δικές της ιδιαιτερότητες. Και όπως παραδέχεται ο κ. Γκόνης στο Ναύπλιο είναι τελείως διαφορετικά τα πράγματα και οι συνθήκες. «Το φεστιβάλ Φιλίππων είναι ένα ιστορικό φεστιβάλ στελεχωμένο με επαγγελματίες, με ένα μεγάλο αρχαίο θέατρο, οργανωμένο θέατρο. Επίσης, υπάρχει το ΔΗΠΕΘΕ με πορεία χρόνων. Εδώ πρέπει να στήσουμε κάτι από την αρχή, θέλει χρόνο και αυτό είναι δύσκολο, αλλά και γοητευτικό ταυτόχρονα. Μακάρι να τα καταφέρουμε. Το μότο μας είναι: λίγο κάθε χρόνο με καλή διάθεση, δηλαδή με υπομονή και μεγάλη αναπνοή», σημειώνει.

Θέα από το εκκλησάκι της Κοίμησης της Θεοτόκου στον περιβάλλοντα χώρο της αρχαίας Ασίνης.
Μετά το καλοκαίρι του στην Ακροναυπλία – το «Ναύπλιον», όπως τονίζει σε κάθε αναφορά του στην πόλη – τον περιμένει ένα πληθωρικό φθινόπωρο, καθώς ο Θοδωρής Γκόνης είναι άνθρωπος πολλών ιδιοτήτων: ποιητής, στιχουργός, συγγραφέας, σκηνοθέτης, με αρχή όλων την υποκριτική. Τον προσεχή Σεπτέμβριο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΚΕΙΜΕΝΑ, η ποιητική συλλογή «Λογοτιμήτες – Τραγούδια αποχαιρετισμού», καθώς επίσης και τα καινούργια του τραγούδια σε σύνθεση Φώτη Σιώτα και ερμηνεία της Χριστίνας Μαξούρη, κληροδότημα από την παράσταση «Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου». Επίσης, η παράσταση που σκηνοθέτησε στο πλαίσιο του Λογοτεχνικού Φεστιβάλ Σητείας «Η Αρετούσα και ο Ερωτόκριτος» και παρουσιάστηκε στη Στέγη «Βιτσέντζος Κορνάρος» θα περιοδεύσει και το χειμώνα σε χωριά και οικισμούς της Κρήτης και σε επιλεγμένα ΔΗΠΕΘΕ, ενώ θα σταθμεύσει και στην Αθήνα.