Η αιφνιδιαστική είδηση της απώλειας του Αλέξη Σταμάτη με βρήκε στα ράφια της βιβλιοθήκης μου. Ψάχνοντας, εν είδει αποχαιρετισμού, δύο έργα του που μου είχε στείλει: «Το λευκό δωμάτιο» (ανέβηκε το 2021 στο Θέατρο Σταθμός) και το μυθιστόρημα του «Μοτέλ Μορένα». Είχα ξεχάσει πως παραδίπλα κρυβόταν και το «Υπήρξα τόσοι άλλοι» (όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Λιγοστά δείγματα μέσα στο πληθωρικό έργο του 66χρονου Αλέξη Σταμάτη των 30 και πλέον βιβλίων – τελευταία του κυκλοφορία «Το παιδί και ο άγγελος» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και ακόμα πιο πρόσφατη η ποιητική συλλογή «Η Ασθένεια των Απαλών Πραγμάτων» (εκδόσεις ΚΑΠΑ εκδοτική).
Και φυσικά ο Σταμάτης των ποιημάτων, των ευθύβολων άρθρων (κάθε Κυριακή στο «Βήμα»), της άσβεστης επιθυμίας του να επικοινωνεί με το θέατρο – γιος της κυρίας του θεάτρου Μπέττυς Αρβανίτη, σύζυγος της ηθοποιού Εύας Σιμάτου γαρ – επιστρέφοντας κάθε τόσο με ένα νέο έργο. Από το Μάϊο δούλευε στην ανάγνωση της «Σαπφώς», το θεατρικό που θα κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας τον προσεχή Νοέμβριο με πρωταγωνίστρια την Κόρα Καρβούνη, σε σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη.
Έμοιαζε πως τίποτα δεν σταματούσε τον Αλέξη Σταμάτη. Κι όμως, μερικά από τα πιο βαθιά, σπαρακτικά κείμενα του, τα δημοσίευε τις τελευταίες ημέρες, αισθανόμενος το τέλος να πλησιάζει. Για όσες και όσους ήξεραν τη θέληση του για να ζήσει, παρά την αιματολογική νόσο που τον βασάνιζε, αναγνώριζαν την πράξη ενός σπουδαίου δημιουργού που μεταγγίζει τον αποχαιρετισμό σε δημιουργία. Για εκείνους που αγνοούσαν την εσωτερική του μάχη και την περιπέτεια υγείας του, γίνονταν μάρτυρες ενός ατόφιου υπαρξιακού ερωτηματικού που επανερχόταν διαρκώς για τη ζωή. Κι είχε τόσους λόγους για να ζήσει: καταρχάς, τον γιο του Ερμή που υπεραγαπούσε, σήμερα επτά ετών και κάτι. Την αχώριστη σύντροφο της ζωής του, Εύα Σιμάτου. Τη μητέρα του Μπέττυ Αρβανίτη για την οποία, ανά πάσα στιγμή, εξέφραζε τον θαυμασμό του. Το έργο του που δεν κόπαζε.

Τον περασμένο Απρίλιο, με τη σκηνοθέτρια Νικαίτη Κοντούρη και την ηθοποιό Κόρα Καρβούνη για την πρόβα της “Σαπφώς”.
«Οι παλιοί αλχημιστές περίμεναν την πρώτη σταγόνα του ελιξιρίου με απελπισία που έμοιαζε ήδη με πίστη. Η αναμονή είχε κάτι από ναό και από σφαγείο. Στον ίδιο χώρο ελπίδα και αποσύνθεση, όπως τα άνθη σε ένα φέρετρο συνεχίζουν να ευωδιάζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται τον νεκρό. Το αίμα. Η μόνη αριστοκρατία που δεν αναγνωρίζει τίτλους. Η μόνη βασιλεία που αλλάζει σώματα χωρίς επανάσταση. Οι άνθρωποι επινόησαν σύνορα, σημαίες, επώνυμα, τραπεζικούς λογαριασμούς, γενεαλογικά δέντρα. Το αίμα γελάει σιωπηλά με όλες αυτές τις δηθενιές. Κυκλοφορεί στις φλέβες σαν ανώνυμος περιπλανώμενος, αδιάφορος για την ηθική μας, για τις φιλοδοξίες μας, για τις μικρές αισχρότητες με τις οποίες και καλά Ψιμυθιώνουμε τη λέξη ‘χαρακτήρας’. Ένας άγνωστος θα κατοικήσει για λίγο μέσα σου. Κανένα μυστήριο της Εκκλησίας δεν υπήρξε πιο κυριολεκτικό. Κοιτάζω το άδειο μεταλλικό στήριγμα που σε λίγο θα κρατά τη σακούλα του αίματος, δεν περιμένω ένα φάρμακο αλλά έναν επισκέπτη. Έναν αθέατο συνοδοιπόρο που θα περάσει από κάθε γωνιά του σώματός μου, θα ακουμπήσει τα πιο σκοτεινά τοπία της ύπαρξής μου και θα φύγει χωρίς να μάθει ποτέ το όνομά μου. Η ευγένεια της ανωνυμίας. Μορφή αγάπης που δεν επιθυμεί να αγαπηθεί πίσω. Πόσο αλλόκοτο. Περάσαμε αιώνες υμνώντας την αυτάρκεια, ενώ το σώμα γνώριζε πάντοτε την αλήθεια. Δεν υπάρχει αυτάρκεια, μόνο ανταλλαγή. Ο πρώτος άνθρωπος γεννήθηκε από το αίμα μιας γυναίκας. Ο τελευταίος ίσως σωθεί από το αίμα ενός ξένου». Το σημείωμα που αναρτούσε την Τετάρτη στη σελίδα του στο Facebook ήταν ένας δρόμος ταπεινής Αποκάλυψης, που σήμερα βαστά άλλο βάρος μέσα στις λέξεις του.
Χωρίς καμία υποχρέωση για ένα φιλολογικό κατευόδιο (εξάλλου, φιλόλογος δεν είμαι), χωρίς καμία πρόθεση για ωραία λόγια που τιμούν τα στερνά, πρέπει να αποδοθούν κάποια ‘ιδιώματα’ στον Αλέξη Σταμάτη: πως διακρινόταν για την ευγενή του διάθεση απέναντι στους ανθρώπους και για τη λυρική, μα ανεπιτήδευτη φωνή να ακουστεί μέσα στους ανθρώπους. Στην απομαγεμένη εποχή μας, ο Αλέξης Σταμάτης στεκόταν με το ένα πόδι – ίσως γιατί ήταν ένας άνθρωπος της θετικής μόρφωσης: απόφοιτος αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, την οποία και άσκησε για ικανό διάστημα, ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του Κώστα Σταμάτη και πρώτου συζύγου της Μπέττυς Αρβανίτη.
Με το άλλο αιωρούνταν μεταξύ ευαισθησίας και παραμυθίας, που ξεκινούσαν συχνά από το προσωπικό του βίωμα και μοιράζονταν με απλότητα, ευκρίνεια αλλά και ποιητικό ύψος στην καθεμιά και στον καθένα. Δεν έγραφε για την ελίτ, παρότι ο ίδιος έμοιαζε με μικρό πρίγκιπα της ποίησης. Διαβασμένος, ευρυμαθής, πολυσχιδής, πολυγραφότατος, (είχε απλώσει τα χέρια του έως το δοκίμιο, το κινηματογραφικό σενάριο, το παιδικό βιβλίο), αλλά και ορκισμένος των χαμηλών τόνων.

Με το “Μπαρ Φλωμπέρ” εδραιώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του.
Ως ποιητής, έκανε την πρώτη του εμφάνιση το 1992 για να στραφεί αργότερα στη συγγραφή βιβλίων. Το «Μπαρ Φλομπέρ» του 2000 θα τον έφερνε οριστικά στο προσκήνιο των συγγραφέων της γενιάς του, σηματοδοτώντας ένα βιβλίο ορόσημο για τα σύγχρονα ελληνικά γράμματα. Αρκετά από τα βιβλία του μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Σερβία, τις ΗΠΑ και την Τουρκία. Η «Αμερικάνικη Φούγκα» του 2006, έργο που είχε πολλά βιογραφικά στοιχεία εντός του, τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και εκδόθηκε και στην Αμερική.
Στο θέατρο μπήκε για να μείνει και να γράψει πριν από 22 χρόνια. Έγραψε στο πλαίσιο της «Πολιτιστικής Ολυμπιάδας» ένα μονόλογο με τίτλο «Τελευταία Μάρθα» που θα αποτελούσε το ντεμπούτο του ως θεατρικού συγγραφέα. Το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας φιλοξενούσε συχνά κείμενα του (όπως τα «Δακρυγόνα» ή το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς») έχοντας στενή συνεργασία με τον ηθοποιό Άρη Τρουπάκη σε πόστο σκηνοθέτη.
Τα «Μελίσσια» ήταν η αφορμή να παρουσιάσει δουλειά του για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο το 2019 με πρωταγωνίστρια τη μητέρα του. Ήταν εκείνη η αφορμή να γνωριστούμε προ επταετίας και να μιλήσουμε για την κοινή ζωή τους, τα κοινά πεδία δράσης τους και τη ματιά του ενός για τον άλλο. Το Μάϊο του 2019, πριν την πρόβα, το ραντεβού είχε δοθεί στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Τίποτε δεν πρόδιδε την περιπέτεια που ήδη ζούσε. Απεναντίας, άστραφτε από χαρά, μεταμορφωμένος από την πατρική αγάπη του, τότε δύο μηνών, γιου του.
Βαδίζοντας προς το τέλοςΟι φίλοι, οι συνεργάτες του λένε πως το σθένος του δεν τον εγκατέλειψε ούτε τους μήνες της μεγάλης αγωνίας. Μα κι αυτό, ήταν εκεί, ολόρθο μέσα στα τελευταία γραπτά του για να το δούμε όλοι. Στο καθιερωμένο άρθρο του στο «Βήμα», αυτό που έμελλε να είναι και ο επίλογος, την προ-περασμένη Κυριακή, έγραφε ένα σημείωμα με τίτλο «Ποιότητα ζωής». Κατέληγε, με πικρία αλλά και με μια αίσθηση ευγνωμοσύνης, ως εξής: «Υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν ενενήντα χρόνια χωρίς να συναντήσουν ποτέ τον εαυτό τους. Υπάρχουν άλλοι που μέσα σε μία μόνο στιγμή είδαν ολόκληρη την ύπαρξη να ανοίγει μπροστά τους σαν πληγή και σαν αποκάλυψη μαζί. Η μοναδική αληθινή ποιότητα ζωής είναι η ικανότητα να παραμένει κανείς παρών μέσα στην τραγικότητα, χωρίς να ζητά αποζημίωση από κάπου. Να αποδέχεται ότι η ύπαρξη δεν υπήρξε ποτέ υπόσχεση ευτυχίας, αλλά πρόσκληση επίγνωσης. Όλα τα υπόλοιπα, η άνεση, η υγεία, η επιτυχία, η διάρκεια, αποτελούν ευλογίες όταν υπάρχουν. Καμία τους όμως δεν απαντά στην ερώτηση που ψιθυρίζει κάθε άνθρωπος λίγο πριν κοιμηθεί: άξιζε; Εκεί αρχίζει το παιχνίδι».
Θα είναι παράξενο το επικείμενο ανέβασμα της «Σαπφώς» το φθινόπωρο. Η πρώτη πρεμιέρα έργου του, υπό το βάρος της απουσίας του. Θα είναι, από την άλλη, και μια υπόμνηση ύπαρξης του Αλέξη Σταμάτη στο μέλλον. Αυτή είναι η ευλογία των καλλιτεχνών: να ζουν μέσα στο έργο τους. Έγραφε την Παρασκευή που μας πέρασε – ίσως το τελευταίο ποίημα του βίου του: «Μερικά σπίτια συνέχισαν να παραμένουν με ανοιχτά παράθυρα, παρότι μέσα δεν κατοικούσε πια κανείς/Κι αυτό, αν με ρωτούσαν, είναι ο ακριβέστερος ορισμός της ψυχής/ Ένα φωτισμένο δωμάτιο που εξακολουθεί να περιμένει εκείνους που έφυγαν».
Ακολουθεί αυτούσια η συνομιλία που είχαμε με τον Αλέξη Σταμάτη και με τη μητέρα του Μπέττυ Αρβανίτη, το ήσυχο 2019.

Σπάνια συνάντηση για δημοσιογραφικούς λόγους ανάμεσα στον γιο Αλέξη Σταμάτη και τη μητέρα Μπέττυ Αρβανίτη. @Ελίνα Γιουνανλή
Κάθονται αντικριστά σ’ ένα τραπέζι. Εκείνος πρέπει να επισπεύσει την επιστροφή του στο σπίτι για να βοηθήσει τη γυναίκα του στη φροντίδα του νεογέννητου γιου τους. Εκείνη σκοπεύει – πριν πιάσει δουλειά – να κατέβει στα μαγαζιά και ν’ αγοράσει δώρο για το εγγονάκι της. Μια συνηθισμένη εικόνα, όσο και μια συνήθης συζήτηση ανάμεσα σε μια μητέρα και το γιο της. Μόνο που αυτή η μητέρα και αυτός ο γιος δεν κάθονται γύρω από το τραπέζι για να αναλύσουν τα οικογενειακά τους, αλλά για να μιλήσουν για δουλειά.
Η Μπέττυ Αρβανίτη και ο Αλέξης Σταμάτης συνεργάζονται για πρώτη φορά καθώς το θεατρικό έργο του δεύτερου, τα «Μελίσσια» κάνουν το ντεμπούτο τους στη Νέα Σκηνή του Εθνικού θεάτρου και η πρώτη αναλαμβάνει εκτάκτως τον βασικό ρόλο – ύστερα από την αποχώρηση της Λήδας Πρωτοψάλτη για λόγους υγείας. Η σύμπτωση θέλει το έργο να περιγράφει την προβληματική σχέση μιας οικογένειας κάτω από το βλέμμα μιας δεσποτικής μητέρας.
«Μόνο που η μαμά του Αλέξη δεν είναι σαν την ηρωίδα του», σπεύδει να ξεκαθαρίσει γελώντας η Μπέττυ Αρβανίτη. Βεβαίως, το κίνητρο για να πρωταγωνιστήσει στο έργο του γιου της ήταν πολύ ισχυρό, πόσω μάλλον κάτω από τις δεδομένες επείγουσες συνθήκες. «Πατήσαμε δυνατό γκάζι για να καταφέρουμε. Ωστόσο, έχω ξεχάσει πως το κείμενο είναι του γιου μου. Δεν θέλω να φορτιστώ συναισθηματικά μ’ αυτόν τον τρόπο. Κρατώ μιαν απόσταση. Λειτουργώ σαν ηθοποιός που προσπαθεί να βρει το ρόλο και το έργο».
Την ίδια φυσικότητα επιδεικνύει και ο Αλέξης Σταμάτης. Καμία συγκινησιακή φόρτιση, κανένα μυθοποιητικό στοιχείο γι’ αυτή την επαγγελματική συνάντηση με τη μητέρα του. «Με παίρνει συχνά στο τηλέφωνο ζητώντας μου διευκρινίσεις για την ηρωίδα της. Μιλάμε σαν να ανταλλάσουμε απόψεις για οποιαδήποτε άλλο καλλιτεχνικό ζήτημα. Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι ο ρόλος της ταιριάζει υπέροχα, πολύ εύκολα μπορείς να την φανταστείς μέσα σε αυτόν».
Ο Αλέξης Σταμάτης ολοκλήρωσε τα «Μελίσσια» το 2011, διαπιστώνοντας πως το θέατρο είναι η πιο απαιτητική γραφή από κάθε άλλη αφού «έχουμε να κάνουμε με ζωντανά πλάσματα, με το εδώ και τώρα, με μιαν αμεσότητα και μια κατάσταση που μπορεί να αλλάξει μ’ ένα ναι ή με ένα όχι». Έγραψε για «ένα σπίτι υπό κατάρρευση, μια δυσλειτουργική οικογένεια, για τη μοναξιά και τις εξαρτητικές σχέσεις αλλά και για την τέχνη αφού η βασική ηρωίδα, η Αγάπη, είναι συγγραφέας».
Ωστόσο, δεν ήταν στις προθέσεις του να καυτηριάσει την αγία ελληνική οικογένεια που έχει μπει στο στόχαστρο πολλών δημιουργών τα τελευταία χρόνια. «Ο τρόπος που γράφω δεν είναι τοπικός. Πιστεύω ότι μπορεί η πλοκή να αφορά σε μιαν οικογένεια, σ’ ένα σπίτι και την ίδια ώρα να αφορά στην Οικουμένη. Το έργο μιλά για την ανθρώπινη φύση σε κρίση» εξηγεί ο συγγραφέας του, διευκρινίζοντας πως δεν συνιστά μια τυπική νεοελληνική ρεαλιστική αφήγηση: «Αυτό το έργο στέκεται λίγο πάνω από το έδαφος και η παρουσία του Γιώργου Παλούμπη στη σκηνοθεσία είναι καθοριστική. Το έργο πρέπει να παιχτεί ρεαλιστικά. Όπως έλεγε και ο Κάφκα ‘το μεταφυσικό γράφεται ρεαλιστικά’».
Και παρότι η ελληνικότητα, ούτε ο νατουραλισμός δεν κατατρέχει τα «Μελίσσια» ο Σταμάτης, ομολογεί πως ανέτρεξε στην δική του οικογένεια αναζητώντας έμπνευση. «Πάντα ένας συγγραφέας αντλεί από τις εμπειρίες του. ‘Όλα είναι αυτοβιογραφία’, όπως λέει και ο Μπόρχες. Από σένα ξεκινάς. Άλλωστε, ο οικογενειακός πυρήνας είναι ένα θέμα που έχω… σπουδάσει αρκετά» σημειώνει.
Όχι, το έργο δεν τους έβαλε σε διαδικασία ανασκόπησης της σχέσης τους. «Νομίζω πως, στο μεταξύ μας, έχουμε εξαντλήσει τα δικά μας θέματα, ώστε δεν χρειάζεται να βρεθεί μια τέτοια αφορμή για να πυροδοτήσει συζητήσεις» λένε.
Η σχέση τους μέσα στο χρόνοΩστόσο, είναι από τις σπάνιες φορές που η Μπέττυ Αρβανίτη και ο Αλέξης Σταμάτης σχολιάζουν τη σχέση τους και μάλιστα από κοινού. Η Μπέττυ θα γινόταν μητέρα – στο πλευρό του τότε συζύγου της, Κώστα Σταμάτη – στα 20 της χρόνια και θα μεγάλωνε, όπως λέει, μαζί με τον Αλέξη. «Τον γέννησα πολύ μικρή και ήμουν ανασφαλής. Το πρώτο διάστημα ως μητέρα συμπεριφερόμουν πολύ ανώριμα. Και τη δική μου ανωριμότητα την πληρώσαμε και οι δύο. Περισσότερο, ο Αλέξης που ήταν σε ευάλωτη ηλικία. Εντάσεις δεν υπήρχαν – δημιουργήθηκαν όμως πληγές. Τελικά, εξελίχθηκα με τα χρόνια. Δεν πέρασα από το στάδιο της τυπικής μητρικής φροντίδας, του τύπου ‘βάλε ζακέτα να μην κρυώσεις’ – το οποίο, βεβαίως, υστερόβγαλα. Η συνειδητοποίηση ήρθε αργά και, καθώς μεγαλώναμε και οι δύο, η σχέση μας πήρε μια μορφή ουσιαστική. Δεν χάθηκε η επαφή της μητέρας με το γιο της αλλά συμπληρώθηκε και με άλλα πράγματα», παραδέχεται.
Ο Αλέξης Σταμάτης θυμάται τα χρόνια της εφηβείας του όπου οι έξοδοι με τη μητέρα του ήταν κοινές, λόγω της μικρής διαφοράς ηλικίας. Θυμάται τα βράδια στο «Χάραμα» για ν’ ακούσουν τον Τσιτσάνη και την Μπέλλου, έχοντας για παρέα «τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου». Θυμάται και την ανεξέλεγκτη εφηβεία του που θα ακολουθούσε. «Ο Τρούμαν Καπότε έλεγε πως ο συγγραφέας πρέπει να είναι ένα πρώην δυστυχισμένος. Το συμμερίζομαι αυτό» λέει τώρα
Το βάπτισμα στη συγγραφήΤα σκληρά βιώματα δεν ήταν τα μόνα που λειτούργησαν προτρεπτικά. Ακολουθώντας τη μητέρα του από τα θεατρικά παρασκήνια στα γυρίσματα ταινιών του ανοίχτηκε ένας άλλος κόσμος. «Όλα αυτά επέδρασαν πολύ στη λειτουργία μου ως συγγραφέα. Εξ ου και δεν έγινα ηθοποιός. Λάτρευα το behind the scene, την κουζίνα του θεάτρου και του κινηματογράφου. Θυμάμαι ακόμα όταν η μάνα μου με είχε πάρει μαζί της στα γυρίσματα του ‘Κάτι κουρασμένα παλικάρια’ όπου έπαιζε μαζί με τον Κωνσταντάρα και τον Παπαγιαννόπουλο. Είχα μείνει έκθαμβος. Ήταν μια εμπειρία που άνοιξε ένα κόσμο μέσα μου».
Η Μπέττυ Αρβανίτη δεν απόρησε όταν είδε το γιο της να παίρνει – παρά το πτυχίο του στην αρχιτεκτονική – το δρόμο της συγγραφής. «Από τότε που τον θυμάμαι διαβάζει και γράφει. Το ενδιαφέρον και η περιέργεια του γύρω από τη γνώση ήταν έντονη κι ας ήταν νήπιο. Τα δε πρώτα του γραπτά, τα ποιήματα, με εντυπωσίασαν. Είμαι φαν του Αλέξη στην ποίηση του. Τολμώ να πω ότι τον κατάλαβα περισσότερο μέσα από τα γραπτά του. Χωρίς ποτέ να τον καταλάβω εντελώς και ολόκληρο».
Θαυμασμός, σεβασμός και σκληρή κριτικήΓενικά, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να θαυμάζουν ο ένας τον άλλον. Ο Αλέξης Σταμάτης μνημονεύει «την αντοχή και την επιμονή» της μητέρας του. «Και αυτή την ειδική σχέση που έχει με το θέμα αλήθεια». Η Μπέττυ Αρβανίτη περιγράφει ένα πολύ ευαίσθητο παιδί, τρυφερό, με πολλές γνώσεις και πολύ μυαλό. «Κι αυτό με γοητεύει πολύ. Φυσικά και έχει ελαττώματα αλλά κυριαρχούν οι αξίες του».
Παρόλα αυτά, κανείς τους δεν χαρίζεται στον άλλο. Αμείλικτοι, σχεδόν, στην εκατέρωθεν κριτική, δίνουν μιαν άλλη διάσταση της σχέσης τους. «Ο Αλέξης λέει πως είμαι πολύ αυστηρή και το παραδέχομαι∙ σηκώνω ψηλά τον πήχη και για μένα και για όλους όσοι αγαπώ. Θεωρώ ότι για να ασχοληθεί κανείς με την Τέχνη πρέπει να υπομείνει κάθε συνθήκη της φιλοδοξίας του. Μόνο έτσι αξίζει η Τέχνη. Δεν θα με ενδιέφερε απλώς και μόνο η επιτυχία του».
Τα σχέδια για σκηνοθεσίαΓι’ αυτό και δεν διστάζει να εκφράσει τις ενστάσεις της όταν ακούει τον Αλέξη να δηλώνει την άσβεστη επιθυμία του να σκηνοθετήσει έστω και για μια φορά στο θέατρο, ένα δικό του έργο. «Η σκηνοθεσία είναι μια άλλη δουλειά. Κι εγώ είμαι της άποψης ότι ο καθένας πρέπει να παίζει στο γήπεδο του. Θέλω να αφοσιώνομαι. Γι’ αυτό και δοκίμασα μόνο μια φορά να σκηνοθετήσω. Συνειδητοποίησα πως δεν μπορώ να επέμβω στην παράσταση μετά την παράδοση της κάτι που δεν κάνω ως ηθοποιός γιατί, αντίθετα, εξελίσσομαι στην πορεία των παραστάσεων».
Ενας… τρίτος ανάμεσα τουςΌ,τι κι αν ειπωθεί σ’ αυτό το τραπέζι και οι δύο καταλήγουν πως η σχέση τους είναι βαθιά και αγαπητική. «100% αγαπητική» προσθέτει η κ. Αρβανίτη. Σ’ αυτό τον κύκλο αγάπης τους τελευταίους δύο μήνες έχει προστεθεί ένας ακόμα κρίκος, ο Ερμής, ο γιος του Αλέξη Σταμάτη και της γυναίκας του και ηθοποιού Εύας Σιμάτου. Η γιαγιά Μπέττυ Αρβανίτη που δεν περίμενε ότι θα αποκτήσει εγγόνι δηλώνει τώρα ερωτευμένη. «Έχω πάθει πλάκα με το καινούργιο μικρό στην οικογένεια. Είναι ένα μυστήριο που κάθε μέρα μεγαλώνει, που αλλάζει κι αναρωτιέμαι πως θα είμαι ικανή να του συστηθώ. Είναι μια εμπειρία σπουδαία» λέει. Ο Αλέξης Σταμάτης, μέσα από το μεγάλωμα του γιου του, συνειδητοποιεί πως αρχίζει να καταλαβαίνει τη θέση του γονιού άρα και της μάνας του. «Παρακολουθούμε τον Ερμή με ανοιχτά μάτια. Δεν ζούμε πια, εγώ και η Εύα, μόνο τη δική μας περιπέτεια, ζούμε και την περιπέτεια ενός άλλου πλάσματος. Και είμαι σίγουρος πως δεν υπάρχει manual ανατροφής ενός παιδιού. Όλα εδώ μαθαίνονται».
Και κάπως έτσι, χάριν της νέας άφιξης στη ζωή τους, βρίσκουν τη δύναμη να πουν τι έχει μάθει ο ένας από τον άλλο. Ο γιος θα πει πως η μάνα του έμαθε να ζει όπως κολυμπάει. «Διώχνει τα νερά προς τα πίσω κινούμενη πάντα προς τα μπροστά. Κι είναι ένας άνθρωπος που μου δίδαξε τι σημαίνει πραγματική αξιοπρέπεια». Η μάνα θα πει πως ο γιος της δίδαξε να αφαιρεί τα περιττά στη ζωή και διεισδύει στην ουσία. Θα περάσει ώρα αρκετή πριν αφήσουν το οικογενειακό τραπέζι.