MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΔΕΥΤΕΡΑ
10
ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Nίκος Καλογερόπουλος (1952-2026): Η αναχώρηση ενός ασυμβίβαστου

Ρεμπέτης και ροκάς στην ψυχή, αριστοφανικός στη δημιουργική αισθητική, ο Νίκος Καλογερόπουλος έφυγε από τη ζωή, σηματοδοτώντας μια δική του κατηγορία καλλιτέχνη.

Στέλλα Χαραμή | 10.08.2026

Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης

Προσθήκη του monopoli.gr στην Google

Για τους τηλεθεατές των ‘70s ήταν ο πιτσιρικάς βοσκός, ο Νικολιός στο επικό «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Για τα παιδιά των 80s ήταν ο βιρτουόζος του μπουζουκιού στο «Ρεμπέτικο», ήταν ο φαντάρος Γιάννης Παπαδόπουλος στη «Λούφα και παραλλαγή» και για τους late 80s ο Μάϊμος του «Κάμπινγκ». Ο Νίκος Καλογερόπουλος – η απώλεια του οποίου έγινε γνωστή χθες το βράδυ – στιγμάτισε κάθε ρόλο από τον οποίο πέρασε, κινηματογραφικό και τηλεοπτικό, με τρόπο ανεξίτηλο. Ήταν η ιδιαίτερη, «τσαλακωμένη» φυσιογνωμία του; Ήταν το πηγαίο (υπερ)φυσικό ταλέντο του; Οι διαρκείς μεταμορφώσεις του; Ήταν η ηθική, κοινωνική – έως και αναρχική – του στάση μέσα στα χρόνια, εντός κι εκτός δουλειάς;

Κύκνειο άσμα στο θέατρο

Τελευταία φορά που είχαμε νέα του ήταν όταν το 2018 συμμετείχε σε παράσταση του θεάτρου Βρετάνια, στην «Γκέμμα» του Ανδρέα Λιαντίνη σε σκηνοθεσία του Πάνου Αγγελόπουλου. Όμως, η ζωή στα Φιλιατρά, στα μποστάνια και τα χωράφια του, είχε από καιρό απορροφήσει το Νίκο Καλογερόπουλο που έκανε ελάχιστες εμφανίσεις, ζώντας επίμονα ασκητικά, απομακρυσμένος από την κοσμική ζωή, εκτός κι αν ήθελε να κατέβει στις μεγάλες διαδηλώσεις όταν ο Μανώλης Γλέζος και ο Μίκης Θεοδωράκης μάζευαν διαμαρτυρόμενα πλήθη στο κέντρο της πόλης. Εκεί ναι, θα συναντούσες σίγουρα τον Καλογερόπουλο, ένα γνήσιο αμφισβητία της εξουσίας και των κοινωνικών δομών, έναν αναρχο-φιλόσοφο που περισσότερο μιλούσε με τα ποτάμια, τις θάλασσες, τα βότσαλα και τα χώματα, παρά συναλλασσόταν με την καθημερινότητα.

Εμβληματικό ντεμπούτο

Το σίγουρο είναι πως υποδεχόμενος το τέλος στα 74 του χρόνια, με μια περίπου 20ετή, αλλά, πυκνή αποτυπωμάτων καριέρα, καταγράφηκε ως ένας παθιασμένος της τέχνης. Το νεοελληνικό σινεμά είχε βρει έναν από τους πιο ιδιαίτερους πρωταγωνιστές του κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Μετά το «Χριστός ξανασταυρώνεται» του σπουδαίου κινηματογραφιστή Βασίλη Γεωργιάδη – ρόλο που κυνήγησε για να αναλάβει αναπτύσσοντας μια δυνατή σχέση τόσο με τον ίδιο όσο και με τον διασκευαστή του βιβλίου του Καζαντζάκη, το Νότη Περγιάλη – ακολούθησαν αρκετές, μα σίγουρα εμβληματικές ταινίες: η σάτιρα του Θεόδωρου Μαραγκού «Μάθε παιδί μου γράμματα» το 1981 με κινηματογραφικό πατέρα τον έτερο μέγα Βασίλη Διαμαντόπουλο που του χάρισε ένα ειδικό βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Θα ξαναβρισκόταν στη διοργάνωση μόλις τρία χρόνια μετά και πάλι ως βραβευθείς για τον ΄Ανδρικό Ρόλο χάρη στη «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη.

Στο θρύλο του “Ρεμπέτικου”

Βέβαια, ένα χρόνο νωρίτερα, το 1983 είχε γράψει ιστορία με το «Ρεμπέτικο» (κι εδώ ένα ακόμα βραβείο Εξαιρετικής Ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη) σε σκηνοθεσία του Κώστα Φέρρη. Από παιδί αγαπούσε το ρεμπέτικο και από έφηβος γρατζουνούσε το μπουζούκι, αλλά ο συντηρητισμός της εποχής και η σύνδεση του ρεμπέτικου με τον κόσμο του περιθωρίου δεν του επέτρεψαν να ασχοληθεί επαγγελματικά – τουλάχιστον όχι τότε. Γιατί το 1994 κυκλοφόρησε τον δίσκο με τα ρεμπέτικα τραγούδια «Τα δέοντα» σε δικούς του στίχους και μουσική.

Παιδί του σινεμά

Το σινεμά τον απορρόφησε περισσότερο από κάθε άλλη μορφή τέχνης – και μάλιστα σε διαφορετικούς χρόνους. Μετά την φόρα της δεκαετίας του ’80 όπου οι ταινίες εναλλάσσονταν με τηλεοπτικές σειρές – φαινόμενα για την εποχή – να θυμίσουμε πω είχε παίξει επίσης στη «Μεθυσμένη Πολιτεία» σε σκηνοθεσία του Κώστα Λυχναρά και στο «Χαίρε Τάσο Καρατάσο» σε σενάριο Γιώργου Αρμένη και σκηνοθεσία Γιάννη Σμαραγδή – επέστρεψε για να συνεργαστεί ξανά με το Νίκο Περράκη: τα «Λούφα και Παραλλαγή» και «Άρπα Colla» διαδέχθηκαν η «Θηλυκή Εταιρεία» (1999) και το «Ένας κι ένας» (2000) – συλλέγοντας άλλο ένα βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Φίλος της αποχής

Τα διαστήματα που επέλεγε να απέχει από την πιάτσα δεν ήταν λίγα, ούτε σύντομα. Επιθυμούσε, πάντως, να μην ενταχθεί στη συστημική παραγωγή – σταθερά ατίθασος, αψύς, αριστοφανικός. Στα νιάτα του, μόλις είχε αποφοιτήσει από τη δραματική σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη, προτιμούσε να κάνει μεροκάματα στην οικοδομή, παρά να παίζει ρόλους κομπάρσου ή ρόλους που δεν τον γέμιζαν.

Εντός ή εκτός του καλλιτεχνικού «κύκλου», δημιουργικά ανήσυχος παρέμενε πάντα: γράφοντας τα θεατρικά έργα «Το Σατιρικό των Ελλήνων και «Οι κυνικοί ξανάρχονται» – το οποίο και ήθελε διακαώς να ανεβάσει ξανά – εκδίδοντας ποιητικές συλλογές «Θετή Ταυτότης» (1981) «Επιστρόφια» (1991). Μουσικός, στιχουργός, ποιητής, συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης. Αυτό το τελευταίο βάπτισμα πήρε με τους «Ιππείς της Πύλου» το 2011, μια κινηματογραφική σάτιρα, σχεδόν αυτοβιογραφική. Ήρωας του ήταν ένας άφραγκος ηθοποιός που έβαζε πλώρη για τη μεσσηνιακή Μάνη όπου έμελε να μπλέξει σε άλλες περιπέτειες. Στους «Ιππείς» θα έσμιγε με παλιούς του γνώριμους: τον Τάκη Σπυριδάκη, τον Γιώργο Κιμούλη, τον Ηλία Λογοθέτη, Αντώνη Καφετζόπουλο, Αντώνη Θεοδωρακόπουλο.

Άπορος άρχοντας

Στα μέσα της κρίσης δεν δίστασε να αναλάβει κι άλλο ένα μεγάλο ρίσκο: αποφάσισε να ιδρύσει ένα χώρο τέχνης στην Κυπαρισσία (όπου κατοικούσε μόνιμα) το «Τρενοτεχνείον». Αξιοποιώντας τον εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, έδωσε σε στέγη σε θεατρικές και μουσικές παραστάσεις (με τους «Απόρους Άρχοντες», τη δική του μπάντα), όσο και άλλων καλλιτεχνών της περιοχής – μια προσπάθεια που ευδοκίμησε για χρόνια, καθώς την στήριξαν σημαντικοί μουσικοί, μέχρι τον βανδαλισμό του χώρου το 2024.

Την 1η Αυγούστου έκλεισε τα 74 του χρόνια. Χθες, αναχώρησε οριστικά από έναν κόσμο που δεν τον χώραγε ή που δεν ήθελε να τον χωρέσει. Η πολιτική του κηδεία θα γίνει την προσεχή Τετάρτη 12 Αυγούστου.

Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης

Προσθήκη του monopoli.gr στην Google
Προσθήκη του monopoli.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google
Περισσότερα από Art & Culture
Σχετικά Θέματα