Την εβδομάδα που πέρασε πήγαμε θέατρο, ακούσαμε μουσική, κάναμε βόλτες στην πόλη και φυσικά παρακολουθήσαμε την επικαιρότητα, η οποία – όπως πάντα – ήταν πλούσια. Σε αυτό το HotOrNot μοιραζόμαστε μαζί σας όσα ξεχωρίσαμε την εβδομάδα αυτή, δηλαδή όσα μας άρεσαν, αλλά και όσα μας δυσαρέστησαν.
(+) Off Campus Series: Is this the new Heated Rivarly?
Δεν ξέρω σε τι φάση θα χαρακτήριζα την τέχνη του κινηματογράφου αυτή την περίοδο, αλλά οι παραγωγές σειρών, από όλες τις γνωστές πλατφόρμες, έχουν πάρει φωτιά. Συγκεκριμένα, οι executives των κολοσσών – βλ. Prime Video, Netflix, HBO Max – έχουν ανακαλύψει ένα καινούργιο, πλήρως ανεκμετάλλευτο κοινό με φοβερές δυνατότητες – το BookTok. Για όποιον από εμάς ζει κάτω από κάποια πέτρα, το BookTok είναι η πλευρά του TikTok που είναι πλήρως αφιερωμένη στα βιβλία και κυρίως στα smut βιβλία – εκείνα που έχουν, λίγες ή πολλές, spicy σκηνές. Τα book adaptations λοιπόν, οι μεταφορές βιβλίων στη μικρή ή μεγάλη οθόνη, είναι το thing της εποχής μας και δικαίως, καθώς κατά βάση μιλάμε για sports romances και εξαιρετικές ιστορίες.
Το πασίγνωστο Heated Rivalry είναι ένα από αυτά και το ολόφρεσκο Off Campus είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Η σειρά λογοτεχνικών βιβλίων της Elle Kennedy, που έχει γίνει best seller, είναι η επιτομή του hockey romance και, κατά κάποιον τρόπο, υπήρξε η αφετηρία αυτού του genre στη λογοτεχνία, αν θέλετε, πίσω στο 2015.
Αυτή τη στιγμή, το πρώτο βιβλίο έχει γίνει σειρά από το Prime Video, έχει κυκλοφορήσει μόλις 2 εβδομάδες και ήδη είναι το νέο internet obsession. Κάπως δικαίως βέβαια, γιατί έχει ένα τρομερά γοητευτικό cast, pop soundtrack και μία αίσθηση πως βλέπεις ρομαντική κομεντί των ’90s, αλλά με σημερινούς όρους. Κάπως έχουμε ενθουσιαστεί που τα rom-coms – με τη νέα μορφή τους – έχουν επιστρέψει και δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: is this the new Heated Rivalry?
Μαρία Βαλτζάκη
Την περασμένη Παρασκευή, ο Drake έκανε την μεγαλύτερη έκπληξη που θα μπορούσε στους fans του, κυκλοφορώντας σε μία μονο ημέρα τρεις δίσκους, ο καθένας με διαφορετικό ήχο. Με τίτλους Iceman (Rap), Habibti (R&B) και Maid of Honor (dance-club) – το μοναδικό που κατ’ εμέ είχε ένα ενδιαφέρον – οι δίσκοι αυτοί περιελάμβαναν 43 καινούρια κομμάτια που έδωσαν στον Drake το ρεκόρ για την μεγαλύτερη streaming μέρα του 2026 με 260 εκατομμύρια αναπαραγωγές.
Αυτό το τριπλό δισκογραφικό βήμα ήταν αρκετό για να ξυπνήσει νέο debate στους χώρους του X/Twitter, με τους fans του Drake να υποστηρίζουν πως το project είναι ένα «3-out-of-3 masterpiece», ενώ άλλοι, πιο ψύχραιμοι, να το αποκαλούν χαοτικό ή και άσκοπο. Αφού άκουσα κι εγώ τα album, νομίζω πως κλίνω περισσότερο προς τη δεύτερη άποψη. Ενώ εντόπισα μερικά αρκετά καλοφτιαγμένα κομμάτια, δεν μου φάνηκαν αρκετά για να ανταγωνιστουν τα (πολλά) σημεία, στα οποία η μουσική είχε χαρακτήρα filler, καθιστώντας την επαναλαμβανόμενη, έως βαρετή. Σε ένα συμφωνούμε όλοι, πάντως: Το εγχείρημα του Drake δεν ήταν αποκλειστικά καλλιτεχνικό. Οι θεωρίες πίσω από την ξαφνική αυτή κυκλοφορία είναι δύο: Είτε θέλει να ολοκληρώσει το συμβόλαιο με την Universal Music Group, είτε να “περάσει” τους streaming giants Taylor Swift και Bad Bunny στα charts. Το πρώτο επετεύχθη, ενώ το δεύτερο μοιάζει ακόμη με μακρινό όνειρο, αφού τα streams έπεσαν κατά 50% από την δεύτερη κιόλας μέρα. Σιγουρα, πάντως, ο Drake κατάφερε (πάλι) να μας κάνει να μιλάμε γι’ αυτόν.
Ιανός Κωνσταντόπουλος

Credits: Kyle Head / Unsplash
Τη Δευτέρα που μάς πέρασε παρευρέθηκα στην απονομή των βραβείων Χορν και Μερκούρη, η οποία φέτος πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά ως αρμοδιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού. Η βραδιά φιλοξενήθηκε στο πρώην Ακροπόλ Παλλάς και ανέδειξε δύο νέες φωνές της θεατρικής σκηνής: την Έβελυν Ασουάντ, που έλαβε τη χρυσή καρφίτσα της Μελίνας Μερκούρη, και τον Βασίλη Μπούτσικο, νέο κάτοχο του χρυσού σταυρού του Δημήτρη Χορν. Κι όλα, ως εδώ, καλά. Η βραδιά είχε και πολιτική διάσταση, καθώς οι δύο βραβευθέντες, στους ευχαριστήριους λόγους τους, έθεσαν –ενώπιον της υπουργού Λίνας Μενδώνη– κρίσιμα ζητήματα για τον χώρο, διαβάζοντας μάλιστα επιστολή που συνυπέγραφαν όλοι οι υποψήφιοι και των δύο βραβείων, ζητώντας ουσιαστική στήριξη για το θέατρο και τους ανθρώπους του. Το ίδιο έκαναν προηγουμένως και δύο πρώην βραβευθέντες των θεσμών, ο Κωνσταντίνος Μπιμπής και η Αμαλία Καβάλη, όταν βρέθηκαν στο βήμα.
Και σωστά έπραξαν, όμως πέρα από αυτό, θέλω να σταθώ σε μια στιγμή που μου προκάλεσε αμηχανία: την αναφορά σε δύο ηθοποιούς, τη Μαρία Μοσχούρη και τη Μαριάννα Πουρέγκα, οι οποίες ΘΑ ήταν υποψήφιες αν δεν ήταν τόσο… μεγάλες. Και η λέξη «μεγάλες» μπορεί να μην ειπώθηκε, αλλά εννοήθηκε καθαρά, αφού οι δύο ηθοποιοί ξεπερνούν το ηλικιακό όριο που έχει τεθεί (συγκεκριμένα φέτος το ΥΠΠΟ το επανέφερε) στα 35 χρόνια.
Και ναι, τα 35 μπορεί να μην ακούγονται «λίγα» για έναν θεσμό νέων ηθοποιών. Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο αριθμητικό. Είναι ότι μια τέτοια οριοθέτηση αγνοεί τις πραγματικές συνθήκες του επαγγέλματος: τη δυσκολία αναγνώρισης, την επισφάλεια, τις καθυστερημένες ευκαιρίες, το πόσο αργά –συχνά– έρχεται η πρώτη ουσιαστική ορατότητα. Και αυτό είναι κάτι που, αν ο θεσμός θέλει να λέγεται δίκαιος, οφείλει να το ξαναδεί στην πράξη.
Ευδοκία Βαζούκη
Ένας λευκός γάμος -απόρροια συμφερόντων, ήταν η αρχή για τη γέννηση ενός πραγματικού έρωτα, όμοιο με εκείνων στις ασπρόμαυρες ταινίες. Με φόντο το ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα και το μπαλκόνι της Φίνος Φίλμ, οι δύο “αντίπαλες” οικογένειες γίνονται μία, όταν ο Νίκος -θέλοντας να γίνει βουλευτής και να κερδίσει την εύνοια του λαού- παντρεύεται τη Τζένη, κόρη του αδιάλλακτου κομματάρχη του νησιού.
Η παράσταση αναβιώνει γνώριμες στιγμές και οικείες φράσεις από την ομότιτλη ταινία “Τζένη Τζένη” με μοναδικό τρόπο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως επρόκειτο για απλή αντιγραφή. Άλλωστε δεν ήταν απλά μια ρομαντική κομεντί, με τα άχαστα -και wholesome- κλισέ της· ήταν ένα ηλιόλουστο ρέκβιεμ, όπως το χαρακτήρισε εύστοχα ο σκηνοθέτης της, Νίκος Καραθάνος.
Αφού, παράλληλα με το love story που ξεδιπλώνεται, υπάρχουν στιγμές που η ατμόσφαιρα βαραίνει, με τον καπνό να θολώνει το τοπίο, τη μουσική να γίνεται πιο έντονη και τα φαντάσματα του ελληνικού κινηματογράφου να περιπλανιούνται στη σκηνή σαν σπασμένες κούκλες-μαριονέτες. Αυτό ήταν το ρέκβιεμ· η μακάβρια όψη της εξιδανικευμένης, γλυκιάς ιστορίας, με έντονη πολιτική ειρωνεία που φανερώνεται σε στιγμές προδοσίας, απληστίας και ψέματος ή όταν εμφανίζονται στη σκηνή οι μασκοφόροι (ηθοποιοί, οι οποίοι φορούσαν μάσκες που απεικόνιζαν το πρόσωπο του Διονύση Παπαγιαννόπουλου). Κάπου εδώ, αξίζει να αναφερθεί ότι την διασκευή του έργου ανέλαβε ο υπέροχος Γιάννης Αποσκίτης, κάνοντας εξαιρετική δουλειά για ακόμα μια φορά.
Τέλος, ο θίασος ήταν πραγματικά απολαυστικός, και ένα στοιχείο που λάτρεψα ήταν η συμβολή-συμμετοχή του στη δημιουργία ενός κλίματος έντασης, πλήρως αντιστοιχισμένης στον ρυθμό της μουσικής. Οι ηθοποιοί “πάγωναν” στα σημεία που βρισκόντουσαν και δημιουργούσαν έναν συνεχή και αδιάκοπο ήχο με ό,τι είχαν εύκαιρο.. από καρέκλες και τηλέφωνα μέχρι τα τακούνια που φορούσαν.
Γιώτα Ευθυμίου