Καθώς κοντά στις 10.000 θεατών περίμεναν υπομονετικά να έρθει η σειρά τους για να μπουν στις σκάλες εξόδου των διαζωμάτων, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, φανταζόμουν τις 20.000 ανθρώπων – που είχαν καθίσει άραγε; – οι οποίοι ακολουθούσαν την ίδια διαδρομή το 1961. Τις συνολικά 38.000 χιλιάδες ατόμων που είδαν την παράσταση εκείνον τον Αύγουστο και πατούσαν τα ίδια μάρμαρα, άκουσαν το ίδιο λιμπρέτο, την ίδια μουσική.
Κι έπειτα, παρακολουθώντας τις ομάδες τεχνικών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής να ξεστήνουν μεθοδικά το σκηνικό (μόλις λίγα λεπτά μετά την τελευταία υπόκλιση της «Μήδειας») σκεφτόμουν το μέγεθος της παραγωγής που σηματοδοτούσε το ανέβασμα της όπερας του Κερουμπίνι, 65 χρόνια πριν, από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Όλα αυτά θα ήταν μια αναθύμηση για κάποιον που είχε ζήσει την, τότε ιστορική, εμπειρία καθώς κι εκείνη του περασμένου Σαββάτου. Υποθέτω πως λιγοστοί (ίσως κανείς) δεν είχε αυτό το προνόμιο. Βέβαια, όλοι όσοι κατακλύσαμε το αρχαίο θέατρο προχθές, γευτήκαμε το ανεκτίμητο δώρο της υπενθύμισης: της αναβίωσης της ιστορικής μνήμης· των γεγονότων που κρατούν το νήμα του ελληνικού παραστατικού πολιτισμού ζωντανό και υπογραμμίζουν τι σημαίνει να γίνεσαι μέρος του μέσα στις δεκαετίες, τις αλλαγές των αιώνων, των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών.

Κάτοψη της κατάμεστης ορχήστρας. @Ανδρέας Σιμόπουλος
Αναλογιστείτε τη διαδρομή της καλλιτεχνικής δημιουργίας μέσα στο χρόνο: ο Λουίτζι Κερουμπίνι συνθέτει τη «Μήδεια» το 1794 πάνω στο ήδη έτοιμο λιμπρέτο του Φρανσουά Μπενουά Οφμάν (1790) για να παρασταθεί τελικά το 1797 στο Παρίσι. Ένα έργο που ανακάλυψαν οι Γερμανοί, συγκεντρώνοντας τον θαυμασμό κλασικών συνθετών, όπως ο Σούμπερτ και ο Μπραμς. Στις αρχές του 20ου αιώνα η όπερα του Κερουμπίνι ανεβαίνει στη Σκάλα του Μιλάνου, αλλά θα ξαναζήσει μια δεύτερη άνοιξη όταν πια την ανακαλύπτει η Μαρία Κάλλας μισό αιώνα μετά (1953), ερμηνεύοντας την στην Φλωρεντία. Μέχρι να φτάσουμε στον, διεθνούς βεληνεκούς, θρίαμβο της Επιδαύρου, η Κάλλας είχε συστήσει τον Κερουμπίνι στο αμερικανικό κοινό – για την ακρίβεια στην όπερα του Ντάλας στο Τέξας το 1958 – φτιαγμένη από το θρυλικό ελληνικό επιτελείο: Αλέξης Μινωτής στη σκηνοθεσία, Γιάννης Τσαρούχης στην εικαστική αποτύπωση, Μαρία Χορς στην κίνηση. Η κατάκτηση της Αμερικής έφερε και την κατάκτηση της Αγγλίας, καθώς η παράσταση ταξίδεψε και στο Κόβεντ Γκάρντεν, δηλαδή στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου.
Ήταν πια, καλοκαίρι του 1961, όταν η Μαρία Κάλλας αποφάσισε να αναθερμάνει τη σχέση της με την ελληνική πολιτιστική πραγματικότητα και με καλλιτεχνικό διευθυντή της ΕΛΣ τον Κωστή Μπαστιά, να παρουσιάσει τη «Μήδεια» στα «ιερά» επιδαύρια χώματα. Ο Μινωτής επέστρεφε, δηλαδή, στην έδρα του, προσαρμόζοντας τη σκηνοθεσία του στις απαιτήσεις του χώρου και η παράσταση εκτοξευόταν, όπως η τραγική παιδοκτόνος του Ευριπίδη πετάει με το άρμα του Ήλιου προς τον ουρανό.

Βαθιά υπόκλιση στο κοινό της Επιδαύρου @Γιάννης Αντώνογλου
21 Ιουνίου 2026. Η «Μήδεια», ο σύγχρονος μύθος της οποίας έγινε ταυτόσημος με την ερμηνεία της μεγαλύτερης σοπράνο της παγκόσμιας Ιστορίας, της Μαρία Κάλλας, συνάντησε τα τωρινά μας βλέμματα. Πέραν από τις συνταρακτικές ηχογραφήσεις της όπερας με τη φωνή της Κάλλας, το συμβάν δεν καταγράφηκε πουθενά αλλού στο σύνολο του. Και η Εθνική Λυρική Σκηνή ανέλαβε το μεγάλο ρίσκο να τονώσει αυτό που ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, ψυχαναλυτές ονομάζουν συλλογική μνήμη – μέσα δε από ένα καλλιτεχνικό έργο.
Ήδη, πριν το φως της ημέρας πέσει πίσω από τα βουνά της Επιδαύρου, άπαντες ήμασταν εκτεθειμένοι στην αρχιτεκτονική του τσαρουχικού σκηνικού, το οποίο η σκηνογράφος Λιλή Πεζανού αναστήλωσε, αναδομώντας το παλάτι του Κρέοντα και το ναό της Ήρας, με το ελληνιστικό γλυπτικό ύφος που επέλεξε ο κορυφαίος Έλληνας εικαστικός. Μα όταν πια, οι σολίστ, οι χορωδοί, οι χορευτές, οι βοηθητικοί ρόλοι εμφανίστηκαν επί σκηνής με τα αυθεντικά και τα ανακατασκευασμένα κοστούμια του (από την ενδυματολόγο Τότα Πρίτσα) αναπτύχθηκε το όλον του εικαστικού πανοράματος της «Μήδειας»: η εκφραστικότητα της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής στην πολυγνώτεια κλίμακα αναδύθηκε πάνω σε σώματα του 21ου αιώνα, λες και έβλεπες την αναπαράσταση από ένα τέλεια σωσμένο αγγείο ή το αέτωμα αρχαίου ναού ανακατασκευασμένο από AI. Αυτό το εικαστικό αποτύπωμα που ίσως σε κάποιους έμοιαζε πεπερασμένο ή φολκλόρ ήταν στην πραγματικότητα το πλέον κλασικό δημιούργημα της ανθρωπότητας και μέσα του κατοικούσε ο, επίσης, κλασικός μύθος της «Μήδειας».

Η Άννα Πιρότσι στο ρόλο της Μήδειας. @Ανδρέας Σιμόπουλος
Ο σκηνοθέτης της ανασύστασης της, Παναγής Παγουλάτος φρόντισε να ακολουθήσει το «γράμμα» της οπτικής Μινωτή, βαθέως γνώστη της αρχαίας τραγωδίας στα χρόνια του, μένοντας πιστός στο λιμπρέτο, στη διαχειριστική λιτότητα, στο πρόταγμα του τραγικού στοιχείου ώστε τελικά να δημιουργήσει μια γέφυρα μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, αντιλαμβανόμενος τη δυναμική της εμπειρίας της επανάληψης. Αυτού που έγινε βίωμα για μερικές χιλιάδες Ελλήνων τρεις γενιές πριν, ενώ το βράδυ του Σαββάτου γινόταν αναβίωση για κάποιες άλλες, παρακολουθώντας το εντυπωσιακό, ομολογουμένως, φινάλε του καιόμενου ναού της Ήρας. Κι όπου μιλάμε για αναβίωση, πραγματοποιούμε επίσκεψη στη μνήμη, σε ένα είδος κιβωτού στην τέχνη της αναπαράστασης.

Εντυπωσιακό πλάνο με το σύνολο του πρωταγωνιστικού επιτελείου επί σκηνής. @Γιάννης Αντώνογλου
Η ορχήστρα της ΕΛΣ υπό την παθιασμένη διεύθυνση του Ζακ Λακόμπ έφερε απολαυστικά το opus magnum του Κερουμπίνι ξανά στο φως, με τη συνδρομή των σολίστ και της εξαιρετικής χορωδίας της ΕΛΣ. Ομολογώ πως οι ερμηνείες της «Μήδειας» κερδήθηκαν από τους μικρότερους σε έκταση ρόλους: σαρωτική, γεμάτη συναίσθημα ήταν η Νέρις (η ακόλουθος της πριγκίπισσας) όπως την απέδωσε η Ρωσίδα Αλίσα Κολόσοβα, η Γλαύκη της Δανάη Κοντόρα που εκτέλεσε την εισαγωγική της άρια με χάρη και τρυφερότητα και φυσικά το κύρος του Κρέοντα, όπως σκιαγραφήθηκε από τον Τάση Χριστογιαννόπουλο. Δυστυχώς, η διακεκριμένη υψίφωνος Άννα Πιρότσι – παρά την εξοικείωση της με το ρόλο – αρκέστηκε στην ασφάλεια της αναμφισβήτητης φωνητικής της ευρύτητας, μένοντας πίσω στην δραματική ένταση που απαιτούσε ο ρόλος μα και στη βαριά, δίχως εκφράσεις και κλιμακώσεις, κινησιολογική της παρτιτούρα. Η Μήδεια της Πιρότσι δεν ήταν καθηλωτική και, μόνο κατά την Γ΄ Πράξη, αποκατέστησε την κάπως την εμφάνιση της με το συγκινησιακό φορτίο μιας Μήδειας που ομολογεί πως πρέπει «να τελειώσει του θανάτου της το έργο» σφάζοντας τους γιους της. Αντίστοιχα, τίμιος μα χωρίς «μέγεθος», ήρθε και ο Ιάσων από τον Γάλλο τενόρο Ζαν Φρανσουά Μπορράς, αποδυναμώνοντας τελικά και τους λυρικούς ‘αγώνες λόγου’ του τραγικού ζευγαριού.
Εντούτοις, αυτή η υπερπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στάθηκε ως μια γοητευτική στιγμή για την έναρξη των φετινών Επιδαυρίων, ένας ανεκτίμητος φόρος τιμής σε όσους έκαναν την Επίδαυρο πριν από 65 χρόνια να σείεται από το χειροκρότημα και μια υπόμνηση πως ο θεατής του σήμερα είναι ένας ενεργός φορέας γνώσης και μνήμης – ίσως και ένας στοχαστής – για την καλλιτεχνική δημιουργία του χθες και του αύριο.

Δανάη Κοντόρα και Ζαν Φρανσουά Μπορράς σε πρώτο πλάνο. @Ανδρέας Σιμόπουλος

Τάσης Χριστογιαννόπουλος ως Κρέων στη συνάντηση με τη Μήδεια της Πιρότσι. @Ανδρέας Σιμόπουλος

Η Γλαύκη της Δανάης Κοντόρα @Γιάννης Αντώνογλου

Ο κόσμος του Τσαρούχη ξαναζωντανεύει. @Γιάννης Αντώνογλου

Ο ναός φλέγεται, η Μήδεια θα αναληφθεί στους ουρανούς. @Ανδρέας Σιμόπουλος

Κατά την ικεσία της Γλαύκης. @Γιάννης Αντώνογλου

Η γαμήλια τελετή Γλαύκης και Ιάσονα. @Γιάννης Αντώνογλου