Η αρχή έγινε. Και είχε όλα τα βασικά, πυρηνικά χαρακτηριστικά που αναγνωρίζουμε στη, μέχρι τώρα, δημιουργική βιογραφία του Μιχαήλ Μαρμαρινού ως σκηνοθέτη και καλλιτεχνικού διευθυντή (ας θυμηθούμε και το πρόσφατο πληθωρικό παράδειγμα της «2023 Eλευσίς Πολιτιστική Πρωτεύουσα»).
Προσεγγίσεις μέσα από μοντέρνο υλικό που ακουμπά με ελευθερία στο κλασικό ή στο πρωτογενές, νέα δραματουργικά υλικά, αφηγήσεις μέσα από σπαράγματα που δεν περιγράφουν αμιγείς παραστάσεις, αλλά παραστασιακά γεγονότα, σημαντικούς καλλιτέχνες για να περιφρουρήσουν όλα τα παραπάνω.

Η Λυδία Κονιόρδου ερμηνεύει με τη συνοδεία των μουσικών Ανέστη Μπαρμπάτση και Φίλιππου Φασούλα. @ Karol Jarek
Και εδώ, κατά το ξεκίνημα του στην Πειραιώς 260 – εγκαινιάζοντας τη θητεία του ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου – είχε κι ένα κλείσιμο ματιού σε ένα ακόμα δικό του εμβληματικό ξεκίνημα: στην πορεία της ομάδας του «Διπλούς Έρως», πίσω στα τέλη των 90s, όταν ο Χάινερ Γκαίμπελς άνοιγε το Θησείον με το «Εργοτάξιο Σλήμαν» – τη δεύτερη εκδοχή του υλικού Σλήμαν που θα πρωτοπαρουσίαζε το 1990 στην Φρανκφούρτη. Να που οι δυο τους ξανασυναντήθηκαν σε μια ακόμα πρεμιέρα, αυτή τη φορά του Φεστιβάλ Αθηνών την περασμένη Παρασκευή· και πάλι ξανακοιτάζοντας το «φαινόμενο» Ερρίκος Σλήμαν, αυτού του περιπετειώδη Γερμανού αρχαιολόγου, ταυτισμένου με την ανακάλυψη των τειχών της Τροίας και – μην μας διαφεύγει – και την ανασκαφή των βασιλικών τάφων των Μυκηνών.
Ο Γκαίμπελς ήρθε ξανά στην Ελλάδα (τον είχαμε συναντήσει το 2014 στη Στέγη) αναμφίβολα με συνειδησιακά κάτι διασωσμένο από τον θαυμασμό των προγόνων του για το νεοκλασικισμό. O ήχος του εργοταξίου, ο θόρυβος του αλυσοπρίονου έφερνε 20 χρόνια μετά, στοιχεία από το εγχείρημα του Θησείον· και μαζί ανακάλυπτε και συναντούσε πολύ παλαιότερα έως και αρχαιότερα κτερίσματα της Ιστορίας.
Με οδηγό το ημερολόγιο του οραματιστή αρχαιολόγου, ο Γκαίμπελς δημιούργησε ένα διάλογο τεχνών όπου το λυρικό τραγούδι (από τον Άγγελο Κυδωνιεύς) και η όπερα (ακούμε ψήγματα από τους «Τρώες» του Εκτόρ Μπερλιόζ) συνομιλούσε αρμονικά με την ελληνική παραδοσιακή μουσική· όπου ο Σλήμαν του Ακύλλα Καραζήση μονολογούσε μετά το καθηλωτικό μοιρολογικό τραγούδι της Λυδίας Κονιόρδου ως μιας άλλης Εκάβης και κάθε προσφύγισσας· όπου τα νέα ελληνικά, τα αρχαία αποσπάσματα από την ομηρική «Ιλιάδα» διαδέχονταν αποσπάσματα στη γερμανική και τη γαλλική γλώσσα· όπου το εντυπωσιακό σκηνικό των κυβικών κουτιών, που παρέπεμπαν στους πύργους της Τροίας, μεταμορφώθηκαν σε ένα γεωμετρικό τοπίο (ίσως ένα αρχαιολογικό σκάμμα;) από τις φωτιστικές εγκαταστάσεις του Μάικλ Ζίμον και τα βίντεο του Ρενέ Λίμπερ. Και καθεμιά πτυχή αυτού του πυκνού σκηνικού κόσμου γινόταν ένα μικρό άγγιγμα στην Ιστορία, ένα σκηνικό αναβιωμένης μνήμης ή της φαντασίας της.

Ο Ακύλλας Καραζήσης στο ρόλο του Ερρίκου Σλήμαν. @ Karol Jarek
Με τη μνήμη και τη φαντασία αναμετρήθηκε και το «Einstein on the beach», το οπερατικό έργο του Φίλιπ Γκλας που ακολούθησε στον φεστιβαλικό προγραμματισμό το περασμένο Σάββατο. Το έργο του Γκλας κορυφώθηκε σε ένα θρυλικό σκηνικό συμβάν για τη Νέα Υόρκη του 1975 σε σκηνοθεσία του, επίσης avant garde, και, επίσης αναδυόμενου (τότε), δημιουργού Ρόμπερτ Γουίλσον. Όμως, στην τωρινή του εκδοχή, αυτή που μας έφερε στην Πειραιώς 260 το τρίπτυχο του Ictus Ensemble, το φωνητικό σύνολο Collegium Vocale Gent και η Αμερικανίδα τραγουδίστρια Σούζαν Βέγκα περιορίστηκε στην εκτέλεση του αριστουργήματος του Αμερικανού συνθέτη, σε μια συναυλιακή δηλαδή, παραλλαγή του.
Ασφαλώς και μιλάμε για ένα μουσικό έργο που αγγίζει τα όρια του άθλου με τον καθένα και την καθεμιά που θα εμπλακεί μαζί του. Η ρυθμική του δομή είναι ανελέητη, οι χορωδιακοί στίχοι δεν είναι παρά μια γραμμική επανάληψη αριθμών και νοτών, το λιμπρέτο έχει αφηρημένα, συχνά δυσερμήνευτα, νοήματα που ελεύθερα συνδέονται με τον πανεπιστήμονα Αϊντστάϊν και την εποχή που έδρασε – λιμπρέτο που εδώ διατυπώνεται σε μια, άλλοτε, ενδιαφέρουσα κι άλλοτε εντελώς εσωτερική ερμηνεία από την Σούζαν Βέγκα.

Οι μουσικοί του Ictus Ensemble και το φωνητικό σύνολο Collegium Vocale Gent. @Piero Tauro
Δεν μπορείς παρά να μπεις στη λούπα αυτού του ‘άγρια’ εξπρεσιονιστικού έργου – ή έστω να προσπαθήσεις – αν θέλεις να το ακούσεις για λίγα λεπτά: πνευστά, πιάνο και στην πορεία βιολί (πρόκειται για το ρόλο που ‘υποδύεται’ ο Άινστάιν) έδωσαν αυτόν τον δισεπίλυτο μαθηματικό τόνο στη μελωδία που, σπάνια, ανέπνευε σε παύσεις ή μεταβολές.
Καθώς μιλάμε για μια οριακή μουσική παρτιτούρα και σίγουρα για μια ριζοσπαστική όπερα, το οπτικό ενδιαφέρον της συναυλίας ήταν εξαιρετικά χαμηλό: μια στατική εναλλαγή μεταξύ των τραγουδιστών και των μουσικών, χωρίς καμία σκηνική ζωντάνια για να ανατροφοδοτήσει ένα ακραία μινιμαλιστικό θέαμα που διήρκησε 3.5 ώρες (το πρωτότυπο έργο παρουσιάστηκε σε μια παράσταση πέντε ωρών). Ήταν, προφανώς, μια εντελώς διαφορετική εμπειρία από τη συνύπαρξη με το εικονοκλαστικό, αισθητικό αποτύπωμα που προσέδωσε ο Ρόμπερτ Γουίλσον και το οποίο έχει αναπαραχθεί, κατά καιρούς, από άλλους οργανισμούς, αναβιώνοντας ένα θρυλικό επεισόδιο από την αμερικανική πρωτοπορία της δεκαετίας του ’70. Η, μέχρι εξαντλήσεως, εσωστρέφεια του φανέρωσε μια μόνο πλευρά του «Einstein on the beach», που απευθυνόταν μάλλον σε ‘ειδικό’ κοινό και σίγουρα στους μύστες της πρώιμης δημιουργικής φάσης του Φίλιπ Γκλας.

Στην αφήγηση η Αμερικανίδα τραγουδίστρια Σούζαν Βέγκα. @Piero Tauro
Η παράσταση «Σλήμαν III» παίχτηκε για τέσσερα βράδια στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα Δ της Πειραιώς 260 ενώ το «Einstein on the beach» στάθμευσε μόνο για μια βραδιά στην αίθουσα Η.
Και οι δύο παραγωγές ήταν η αφορμή επαναγνωριμίας με το χώρο των εγκαταστάσεων της φεστιβαλικής Πειραιώς. Εκτός από την ολική ανακαίνιση της νότιας πτέρυγας του πάλαι ποτέ, βιομηχανικού συγκροτήματος Τσαούσογλου – κτήρια που θα αποδοθούν σε χρήσεις του Υπουργείου Πολιτισμού – ο υπαίθριος χώρος επί της λεωφόρου έχει διακοσμηθεί με ψηλά δέντρα, ως κήπος, μετακινώντας τα τραπέζια συνάθροισης προς τον χώρο Β, ενώ η αυλή πίσω από το κτήριο Δ ορίζεται από το ολόφωτο «Τροχόσπιτο» της Όλιας Λαζαρίδου που θα επιστρέψει με αφορμή το αφιέρωμα στον πρώην καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, Γιώργο Λούκο.