Η πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή της Ντόλι Πάρτον πρέπει να ήταν στο “Jolene”. Το ελληνικό ραδιόφωνο δεν αγαπά ιδιαίτερα την αμερικανική country (και λογικό μου φαίνεται) κι όμως το τραγούδι αυτό παιζόταν (είτε στην original μορφή του είτε καποια διασκευή ή remix) αρκετά συχνά ως ένα κλασικό πλέον τραγούδι που αψηφά όρια, σύνορα – μουσικά και γεωγραφικά – αλλά και τον χρόνο, αφού έχει κυκλοφορήσει πριν από 50 χρόνια και ακόμα παίζεται. Μέχρι σήμερα, το “Jolene” έχει διασκευαστεί από καλλιτέχνες κάθε είδους, από την Olivia Newton John και την Miley Cyrus μέχρι τους White Stripes και πιο πρόσφατα από την Beyonce στον country δίσκο της “Cowboy Carter”.
Αδιαμφισβήτητα, το “Jolene” είναι η πιο αναγνωρίσιμη επιτυχία της. Κι όμως, αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που είχα “ακούσει” Πάρτον. Όλος ο κόσμος γνωρίζει και αγαπά ένα από τα πιο διάσημα τραγούδια της, χωρίς ίσως να ξέρει ότι είναι δικό της – πόσο μάλλον ότι το έγραψε την ίδια ημέρα που έγραψε και το “Jolene”.
Μιλάω, φυσικά, για το “I always love you“, μια μπαλάντα που ο πλανήτης αναγνωρίζει περισσότερο πλέον με τη φωνή της Γουϊτνεϊ Χιούστον χάρη στην εξαιρετική επιτυχία της ταινίας της “Ο Σωματοφύλακας”. Το τραγούδι είχε σημειώσει επιτυχία από την πρώτη κιόλας κυκλοφορία του το 1974, κατακτώντας την κορυφή των charts.
Μάλιστα, το είχε ακούσει ο Έλβις, ο οποίος είχε ζητήσει να το τραγουδήσει και ο ίδιος, με την προϋπόθεση να προστεθεί το όνομά του στα credits ως στιχουργος, παρ’ όλο που δεν είχε γράψει ούτε νότα! Ο Έλβις ήταν προφανώς ήδη θρύλος της μουσικής και μια τέτοια πρόταση αποτελούσε φοβερή τιμή, όμως η Ντόλι δεν δέχτηκε, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη της δεν έχει τιμή. Εξάλλου, αυτό το τραγούδι το έγραψε, με αφορμή την καλλιτεχνική της «απελευθέρωση» από τον βετεράνο της country, Πόρτερ Γουάγκονερ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μέχρι τη δεκαετία του ’70 δεν χάραζε τη δική της πορεία. Είχε κυκλοφορήσει το ντεμπούτο της «Hello, I’m Dolly» ήδη από το 1967, ενώ έγραφε τη μουσική που ήθελε, χωρίς φόβο. Μάλιστα, πολλές φορές είχε γράψει τραγούδια που προκαλούσαν ρίγη στους συντηρητικούς κύκλους του Νάσβιλ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Down from Dover», ένα τραγούδι, για μια οργισμένη, μητέρα που γεννά ένα νεκρό μωρό, εκτός γάμου. Ο Γουάγκονερ ήταν τόσο τρομοκρατημένος όταν το άκουσε, που την παρότρυνε να μην το κυκλοφορήσει: Εκείνη φυσικά δεν το έκανε και το τραγούδι “κόπηκε” αμέσως από τα country ραδιόφωνα.
Το 1974, λοιπόν, έχοντας τραγουδήσει για εφτά χρόνια στο πλευρό του Γουάγκονερ – ο οποίος ήταν εκείνος που τη σύστησε στο ευρύ, αμερικανικό κοινό – ήρθε η ώρα για την ανεξαρτητοποίησή της. Από τα 20 της, για το αμερικανικό κοινό ήταν απλά η «τραγουδίστριά» του στην τηλεοπτική εκπομπή και τις περιοδείες του. Πολλοί δεν ήξεραν ότι εκείνη έγραφε – και πολλές φορές μεγάλο μάλιστα μέρος – των επιτυχιών τους. Έτσι, θέλησε να χωρίσουν τους δρόμους τους, χωρίς όμως να ξεχνά τη συμβολή του στην πορεία της – εξού και το γεμάτο αγάπη «I will always love you», το οποίο – περιέργως – δεν ήταν ερωτική μπαλάντα, αν και όλοι έτσι το έχουμε στο μυαλό μας.

Το εξώφυλλο για τον δίσκο της Ντόλι Πάρτον “Jolene”, που περιλαμβάνει το “I Will Always Love You”
Από εκείνη την ημέρα, αρχίζει να γεννιέται ο θρύλος της Ντόλι Πάρτον. Το 1977 κυκλοφορεί τον πρώτο δίσκο της, σε δική της παραγωγή, με τίτλο «New Harvest… First Gathering». Έχοντας μεγαλώσει σε μια μικρή πόλη του Τενεσί, από μια φτωχή οικογένεια με 11 αδέρφια και τον πατέρα της να δουλεύει σε οικοδομές, αλλά και ως αγρότης γης, η Πάρτον είχε μάθει από μικρή ηλικία τις δυσκολίες μιας αγροτικής κοινωνίας, στην οποία και παραπέμπει με τον τίτλο αυτό. Για εκείνη, αυτός ο δίσκος συμβόλιζε τη «θυσία» αλλά και την «απελευθέρωση».
«Ήταν το πρώτο άλμπουμ που έκανα αφού έφυγα από το “The Porter Wagoner Show”, και δυσκολεύτηκα πολύ να φτάσω σε ένα σημείο όπου θα ήμουν πραγματικά ανεξάρτητη και θα έκανα αυτό που ήθελα […] Σήμαινε απλώς ότι ερχόταν μια νέα μέρα, και το άλμπουμ ήταν η πρώτη μου συλλογή δικών μου τραγουδιών. Σκέφτηκα ότι το «New Harvest … First Gathering» ήταν ο τέλειος τίτλος γι’ αυτό. Περίμενα με ανυπομονησία να αρχίσω να δουλεύω στα δικά μου άλμπουμ, να τα παράγω και να απολαύσω την ελευθερία του να είμαι ανεξάρτητη. Αυτό είναι το άλμπουμ της απελευθέρωσης και της θυσίας μου» είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στο Vulture για τη σημασία του δίσκου αυτού.
Πράγματι, αυτός ήταν και ο δίσκος, με τον οποίο άρχισε να εξερευνά πιο pop νερά, κάτι που ήθελε καιρό να κάνει και τελικά τα κατάφερε με το τραγούδι “Here You Come Again”.
Όπως αφηγείται η ίδια, ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι αυτό θα ήταν το πρώτο pop τραγούδι της – όμως, φοβόταν να “τρομάξει” το ήδη υπάρχον, country κοινό της. «Αν και ήταν ένα πολύ ποπ τραγούδι, ήθελα να προσθέσω λίγη ηλεκτρική κιθάρα με σλάιντ (σ.σ: χαρακτηριστικό όργανο για την country μουσική) ως “δικλίδα ασφαλείας” – περισσότερο για μένα παρά για τους θαυμαστές. Κάτι στο οποίο θα μπορούσα να στηριχτώ και να αναγνωρίσω». Έτσι η ιδιοφυία της Ντόλι έκανε ξανά το θαύμα της και με το country pop υβρίδιό της κατάφερε να κατακτήσει την τρίτη θέση στα pop charts, ενώ βρέθηκε στην κορυφή των country charts επί πέντε εβδομάδες.
Με αυτόν τον δίσκο έγινε η πρώτη γυναίκα καλλιτέχνις της country, της οποίας ο δίσκος πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, ενώ κέρδισε και το πρώτο της Grammy Καλύτερη Country Ερμηνεία από γυναίκα.
Με τις καλύτερες προϋποθέσεις, λοιπόν, μπήκε η δεκαετία του ’80, με την πρώτη της ταινία, την κλασική cult κωμωδία, με τίτλο “9 to 5” και συμπρωταγωνίστριες την Τζέιν Φόντα και τη Λιλι Τόμλιν, να κάνει πρεμιέρα το 1980 και την Ντόλι Πάρτον να γνωρίζει ακόμα περισσότερη mainstream επιτυχία. Για την ερμηνεία της κέρδισε δύο υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, ενώ για το ομώνυμο με την ταινία τραγούδι βρέθηκε υποψήφια για Όσκαρ, κερδίζοντας τελικά το Grammy Καλύτερης Country Ερμηνείας.
Πλέον, δεν χωρά αμφισβήτηση: Η Ντόλι Πάρτον είναι σταρ. Ακόμα και οι πιο “σνομπ” που κάποτε την χλεύαζαν, έπρεπε να παραδεχτούν το μεγαλείο της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτή η τραγική συνέντευξη που είχε δώσει το 1977 στην Barbara Walters, με την Αμερικανίδα δημοσιογράφο να τη ρωτά: «Ξέρεις ότι είσαι ένα αστείο, έτσι;». Περιττό να πούμε ότι μερικά χρόνια αργότερα, το 1982, η Walters πήρε ξανά συνέντευξη από την Ντόλι, αυτή τη φορά στο σπίτι της, και το κλίμα ήταν πολύ διαφορετικό.
Τότε, η Γουόλτερς την είχε ρωτήσει πώς θα ήθελε να την θυμούνται και εκείνη, αστειευόμενη, είχε απαντήσει: «Νομίζω ότι αυτό που θα ήθελα να λένε οι άνθρωποι σε 100 χρόνια από τώρα, για εμένα, είναι: “Πω πω, φαίνεται υπέροχη για την ηλικία της”».
Δεκαετίες αργότερα, το 2023, σε ηλικία 77 ετών, σε συνέντευξή της στο ABC News, η Πάρτον είχε δώσει μια πιο συνειδητοποιημένη απάντηση. Είχει πει ότι θέλει να «τη θυμούνται καλά», λέγοντας ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να προσφέρει στον κόσμο.
Αυτό είναι, σίγουρα, αλήθεια. Η Ντόλι Πάρτον έδωσε πάρα πολλά, με όποιον τρόπο μπορούσε. Με τη μουσική της, μιλούσε για τον απλό άνθρωπο, για γυναίκες και άνδρες, που δουλεύον μέρα νύχτα, που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, αλλά δεν το βάζουν κάτω. Σε όλους εμάς, τους “απλούς ανθρώπους” (όπως ήταν και η ίδια) έδινε απλόχερα τη πιο γλυκιά ανακούφιση μέσα από τα τραγούδια της.
Με τις φιλανθρωπίες της, έδωσε ένα γερό μάθημα στους εκατομμυριούχους συναδέλφους της. Από το 1982 είχε ιδρύσει το Dollywood Foundation, μέσα από το οποίο εξασφάλισε ότι τα παιδιά στην πόλη της θα λάμβαναν την εκπαίδευση που τους αξίζει. Το 1995 εφάρμοσε το πρόγραμμα Dolly Parton’s Imagination Library, όπου δώριζε βιβλία σε παιδιά κάτω των 5 ετών, για να εμπνεύσει την αγάπη για τα βιβλία από μικρή ηλικία. Ο πατέρας της ήταν αναλφάβητος και δεν ήθελε κανένα παιδί να μεγαλώσει χωρίς να καταλαβαίνει την αξία των Γραμμάτων. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας δώρισε 1 εκατομμύριο δολάρια στο Κέντρο του Πανεπιστημίου Βάντερμπιλτ του Νάσβιλ, ποσό που διατέθηκε για την ανάπτυξη του εμβολίου κατά του COVID-19. Σίγουρα, οι φιλανθρωπίες δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, σε ένα ήδη σαπισμένο σύστημα – αλλά αυτό είναι διαφορετική κουβέντα – και η ίδια γνώριζε ότι αυτές οι δωρεές ήταν ένα μόλις μικρό κομμάτι σε έναν ολόκληρο ωκεανό προβλημάτων. Ήθελε, όμως, να συμβάλει έστω λίγο στο να κάνει καλύτερες τις ζωές των άλλων. Τελικά – πράγματι – έτσι θα τη θυμόμαστε.