Η ταλαιπωρημένη σαραντάχρονη (και κάτι ψιλά) με το εμφανώς παλιοκαιρινό t-shirt εποχής “Americana” με τα κομμένα μανίκια, είχε το νου της το ατίθασο αγοράκι που στριφογύριζε σε ακτίνα δύο μέτρων γύρω της, ώσπου του έβαλε μπροστά ένα πλαστικόχαρτο δισάκι με κοτόπουλο κι άρχισε να χτυπιέται με την ησυχία της.
Ακριβώς πάνω που το μέτρημα της εισαγωγής του “Come Out And Play”, η πενταμελής ομάδα από τον Καρέα που είχε δυό χρόνια να βρεθεί, αγκαλιάστηκε με την πεπειραμένη εγγύτητα των πρώτων γραμμών και ουρλιάζοντας άρχισε να χοροπηδάει.
Αξύριστοι νεομπαμπάδες με πιτσιρίκες στους ώμους, κατάστικτες βαμπ, κινούμενες εκθέσεις πήρσινγκ με λαιμαργιές και βλέφαρο βαμμένο σαν των διαρρηκτών που ανοίξανε το σπίτι του Μάϊκ του Ζαμπίδη, no name φανελλακοφόροι με βερμούδες και βέϊπ, ξεσαλωμένοι ημίγυμνοι με μούρλια να μεταμορφωθούν σε animal boys στις moshpitιές που ανοίξανε γρήγορα και τους περιμένανε, μετρημένα γεροντόπανκα, τουρίστες που δοκιμάζαν τα νέα Johnny Walker Cherry, θάλασσες χαμογελαστών σαραντάρηδων που – είναι φανερό – είχαν έρθει για το σημαδιακό του gathering. Να ξεχυθούνε και να φωνάξουν στο γκάζι του “All I Want”, να χτυπηθούν στο “Gotta Get Away”, να νιώσουν pretty fly for a white guy, κάποιοι να ξαναδούν, για τρίτη φορά μετά το 2008 και το 2024 το μεγαλύτερο “punk” συγκρότημα που σημάδεψε τα νιάτα και – πλέον- τα μεσηλικια τους.
Μια απολαυστική συναυλία, με εξωστρέφεια, απενοχοποίηση, συμμετοχή και νεύρο ανάλογη με τα δύο ιστορικά και τόσο παλλόμενα από ενέργεια ονόματα του καλιφορνέζικου πανκ.
Γιατί, όπως λέει κι η αθάνατη ατάκα στο “NYC Punk” την ταινία του James Merendino (1998) “American punks played harder, faster and with more love than anyone else”.
REW όμως στο ξεκίνημα της βραδιάς, καθώς οι θρυλικοί Bad Religion, στην δεύτερη εμφάνισή τους στη χώρα μας μετά το 2010, λες και συνοψίζουν σ’ αυτή την πιο πάνω φράση όλη τους την μακρά δισκογραφία. Συν το ότι οι στίχοι τους, καβάλα σε μπητλοφανείς, ασυμβίβαστες μελωδικές γραμμές χτυπάνε γροθιές σε κάθε μαχαίρι που το πάνκ γεννήθηκε για να λυγίσει, έστω και ματώνοντας.
Ο 62χρονος Gregg Graffin, ένας από τους ελάχιστους punks που εξακολουθεί να κοιτά το κοινό στα μάτια την ώρα που τους σερβίρει την κατασταλαγμένη οργή για τα κακώς κείμενα, από την πλευρά του αμερικάνικου εφιάλτη και δώθε, ανέβηκε αγέρωχος στη σκηνή, με το αραιωμένο λευκό μαλλί και το τετράγωνο γυαλί του πιο πωρωτικού καθηγητή Xημείας σε μεταλυκειακό παράρτημα που δεν είχες ποτέ κι άρχισε να τα χώνει με το “Recipe For Hate”. Δίπλα του μια άκρως ανεβαστική ομάδα παπουδοειδών, με τον ιδρυτικό, πρόσχαρο, μπασίστα Jay Bentley δίπλα στον (με λευκό μπλουζάκι Buzzcocks, το αλάνι) 61χρονο κιθαρίστα Brian Baker, τον ιδρυτή των Minor Threat (αμφιβάλλω αν το 90% των θεατών γνωρίζουν πόσο cult περίπτωση εμφανίστηκε μπροστά στα ματάκια τους) και το νεούδι των 59 ετών Mike Dimkich (που κάποτε έπαιξε με τον … Steve Jones, ήδη μαζί τους από το 2013).
Με ένα σαρωτικό σετ 25 τραγουδιών παιγμένων με την ακαταμάχητη «πάρτα στη μούρη» στάση τους, οι Bad Religion υπό τον καλοκαιρινό ήλιο του απογεύματος ανέβασαν την πανκοσύνη στα δέοντα επίπεδα, με όλους τους δυναμίτες σε μορφή δυομισάλεπτου μανιφέστου που έχουνε γράψει να σε χτυπάνε pavlovian rudly (που λέει και το κουπλέ) καταπρόσωπο . “Them And Us”, “Los Angeles Is Burning”, “Streets Of America”, “Fuck You”. ”Come Join Us”, “We’ re On;y Gonna Die”, “Punk Rock Song”, “A Walk”, “You”.
Με μεγάλη ικανοποίηση διαπίστωσα ότι το άλμπουμ “The Gray Race”, που στα nineties (δίπλα στους Offspring και τους Green Day) έσκασε σα βόμβα, προσέφερε μια χούφτα κομμάτια του στο σετ λιστ. Δεν είναι λίγο, 31 χρόνια μετά.
Ο βραβευμένος συγραφέας, εκπαιδευτής ενηλίκων, κάτοχος δύο μπάτσελορ (Βιολογίας, Γεωλογίας), ενός μάστερ (Γεωλογίας, όλα από το UCLA) και Διδακτορικού στην Ζωολογία (από το Cornell) Graffin είναι το πιο δυναμικό και επικίνδυνο πρότυπο πανκ μουσικού, αυτό που το πανκ όφειλε στην πολιτιστιμική ιστορία να κληροδοτήσει: ένας μορφωμένος πολιτικά αιχμηρός στιχουργός που με κάθε του ρεφραίν (εκτός του ότι σε κάνει να ανακαλύπτεις τις μελωδικές δυνατότητες του ουρλιαχτού σου) σε παραπέμπει με επιστημονική ακρίβεια σε κεφάλαια της αμερικανικής και της παγκοσμιοποιημένης ιστορίας, σε ανησυχίες που ο ίδιος μπορεί να είχε εδώ και δεκαετίες και που τώρα ξεδιπλώθηκαν ως παγκόσμιοι φόβοι που σε αφορούν.
Γύρω στις 21:40 ήρθε η ώρα για τους headliners, Offspring.
O 60χρονος Dexter Holland έχει ακόμη μια στεντόρεια φωνάρα και σήμερα δείχνει –μέσα στο καρώ του κολάν- ένα άριστα διατηρημένο κράμα του Peter Cetera με τον παλιό χολλυγουντιανό δευτερορολίστα William Devane (για τους παλιότερους), με την χαρακτηριστική καλιφορνέζικη οδοντική εκφορά και τη διαρκή κίνηση.
Ο 63χρονος κιθαρίστας -πρώην δάσκαλος δημοτικού σχολείου- Noodles (σαν να μπήκε στο πλυντήριο με την χλωρίνη το μούτρο του Steve Jones) δείχνει να το απολαμβάνει πραγματικά. Γι’ αυτό και χωρίς καμία από τις -στην Ελλάδα συχνότατες όσο και γελοίες- αρτηριοσκληρύνσεις (είμαι πανκ – κατάρα στο κλασσικό ροκ), έπαιξε ό,τι θέμα ήξερε από Paranoid, Hall Of The Mountain King μέχρι και …Crazy Train (με τον άλλο κιθαρίστα, τον μόλις 34χρονο Jonah Nimoy να παίζει όλο το σόλο του Randy Rhoads καρφί). Η μπάντα δεμένη και επαγγελματική, προγραμματισμένη να σείσει μεγάλα πλήθη.
Τo “Bad Habit”, το (rippoff του Obladi-Oblada) “Why Don’t You Get A Job» και το απέραντα και σεισμικά γλυκόπικρο έπος “The Kids Aren’t Alright” το έκαναν και με το παραπάνω.
Έ, όχι βέβαια. Δεν είναι οι Offspring οι «Sex Pistols της γενιάς των ‘90s» και τέτοιες μουσικά ανιστόρητες σοσιαλμηντιακές γραφικότητες. Υπήρξαν και είναι μια συμπεριληπτική ροκ εκδοχή του αμερικάνικου punk, μπολιασμένη με την οδοστρωτηριακή μελωδία των Ramones και των Bad Religion (οι οποίοι δισκογραφούν από το 1981), αλλά και με την αγριάδα των Dead Kennedys και δεν άλλαξαν ρότα ακόμη κι όταν με το “Smash” γνώρισαν τεράστια επιτυχία. Τεράστια επιτυχία γνώρισαν την ίδια εποχή και οι Green Day (ας αναγνωρίσουμε ότι για την πλειοψηφία του ελληνικού κοινού της 7/7 τα δύο συγκροτήματα σχεδόν ταυτίζονται σε ύφος και αξία), όμως ο Billy και οι θεατρινισμοί του καθιστούν τους τελευταίους πολύ πιο ποπ (και ξεπατικment) εκδοχή του ίδιου ιδιώματος, παρά την υπερδιπλάσια σε πωλήσεις απήχηση που είχε το “Dookie” στην δεκαετία του ‘90.
Πόσο άνιση, αποπροσανατολιστική εποχή, πράγματι, υπήρξαν τα nineties για το μουσικό κοινό της Ελλάδας που τότε ακόνιζε τα αισθητικά και μουσικά του αισθητήρια. Βρισκόμενος ανάμεσα στους πάνω από 20.000 ανθρώπους που μάζευαν τα αποθέματά τους για να ουρλιάξουν το ημιάναρθρο ρεφραίν του “Self Esteem”, αγνοώντας κατά ευρεία πλειοψηφία τον σαρδόνια αυτοεξευτελιστικό στίχο που περιγράφει σαν από εγχειρίδιο την ψυχολογία ενός loser – παραδομένου στην ναρκισσιστική κακοποιήτριά του, αναλογίζομαι την αντίστιξη: οι επίσης διάσημοι, «πχιοτικοί» (που έλεγε κι η Μαλβίνα) και της ίδιας εποχής, Άγγλοι Radiohead, σάρωσαν τα πάντα με το “Creep”, προσφέροντας στην ίδια γενιά ακροατών, την θυματοποίηση εξαιτίας χαμηλής αυτοεκτίμησης στις διαπροσωπικές σχέσεις ως γοητεία. Πάνω στο ύφος αυτό, εν αγνοία των δημιουργών του και προς τέρψιν των κλειδοκρατόρων της «εναλλακτικής» μουσικής βιομηχανίας, της και καλά «ανεξάρτητης», κτίστηκαν νεορομαντικά ηττοπαθή και αυτοπαθή ρεύματα, emo αρνητισμοί και λιλά μουσικά κλίματα, τα οποία κορυφώθηκαν μετά τον αυτοπυροβολισμό του δύσμοιρου Cobain.
Πού είναι το ροκ-εν-ρολ σ’ όλ’ αυτά; Μα, στο παράστημα των εξηντάρηδων που του δώσανε και κατάλαβε στην πλατεία Νερού.
Το ποιος από τους δύο τύπους loser των nineties διασώθηκε ακέραιος, ιδρωμένος και αποφασισμένος, μέσα από τριάντα και βάλε χρόνων συναυλιακής αυτοκάθαρσης, το κοινό της πλατείας νερού, πάντως, το έχει, με το σώμα και την όρεξή του απαντήσει.
You gotta keep ‘em separated