Υπάρχουν παραστάσεις που δεν τελειώνουν απλώς, αλλά επιστρέφουν γιατί έχουν κάτι ακόμη να πουν. Η «Μουγγή Καμπάνα», βασισμένη στη νουβέλα του Θανάση Τριαρίδη, είναι μια τέτοια περίπτωση: ένα σκοτεινό, ποιητικό και βαθιά πολιτικό έργο που, ενώ γράφτηκε πριν από δύο δεκαετίες, μοιάζει να συνομιλεί με τρομερή ακρίβεια με το σήμερα.
Με αφορμή την επαναφορά της στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, κάναμε μια κουβέντα με τον Μάριο Κρητικόπουλο, έναν από τους ηθοποιούς της παράστασης, για το πώς αυτό το ιδιαίτερο θεατρικό σύμπαν χτίστηκε, πώς εξελίσσεται με τον χρόνο και —κυρίως— γιατί εξακολουθεί να μάς αφορά τόσο έντονα.
Σε μια περίοδο αδράνειας στα πάντα – μιλάω φυσικά για την περίοδο της καραντίνας και του Covid – και προσπαθώντας να βγούμε από το βούρκο του «δεν κάνω τίποτα», μπήκαμε σε μια αναζήτηση κειμένων για τα επόμενα μας πρότζεκτ. Έχουμε μια αγάπη ως ομάδα προς τους Έλληνες συγγραφείς και πόσο μάλλον σε κείμενα μη θεατρικά. Έτσι πέσαμε πάνω στη Μουγγή Καμπάνα. Η περιέργειά μας να μάθουμε γιατί αυτή η καμπάνα έχει «μουγγαθεί» ήταν το εισιτήριό μας για να ξεκινήσει αυτό το ταξίδι.
Η παράσταση κάθε φορά που επιστρέφει στη σκηνή, βαθαίνει ακόμα περισσότερο και φωτίζει ακόμα πιο πολύ όλα τα ζητήματα που εντοπίζονται στο έργο.
Πρόκειται για μία νουβέλα γραμμένη από τον συγγραφέα το 2003. Μόνο και μόνο ο τίτλος μάς προκάλεσε την περιέργεια να διαβάσουμε τι κρύβει αυτή η ιστορία. Ένα έργο με βαθιές εικόνες ποιητικού ρεαλισμού, που προσεγγίζει θέματα επίκαιρα και διαχρονικά. Ενώ εκ πρώτης, διαβάζοντας το, μαγεύεσαι από τις υπέροχες περιγραφές του συγγραφέα, όσο όμως βαθαίνει η ανάγνωση, ανακαλύπτεις τα ζητήματα που θίγονται και που βγαίνουν στην επιφάνεια. Η θυσία των αθώων, η κατάχρηση εξουσίας, η πολιτική ευθύνη και ανάλυση αυτής, η προσφυγιά, η αντιμετώπιση των αιτούντων άσυλο, η γενοκτονία και τέλος το μεγαλείο της φύσης. Με λύπη παρατηρώ, ότι όλα αυτά τα ζητήματα, παραμένουν και θα παραμείνουν θέματα της επικαιρότητας σχεδόν σε καθημερινή βάση.
Ποια είναι η κεντρική ιδέα πίσω από τη σκηνοθετική σας γραμμή και πώς χτίσατε αυτόν τον ιδιαίτερο, “χειροποίητο” –όπως διαβάζουμε– κόσμο της Ευλογιάς;Προσπαθούμε πάντα να καταπιανόμαστε με κείμενα και θεματικές που μάς αφορούν πρώτα ως ανθρώπους και μετά ως καλλιτέχνες
Στόχος μας ήταν να πλάσουμε μια παράσταση με τέσσερις ηθοποιούς επί σκηνής σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, οι οποίοι θα δημιουργούν όλες τις εικόνες και τις συνθήκες του έργου, θα παίζουν όλους του χαρακτήρες που συναντάμε μέσα στην ιστορία, θα τραγουδάνε ή θα δημιουργούν τη μουσική με τη φωνή ή και το σώμα τους και τέλος να κάνουν τον θεατή να φανταστεί και να δει αυτήν την καμπάνα όπως αυτός θα ήθελε να είναι. Το κείμενο κρύβει μέσα του πολλές εικόνες και νοήματα, που απαιτούσε από εμάς να φτιάξουμε μια παράσταση, σχεδόν σαν μια χορογραφία με μετρήματα, που να εξυπηρετεί και να αναδεικνύει την ομορφιά του.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση ή δυσκολία που αντιμετωπίσατε στην προσπάθειά σας να ζωντανέψετε σκηνικά αυτόν τον κόσμο και πώς την ξεπεράσατε;Το πιο δύσκολο κομμάτι κατά τη γνώμη μου είναι να βρεθούμε στον ίδιο κόσμο της αφήγησης της ιστορίας. Είναι μια παράσταση αφηγηματικού θεάτρου, που μπαινοβγαίνουμε σε πάρα πολλούς ρόλους, αλλά επιστρέφουμε συχνά στον ρόλο του αφηγητή. Οπότε έπρεπε να βρεθεί μια ισορροπία και μια μικρή απόσταση, συναισθηματική αν θες, από τα λεγόμενα, έτσι ώστε να μην γίνουν τα πράγματα, ούτε μελοδραματικά ούτε διδακτικά.
Η επιστροφή μιας παράστασης κρύβει συχνά και έναν κάποιο «σκηνοθετικό αναστοχασμό». Υπάρχουν στοιχεία που τα ξανακοιτάξατε ή τα μετατοπίσατε σε αυτόν τον νέο κύκλο στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης;Πολύ μικρά στοιχεία της παράστασης έχουμε αλλάξει ή μάλλον φωτίσει περισσότερο. Το σημαντικό θα έλεγα πως είναι το εξής: κάθε φορά που παίζουμε ξανά αυτήν την παράσταση, έχει περάσει κάποιος χρόνος. Μέσα σε αυτό το χρόνο αλλάζουμε κι εμείς, ωριμάζουμε, βλέπουμε λίγο διαφορετικά τον κόσμο. Οπότε όταν συναντιόμαστε ξανά με αυτό το κείμενο, νέα πράγματα φανερώνονται μπροστά μας, πράγμα που κάνει τη παράσταση πιο ζωντανή και για εμάς αλλά και για τον θεατή.
Με αφετηρία ένα έργο που θέτει κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα, πόσο σημαντικό είναι για εσάς το θέατρο να αφήνει ένα σαφές κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα και πώς έχετε εισπράξει μέχρι σήμερα τις αντιδράσεις του κοινού;Σε αυτήν την πραγματικότητα που ζούμε, μάς λείπει πολύ το «μαζί»
Προσπαθούμε πάντα να καταπιανόμαστε με κείμενα και θεματικές που μάς αφορούν πρώτα ως ανθρώπους και μετά ως καλλιτέχνες. Να είναι ζητήματα που κάτι έχουν να πούνε, που θα μας πάνε ένα βήμα παρακάτω, όχι κουνώντας το δάχτυλο, αλλά να καλλιεργήσουν και να αφυπνίσουν το πνεύμα, το μυαλό, πρωτίστως το δικό μας και μετά του θεατή. Οι αντιδράσεις του κοινού ποικίλουν φυσικά, αλλά βρίσκω συγκινητικό όταν άνθρωποι που έχουν δει τη παράσταση στο πρώτο ανέβασμα της, έρχονται ξανά και τη βλέπουν και νιώθουν το ίδιο σκίρτημα που ένιωσαν και τη πρώτη φορά.
Υπάρχει μια φράση μέσα στο έργο που λέει: «Οι άνθρωποι δεν είναι μαθημένοι να λατρεύουν δίχως αντάλλαγμα». Θα ήθελα οι άνθρωποι να δίνουν, να βοηθάνε, να λατρεύουν χωρίς κανένα αντάλλαγμα.
Ζούμε σε μια εποχή που βλέπουμε καθημερινά πώς η εξουσία μπορεί να αλλοιώσει τον άνθρωπο, πώς οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν το προσφυγικό ή πώς αντιδράμε σε κρίσεις όπως μια επιδημία. Κοιτάζοντας τον κόσμο σήμερα, έξω από το θέατρο, πιστεύετε ότι υπάρχει πραγματικός χώρος για αλληλεγγύη και ενσυναίσθηση; Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά “Δικαιοσύνη” και “Αγάπη” σε μια τέτοια πραγματικότητα;Φυσικά και υπάρχει χώρος για αλληλεγγύη και ενσυναίσθηση. Απλώς είναι τόσο μεγάλη η προβολή της κακής είδησης από τα πάντα, που «καπελώνει» κάθε τι φωτεινό. Δεν χρειάζεται να κάνουμε μεγάλα πράγματα. Αν όλοι ή σχεδόν όλοι, κάναμε μια μικρή πράξη για έναν καλύτερο κόσμο, τότε θα χτίζαμε χιλιάδες ουρανοξύστες καταπράσινους, όπως την εκκλησιά στο χωριό της Ευλογιάς στην ιστορία του έργου μας, που φύτρωσαν μέσα της καταπράσινα δέντρα. Σε αυτήν την πραγματικότητα που ζούμε, μάς λείπει πολύ το «μαζί».
Η παράσταση «Η Μουγγή Καμπάνα» της Ομάδας Rodez, βασισμένη στη συγκλονιστική και τρομακτικά επίκαιρη νουβέλα του Θανάση Τριαρίδη, ανεβαίνει στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.
Παίζουν: Σόνια Καλαϊτζίδου, Μάριος Κρητικόπουλος, Ανθή Σαββάκη, Ηλέκτρα Σαρρή
Παραστάσεις: Κάθε Δευτέρα & Τρίτη, στις 21:30
Προπώληση εισιτηρίων εδώ