Τα σκαλιά του δημαρχείου Ερμούπολης είναι, από ώρα, ασφυκτικά γεμάτα, παρακολουθώντας το στήσιμο της σκηνής και τις πρόβες. Άλλοι έχουν φέρει μικρά σκαμπό και καρεκλάκια θαλάσσης για να πάρουν θέση στις πρώτες σειρές, η πλατεία Μιαούλη μοιάζει με μικρή συναυλιακή αρένα, ενώ όποιο σκαλοπάτι κερδίζει (από κατασκευής) ύψος, έχει καταληφθεί κι αυτό από θεατές. Η συναυλία του Γιώργου Νταλάρα στο πλαίσιο του εδραιωμένου Φεστιβάλ Ρεμπέτικου στη Σύρο (που φέτος έκλεισε τα 10 του χρόνια) είναι το μουσικό γεγονός του καλοκαιριού, όχι μόνο για το νησί, αλλά και υπερτοπικά. Πολλοί ταξιδιώτες έχουν φτάσει για να ακούσουν τον Νταλάρα να ξανασμίγει με το ρεμπέτικο από τις γειτονικές Κυκλάδες, το Νότιο Αιγαίο, λιγότεροι από την ηπειρωτική Ελλάδα και κάποιοι ελάχιστοι από το εξωτερικό. Μια κυρία από το βάθος των καθήμενων θεατών φωνάζει πως έχει έρθει από την Ισπανία, αλλά η φωνή της δεν φτάνει ποτέ στη σκηνή. Άλλωστε, δεν υπάρχει άλλος Έλληνας ερμηνευτής αυτής της κλίμακας, που να έχει συνδεθεί με την αναβίωση του είδους με τέτοια αγάπη, συνέπεια, εργατικότητα.

Άποψη από την κατάμεστη πλατεία Μιαούλη με φόντο το φωτισμένο Δημαρχείο Ερμούπολης. @Στέφανος Μαμίδης
«Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει εξελιχθεί στο πιο αντιπροσωπευτικό μουσικό είδος της χώρας. Πανεπιστήμια της Ευρώπης ασχολούνται με ερευνητική διάθεση με το ρεμπέτικο, ζητούν από τους μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς φοιτητές τους να καταπιαστούν με αυτό, κάτι που εισπράττουμε και στις ευρωπαϊκές περιοδείες μας: μας ζητούν να εμφανιστούμε με πρόγραμμα βασισμένο στην ελληνική ρεμπέτική παράδοση. Αλλά ακόμα και νέα παιδιά που υπηρετούν άλλα είδη μουσικής, όπως το hip hop, με πλησιάζουν γιατί ψάχνουν τον τρόπο να μάθουν και να εμπλέξουν τη δική τους κουλτούρα με τα ρεμπέτικα. Θεωρώ πως το ρεμπέτικο βλέπει το μέλλον με πολλή αισιοδοξία, δεν πρόκειται για ένα μουσειακό είδος. Τα τραγούδια του θα μείνουν, θα ζουν χρόνια μετά από εμάς. Έχουν μεγαλύτερη αξία από τη φθαρτή μας ύλη και μεγαλύτερο δρόμο να διανύσουν από τον δικό μας», λέει από μικροφώνου ο Γιώργος Νταλάρας, ενωπίω ενός κοινού που ανατράφηκε κυριολεκτικά με το ρεμπέτικο, αφού η Σύρος είναι η πρωτομάνα του. Και ο ίδιος είναι αφενός γεννημένος στον Πειραιά και αφετέρου ένας πολιτογραφημένος Συριανός για περισσότερα από τα μισά χρόνια της ζωής του, όπως υπενθυμίζει και ο ίδιος.
Δεν είναι τυχαία η ανταπόκριση που έχουν τα τραγούδια του Συριανού Μάρκου Βαμβακάρη, από τα πρώτα κιόλας ακόρντα της πολύπειρης ορχήστρας που συνοδεύει τον Νταλάρα με τον κόσμο να τραγουδάει τους στίχους, προλογίζοντας τα, ανυπόμονα. Από «Τα Χαράματα» που ανοίγουν τη συναυλία, «Τα ματόκλαδα σου λάμπουνε», στο «Μικρός αρραβωνιάστηκα», «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», «Τα δυο σου χέρια πήρανε» με αποκορύφωμα την «Φραγκοσυριάνη», αέναο ύμνο των Συριανών, κοντά 100 χρόνια τώρα, όπου η φωνή των ερμηνευτών – μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα τραγουδούν εξαιρετικά η Ασπασία Στρατηγού, η Ανατολή Μαργιόλα και ο Βασίλης Κορακάκης – και του κοινού ενώνεται σε μια κοινή φωνή, οδηγώντας τις νότες ως το λιμάνι.

Στο πλάϊ της ομάδας νεαρών μουσικών της Σύρου, «Εν χορδαίς και οργάνοις», άνοιξε τη βραδιά.
Μα ούτε τυχαίο είναι και το εναρκτήριο λάκτισμα της βραδιάς όπου ο Γιώργος Νταλάρας συστήνει και παραδίδει τη σκηνή στο νέο αίμα του ρεμπέτικου της «Σύρας», τους επτά έφηβους μουσικούς της σχολής «Εν χορδαίς και οργάνοις» – υλοποίηση μιας ιδέας του Σταύρου Ξαρχάκου που διατυπώθηκε το 2016. Έκτοτε έχει καλλιεργηθεί η πρώτη γενιά μουσικών, έφηβοι σήμερα, που μοιράζονται το πάλκο με τον κορυφαίο ερμηνευτή με το «Όσοι γενούν πρωθυπουργοί» και «Τα ζηλιάρικα σου μάτια» (Βαμβακάρης και πάλι) επιδεικνύοντας τις ικανότητες τους στο μπουζούκι, την κιθάρα και το τραγούδι, προοιωνίζοντας την ίδρυση της Μουσικής Σχολής Σύρου.
Ο δεσμός με τον ΤσιτσάνηΣτην πατρίδα μεν του Μάρκου και στον τόπο του ρεμπέτικου, αλλά το πρόγραμμα της βραδιάς είναι συνεκτικό, πληρέστατο, ρέον τιμώντας όλες εκείνες τις μορφές που διαμόρφωσαν την ιστορία της ρεμπέτικης μουσικής. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, έτερη εμβληματική φυσιογνωμία του είδους, περνά από τα χείλη του Νταλάρα, της Στρατηγού, της Μαργιόλα και του Κορακάκη, σταθερούς συνεργάτες του πρώτου, για τους οποίους δεν σταματά, στη διάρκεια της συναυλίας, να μιλά με λόγια εγκωμιαστικά. «’Ο,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ», «Στρώσε μου να κοιμηθώ», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Κάθε βράδυ πάντα λυπημένη», «Ακρογιαλιές δειλινά», «Μάγισσα της αραπιάς», «Νύχτες μαγικές», «Ζαϊρα», «Απόψε κάνεις μπαμ», «Αργοσβήνεις μόνη», «Γκιουλμπαχάρ», «Γεια σου καΐκι μου, αϊ Νικόλα», «Ξημερώνει και βραδιάζει», «Ανάθεμά σε θάλασσα», συνθέτουν έναν πληθωρικό φόρο τιμής στο μέγα Τρικαλινό. Εξάλλου, ο Γιώργος Νταλάρας έχει συνδεθεί με το έργο του σχεδόν από το ξεκίνημα της προσωπικής του πορείας, επιφυλάσσοντας του σειρά live αφιερωμάτων αλλά και ηχογραφήσεων μέσα στις δεκαετίες.

Συνοδεύοντας την 12μελή ορχήστρα με την κιθάρα του.
Φυσικά, θ’ ακουστούν σπουδαίες συνθέσεις του Απόστολου Χατζηχρήστου («Ας μην ξημέρωνε ποτέ», «Παραπονιάρικο μου» και «Καϊξή»), του Γιάννη Παπαϊωάννου («Πως θα περάσει η βραδιά»), του Θόδωρου Δερβενιώτη («Άλλα μου λεν τα μάτια σου»), του Απόστολου Καλδάρα («Ένα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι»), του Πάνου Τούντα («Δημητρούλα μου»), του Μανώλη Χιώτη («Σβήσε τη φλόγα»), του Βαγγέλη Παπάζογλου («Πέντε χρόνια δικασμένος»), του Μπαγιαντέρα («Χατζηκυριάκειο») του Στράτου Παγιουμτζή («Τι σου λέει η μάνα σου για μένα») και φυσικά του Γιώργου Ζαμπέτα που με το «Ναυτάκι Συριανό» θα πυροδοτήσει καινούργιες παρέες χορού μέσα στην πλατεία Μιαούλη. Αν και οι χοροί έχουν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα – ακόμα και στην κορυφή των σκαλιών του δημαρχείου ή όπου υπήρχε κενός χώρος – ενώ ο Γιώργος Νταλάρας δεν ξεχνούσε να αποδίδει τα «εύγε» του στο πολυπληθές κοινό που ‘ξεκούραζε’ με ενθουσιασμό τους τραγουδιστές και την καλοκουρδισμένη δωδεκαμελή ορχήστρα με μαέστρο τον Γιώργο Παπαχριστούδη.

Η συναυλία του Γιώργου Νταλάρα από την ταράτσα του δημαρχείου Ερμούπολης.
Δύο ώρες μετά, είναι ο κόσμος που δεν του επιτρέπει ν’ αφήσει τη σκηνή, ζητώντας «κι άλλο»: από Συριανούς μιας ηλικίας, πιτσιρίκια κι έφηβους που κατέγραφαν τα πάντα με τα κινητά τους, αλλά και τουρίστες που είχαν σταθμεύσει με ιστιοπλοϊκά στο λιμάνι. Για το τέλος, ο Γιώργος Νταλάρας κρατάει τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» σε acapella εκτέλεση – και πάλι με το κοινό ως σύμμαχο. Και η Κυριακή αυτή, 30 Αυγούστου, τελευταία του Φεστιβάλ Ρεμπέτικου, μόνο συννεφιασμένη δεν είναι. Ο κόσμος πλημμυρίζει κεντρικούς δρόμους και στενά, το λιμάνι, τα μπαράκια, τα εστιατόρια που ανοίγουν περιμένοντας τη λήξη της εκδήλωσης, με τη δροσιά του αιγαιοπελαγίτικου βοριά που καλά κρατεί και τη δροσερή ανάμνηση που αφήνει μέσα σου μια ωραία συναυλία.