Την εβδομάδα που πέρασε πήγαμε θέατρο, ακούσαμε μουσική, κάναμε βόλτες στην πόλη και φυσικά παρακολουθήσαμε την επικαιρότητα, η οποία – όπως πάντα – ήταν πλούσια. Σε αυτό το HotOrNot μοιραζόμαστε μαζί σας όσα ξεχωρίσαμε την εβδομάδα αυτή, δηλαδή όσα μας άρεσαν, αλλά και όσα μας δυσαρέστησαν.
(+) Η συζήτηση για τα Γλυπτά του Παρθενώνα αλλάζει πίστα
Η περασμένη εβδομάδα επιφύλασσε μια μικρή διπλωματική ανατροπή. Κατά την 25η Σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την Επιστροφή Πολιτιστικών Αγαθών, η Τουρκία αμφισβήτησε ανοιχτά τη βρετανική επιχειρηματολογία γύρω από τα Γλυπτά του Παρθενώνα, καλώντας το Ηνωμένο Βασίλειο να σταματήσει να επικαλείται σουλτανικά έγγραφα και αμφιλεγόμενα «φιρμάνια» ως τεκμήρια νομιμότητας για την αφαίρεσή τους από τον Έλγιν. Με άλλα λόγια, ειπώθηκε δημόσια κάτι που εδώ και δεκαετίες υπονοείται: ότι το βρετανικό αφήγημα περί νόμιμης απόκτησης των Γλυπτών δεν είναι τόσο ακλόνητο όσο παρουσιάζεται. Οι αντιδράσεις ήταν άμεσες. Τα social media πήραν φωτιά, διεθνή μέσα ενημέρωσης στάθηκαν στην παρέμβαση και αρκετοί μίλησαν για μια απροσδόκητη, αλλά ουσιαστική ενίσχυση της ελληνικής θέσης, τόσο σε πολιτικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο.
Από την άλλη πλευρά, το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει πιστό στη γνώριμη γραμμή του: όλα έγιναν νόμιμα, όλα έγιναν με τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Όταν όμως η ίδια η πλευρά στην οποία βασίζεται διαχρονικά η επίκληση αυτής της «νομιμότητας» θέτει δημόσια υπό αμφισβήτηση τα επιχειρήματά της, το αφήγημα δύσκολα μένει ανεπηρέαστο.
Τα Γλυπτά μπορεί να μην έχουν ακόμη πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Η συζήτηση όμως μοιάζει να έχει αλλάξει δυναμική. Και όταν ακόμη και οι γείτονές μας αμφισβητούν την επιχειρηματολογία του Λονδίνου, το διαχρονικό αίτημα «Give us back the Parthenon Marbles» ακούγεται, αν μη τι άλλο, λίγο πιο δυνατό.
Ιανός Κωνσταντόπουλος
Το Μπαλκόνι του Papazó επέστρεψε στην πλατεία Δεξαμενής, φέρνοντας καλοκαιρινό αέρα, και εμείς συναντηθήκαμε για να γιορτάσουμε τα δύο χρόνια ύπαρξής του, με την πιο party, groove διάθεση.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο Βασίλης Παπαζώτος -γνωστός ως Papazó– ξεκίνησε να προσκαλεί στο μπαλκόνι του καλλιτέχνες, είτε ανερχόμενους είτε και πιο γνωστούς για εκείνα τα υπέροχα, παρεΐστικα ντουέτα που θυμόμαστε ακόμα και σήμερα. Αυτό που κατάφερε, όμως, ήταν αυτήν ακριβώς την απλοϊκότητα και ουσιαστικότητα των τραγουδιών με τα οποία μας πρωτοσυστήθηκε στα viral βίντεό του, να τη φέρει ζωντανά σε μία απίστευτη συναυλία -θεσμό πλέον- στην πιο κεντρική (και όμορφη) πλατεία της Αθήνας, στους πρόποδες του Λυκαβηττού με θέα την Ακρόπολη. Και το μπαλκόνι άλλαξε τοποθεσία γιατί δεν χωρούσε πια πίσω από μια οθόνη, οι δύο φωνές έγιναν επτά και η μία κιθάρα έγινε ολόκληρη μπάντα.
Ο Papazó, μαζί με τους εκπληκτικούς καλεσμένους του· την Demy, τη Μυρτώ Βασιλείου, την Αλεξάνδρα Μάγκου, την Άρτεμη Κυριακοπούλου και τους Γιαγκίνηδες, τραγούδησαν για τις φιλίες, τις απώλειες, τον έρωτα, τα αγαπημένα σε όλους δικά τους κομμάτια αλλά και τις γνώριμες διασκευές, συνδυάζοντας τις εξαιρετικά μελωδικές φωνές τους με την μελαγχολική-νοσταλγική νότα που κάθε καλοκαίρι (που σέβεται τον εαυτό του) έχει!
Γιώτα Ευθυμίου
Ο Pedro Almodóvar επιστρέφει στην ισπανόφωνη comfort zone του με το Bitter Christmas και είναι σαν να επιστρέφεις σε ένα γνώριμο σπίτι που έχει αλλάξει διαρρύθμιση: όλα γνώριμα, όλα στιλάτα, αλλά κάτι δεν δένει πλήρως.
Μια σκηνοθέτιδα διαφημίσεων με ανεξήγητες ημικρανίες προσπαθεί να κρατήσει τη ζωή της σε τάξη, μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να πάλλεται διαρκώς ανάμεσα στο δράμα και την ειρωνεία. Το αποτέλεσμα είναι ένα αισθητικά απολαυστικό σύμπαν, με το γνώριμο almodóvarικό χρώμα, που όμως δεν καταφέρνει πάντα να γίνει πραγματικά καθηλωτικό. Υπάρχουν στιγμές που σε κερδίζει με το στιλ και την ενέργειά του, αλλά στο τέλος μένει περισσότερο σαν ένα όμορφο, κάπως αποστασιοποιημένο όνειρο.
Παρά τις ενδιαφέρουσες ιδέες της ταινίας, ένιωσα πως έμενε κάπως συναισθηματικά επίπεδη και δεν κατάφερε ποτέ να με παρασύρει πλήρως. Ίσως τελικά να υπάρχει λόγος που μετά τις Κάννες η συζήτηση γύρω της κράτησε λιγότερο απ’ όσο περίμενε κανείς. Όμως, παραμένω μια πιστή Almodóvarίτσα ακόμα κι όταν δεν με κερδίζει πλήρως
Δάφνη Τζώρτζη
Θα μου επιτρέψετε το ίσως κακό λογοπαίγνιο που χρησιμοποίησα παραπάνω, αλλά πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω την “Οργή Λαού”; Αν όχι “σκέτη ποίηση”, τότε σίγουρα έναν από τους πιο όμορφους δίσκους που έχω ακούσει εδώ και καιρό, με εξαιρετικές μελοποιήσεις, αγαπημένων ποιημάτων που τώρα είναι ανάγκη να θυμηθούμε πιο πολύ από ποτέ. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που τα Υπόγεια Ρεύματα καταπιάνονται με την μελοποίηση – ήδη από τον δίσκο τους “Ο μάγος κοιτάζει την πόλη” του 1994, για παράδειγμα, είχαμε ακούσει το “Ανδρείκελα” του Κώστα Καρυωτάκη. Με Καρυωτάκη και το εξαιρετικό “Gala” ξεκινά και ο τελευταίος δίσκος τους – που δανείζεται τον τίτλο του από την “Οργή λαού” του Βάρναλη – ο οποίος περιλαμβάνει ένα ποίημα του Καρυωτάκη, εφτά του Κώστα Βάρναλη και τέσσερα του Κωστή Παλαμά. Και οι δώδεκα πρωτότυπες μελοποιήσεις των Υπόγειων Ρευμάτων είναι υπέροχες, δεν υπάρχει ούτε ένα skip στον δίσκο αυτό. Το αντίθετο. Θες να τον ακούσεις με τη σειρά, από την αρχή μέχρι το τελος, για να πας από το “Γάλα” του Καρυωτάκη, στο πιο ατμοσφαιρικό “Τρεις θανατοι”, αμέσως μετά δυναμικά στα υπόλοιπα ποιήματα του Βάρναλη – με δικά μου highlight τα Εθνική Παιδεία, Η Συμφωνία, Ξεπεσμός – και να κλείσεις θριαμβευτικά με Κωστή Παλαμά.
Σε μια εποχή που η εκμετάλλευση έχει φτάσει στο αμήν, είναι όχι μόνο επίκαιρο, άλλα και ιστορικά αναγκαίο να θυμόμαστε ότι μερικές δεκάδες χρόνια μετά την έμπνευση των ποιητών μας, δεν έχουν αλλάξει και πολλά (τρανταχτή απόδειξη το ποίημα “Παρωδία” που ο Βάρναλης έγραψε τον προηγούμενο αιώνα και πιο “σημερινό” δεν θα μπορούσε να είναι). Μόνο “εμείς οι εργάτες” μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο αυτό. Γι’αυτό, “αν λαχταρας τον ήλιο ανασηκώσου” που λέει και ο ποιητής.
Τατιάνα Γεωργακοπούλου