Ήμουν μόλις έντεκα ετών όταν η Madonna ήρθε στην Ελλάδα για την πρώτη (και τελευταία) συναυλία της στην Αθήνα, με τη Robyn (να ένα line-up βγαλμένο από τα πιο τρελά pop όνειρα), στο πλαίσιο του Sticky & Sweet Tour, το μακρινό 2008. Από τότε, θυμάμαι λίγα πράγματα. Πρώτον την αγανάκτησή μου που έχασα τη συναυλία εξαιτίας των πανάκριβων εισιτηρίων – νομίζω τα πιο φθηνά ήταν κοντά στα 80 ευρώ, ένα τρελό ποσό για την εποχή (και για σήμερα, τώρα που το σκέφτομαι). Αυτό που επίσης θυμάμαι ήταν ο χαμός που επικρατούσε στα πάνελ της “κιτρινόχρυσης” εκείνης εποχής της ελληνικής TV, που αντιμετώπιζαν την Madonna με τον κλασικό, κίτρινο τρόπο τους. Τα αστειάκια για την ηλικία της πήγαιναν και έρχονταν, υπονοώντας ότι είναι πολύ “μεγάλη” για τέτοια ρούχα, για τέτοια show. Εν τω μεταξύ, η Madonna τότε ήταν 50 ετών.
Βέβαια, τους φωστήρες της ελληνικής τηλεόρασης είχαν προλάβει δεκαετίες νωρίτερα, τα αμερικανικά tabloids. Μόλις στα 35 της, την αποκαλούσαν “γιαγιά”! Ήταν το 1993, οταν η Madonna όργωνε τον κόσμο με το The Girlie Show Tour, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του τότε αμφιλεγόμενου δίσκου της “Erotica”. Προφανώς, δεν άρεσε το γεγονός ότι μια γυναίκα μετά τα τριάντα, ένιωθε όμορφα με την εικόνα της, τη σεξουαλικότητά της, με τον εαυτό της σε τελική ανάλυση. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να τη μειώσουν.
Τα χρόνια πέρασαν και αν κάτι έχει μείνει ίδιο και απαράλλακτο, αυτό είναι η κριτική για την εικόνα της. Μία γυναίκα, που από τα τριάντα της άκουγε να την αποκαλούν “γιαγιά”, κυνήγησε την νεότητα, κατέφυγε στις πλαστικές επεμβάσεις και πάλι, τρώει πόλεμο. Ακόμα κι αν είσαι η Madonna, ό,τι και να κάνεις, είσαι καταδικασμένη να “χάνεις” στον παράλογο αυτό πόλεμο, που ονομάζεται “γυναικεία πρότυπα ομορφιάς”.
Σίγουρα, δεν βοήθησε το γεγονός ότι στο ίδιο πλαίσιο του “κυνηγιού” της νεότητας, η Madonna έμοιαζε να θέλει περισσότερο να “κάτσει με την νεολαία”, παρά να βγάλει πραγματικά groundbreaking pop μουσική, όπως μας είχε συνηθίσει κάθε δεκαετία από τα 80s μέχρι και το 2008 και το δικό μου αγαπημένο “Hard Candy”.
Καθ’ όλη τη δεκαετία των 10s έπεφτε ξανά και ξανά στην παγίδα του να ακολουθεί τα trends. Σαν να ξέχασε ότι εκείνη ήταν πάντα η απόλυτη trendsetter της pop μουσικής. Από την αποτυχημένη EDM προσπάθεια που ήταν το “MDNA” του 2012 μέχρι το εντελώς άβολο “Rebel Heart” του 2015 (μακάρι να μπορούσα να διαγράψω από τη μνήμη μου το Bitch I’m Madonna – ούτε η SOPHIE δεν μπόρεσε να το σώσει) και το “Madame X” του 2019 για αποκορύφωμα, η Madonna δεν θύμιζε πια την πρωτοπόρα Madonna που είχαμε αγαπήσει.
Προφανώς το καταλάβαινε και η ίδια αυτό – μιλάμε για μια από τις μεγαλύτερες ιδιοφυίες της pop μουσικής, εξάλλου. Σύμφωνα με τα δικά της λεγόμενα, η παραπάνω ατυχής τριλογία άλμπουμ ήταν αποτέλεσμα μιας καταστροφικής συμφωνίας που την απομάκρυνε από τη δισκογραφική της Warner – με την οποία συνεργαζόταν σχεδόν από την αρχή της καριέρας της – και περιόρισε τη δημιουργική της ελευθερία. Το 2018, μάλιστα, είχε σχολιάσει σε ανάρτηση του μάνατζέρ της Guy Oseary για την επέτειο του Ray of Light: «Θυμάσαι όταν ηχογραφούσα δίσκους με άλλους καλλιτέχνες από την αρχή μέχρι το τέλος και μου επέτρεπαν να είμαι οραματίστρια, χωρίς να χρειάζεται να πηγαίνω σε εργαστήρια στιχουργικής, όπου κανείς δεν μπορεί να μείνει ακίνητος για περισσότερο από 15 λεπτά;».
Μάλλον η παραπάνω κατάσταση την έκανε να επιστρέψει στην Warner Music, η οποία από την πρώτη στιγμή προανήγγειλε την “επιστροφή της Madonna στο dancefloor”. Αυτή ήταν μια από τις σπάνιες φορές που το δελτίο Τύπου μιας δισκογραφικής εταιρίας δεν ήταν απλά ένα μάρκετινγκ trick, με υπερβολικές δηλώσεις, αλλά η πραγματικότητα. Η Madonna όχι μόνο επέστρεψε στο dancefloor που όλοι αγαπήσαμε πριν από 20+ χρόνια, αλλά μας χάρισε έναν από τους καλύτερους dance δίσκους της χρονιάς.
Οι κριτικοί την αποθέωσαν (μετά από δύο σχεδόν δεκαετίες) για την ειλικρίνεια των στίχων της, για την νοσταλγική διάθεση που καλά έκανε και δεν φοβήθηκε καθόλου, για τον (σωστό) διάλογό της με την dance κουλτούρα, για τις συνεργασίες της. Εμείς, ξαφνικά είχαμε έναν δίσκο, που μας έκανε να θέλουμε να χορέψουμε όπως παλιά, όταν ακούσαμε για πρώτη φορά το “Vogue”.
Η ίδια υπονόησε ότι αφού τελικά δεν θα πραγματοποιηθεί η ταινία για τη ζωή της (κρίμα γιατί η Julia Garner θα ήταν το τέλειο fit), αποφάσισε να γράψει τη “βιογραφία” της σε αυτόν τον δίσκο.
Πράγματι, έτσι νιώθεις όταν ακούς το CONFESSIONS II. Μια μίνι βιογραφία μέσα σε 16 τραγούδια: Οι μεγάλες προσωπικότητες που γνώρισε στα πρώτα της βήματα (άκου το “Danceteria” και όταν σταματήσεις να χορεύεις, τσεκαρε τους γεμάτους name dropping στίχους), η προδοσία που ένιωσε από την μητριά της (“Betrayal”), η δύσκολη σχέση με τον αδερφό της που έφυγε από τη ζωή (“Fragile”), ο θαυμασμός της για την κόρη της Lola Leon (που συμμετέχει στο τραγούδι “The Test”) και η παραδοχή ότι σίγουρα δεν έχει ξεχάσει ποια είναι, κάνοντας ξεκάθαρο ότι ξέρει πολύ καλά ότι είναι (και θα είναι) η βασίλισσα της pop.
Στο τρίτο κομμάτι του δίσκου, το “One Step Away”, ακούμε το μίνι μανιφέστο ολόκληρου του δίσκου: “Ο κόσμος νομίζει ότι η dance μουσική είναι επιφανειακή / Αλλά το σκέφτονται εντελώς λαθος / Το dancefloor δεν είναι απλά ένα μέρος, είναι ένας θεσμός / ένας χώρος τελετουργίας όπου η κίνηση αντικαθιστά τη γλώσσα”. Και για πρώτη φορά μετά από πολύ (πολύ) καιρό, αυτό ακριβώς νιώθουμε κι εμείς για τη μουσική της.