Σαράντα τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του ιστορικού δίσκου «Άη Λαός» (1983) του Δημήτρη Λάγιου, σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη και με τη χαρακτηριστική ερμηνεία της Σωτηρίας Μπέλλου, το έργο παρουσιάζεται για πρώτη φορά ως μια μεγάλης κλίμακας μουσικοθεατρική σύνθεση.
Ο σκηνοθέτης Στέλιος Βραχνής φέρνει το έργο σε διάλογο με τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, δημιουργώντας ένα σκηνικό ρέκβιεμ για την ήττα, την απώλεια και τους ανθρώπους που συνεχίζουν να ζουν μέσα στα ερείπια της Ιστορίας. Μετά την πρεμιέρα στο Θέατρο Γης και τις παραστάσεις σε Γρεβενά και Αλεξανδρούπολη, ο «Άη Λαός» συνεχίζει την πανελλαδική περιοδεία του τον Σεπτέμβριο.
Από τον «Άη Λαό» στις «Τρωάδες»: Η σκηνοθετική διαδρομή του Στέλιου ΒραχνήΓεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1998, ο Στέλιος Βραχνής δραστηριοποιείται στη σκηνοθεσία από το 2016 και έναν χρόνο αργότερα ιδρύει την Εταιρεία Θεάτρου «Πρόταση». Στη μέχρι σήμερα πορεία του έχει αναμετρηθεί με έργα του Δημήτρη Δημητριάδη, του Franz Kafka, του Θανάση Τριαρίδη, του Federico García Lorca, του Ευριπίδη και άλλων δημιουργών, αναπτύσσοντας παράλληλα μια καλλιτεχνική γλώσσα που αναζητά σταθερά τη συνάντηση του θεάτρου με τη μουσική, την εικαστική δημιουργία και τη μνήμη. Σημαντικός σταθμός στην πορεία του υπήρξε το «Γράμμα στον Πατέρα» του Kafka, που παρουσίασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2019, ενώ από την ίδια χρονιά επεξεργάζεται το δικό του σύστημα εργασίας πάνω στην υποκριτική, με τίτλο «Ευάλωτος Ηθοποιός».
Αυτή η διάθεση να φέρνει διαφορετικούς κόσμους σε συνομιλία βρίσκεται και στον πυρήνα του «Άη Λαού». Στη νέα του δουλειά, ο ιστορικός δίσκος του Δημήτρη Λάγιου συναντά τις «Τρωάδες» και ο λόγος του Ευριπίδη συνυπάρχει με τη μουσική σε έναν κοινό δραματουργικό χώρο.
Η Γιώτα Φέστα ως Εκάβη, η Ιωάννα Πηλιχού ως Ανδρομάχη και η Άλκηστις Αγγελοπούλου ως Κασσάνδρα βρίσκονται στο επίκεντρο ενός πολυμελούς συνόλου ηθοποιών, τραγουδιστών και μουσικών, ενώ στην παράσταση συμμετέχει και η Υακίνθη Λάγιου, κόρη του συνθέτη. Στη σκηνή, μια εγκατάσταση από 2.000 ανδρικά ρούχα μετατρέπει την απουσία σε ορατό τοπίο και τα σώματα των νεκρών σε μια διαρκή, σιωπηλή παρουσία.
Με αφορμή την περιοδεία της παράστασης, μιλήσαμε με τον Στέλιο Βραχνή για το πώς γεννήθηκε η συνάντηση του «Άη Λαού» με τις «Τρωάδες», τη σχέση του με τη μουσική του Δημήτρη Λάγιου και τη βαριά κληρονομιά της ερμηνείας της Σωτηρίας Μπέλλου, τη σκηνική εικόνα των χιλιάδων «απόντων σωμάτων» και το ερώτημα που βρίσκεται στην καρδιά της παράστασης: τι απομένει στον άνθρωπο όταν ο πόλεμος έχει τελειώσει και όλα όσα θεωρούσε δικά του έχουν χαθεί;
Πώς γεννήθηκε η ιδέα να φέρετε σε διάλογο τον «Άη Λαό» του Δημήτρη Λάγιου με τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη; Ποιο ήταν το πρώτο κοινό νήμα που εντοπίσατε ανάμεσα στα δύο έργα;
Αν απαντήσω ειλικρινά σε αυτή την καθόλα λογική ερώτηση, κινδυνεύω να ακουστώ κάπως μεταφυσικός. Η πιο πραγματική απάντηση που έχω είναι ότι δεν έχω πολύ καθαρή αίσθηση και αντίληψη του τι ήταν αυτό που γέννησε αυτό το κράμα, αυτό το μουσικοθεατρικό χαρμάνι. Η σχέση μου με τη μουσική ήταν πάντοτε ένας τεράστιος εσωτερικός κινητήρας στην καλλιτεχνική μου ζωή. Τον δίσκο του «Άη Λαού» τον άκουσα πρώτη φορά ως έφηβος, στο Καλλιτεχνικό Γυμνάσιο, τότε που άρχιζε να με γοητεύει σε αφάνταστο βαθμό το ρεμπέτικο μοτίβο και οι λαϊκοί δρόμοι.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα τελευταία δύο χρόνια έχω ανακαλύψει μια πλευρά μου που μάλλον καταπίεζα χρόνια, αυτή του «συνθέτη» (τη βάζω σε εισαγωγικά γιατί την εννοώ με την κυριολεκτική της έννοια, η οποία και ξεφεύγει ακόμα κι από τον κλάδο της μουσικής: εκείνος δηλαδή που φέρνει διαφορετικά υλικά μαζί). Ποτέ μου δεν με χωρούσε ο όρος «σκηνοθέτης», δεν αισθανόμουν εντάξει στην έννοια και τη σημασία αυτού του όρου. Ο πολύ αγαπημένος φίλος και εξαιρετικός συνθέτης Δημήτρης Μαραμής με ώθησε να ξεθάψω τη μουσική μου πλευρά, όταν μια νύχτα στο σπίτι του τού έπαιζα τα τραγούδια στο πιάνο, χωρίς να γνωρίζω ούτε πιάνο ούτε νότες. Εκεί κάτι έγινε. Εκεί ίσως άρχισα να υποπτεύομαι ότι βασική μου λειτουργία είναι εκείνη της σύνθεσης.
Η φύση μου είναι να φέρνω σε συνομιλία κόσμους, υλικά, ανόμοιες υφές και όψεις μαζί, να παλεύω να δομήσω κάτι το «μικτό αλλά νόμιμο», όπως έγραφε ο Σολωμός, να υπερβώ τον εαυτό μου μέσα από τις συναντήσεις αυτές. Κι όλο αυτό ίσως ξεκινά από την πίστη μου ότι όλα τα σημαντικά έργα και υλικά κάπως συγγενεύουν μεταξύ τους.
Έτσι, όταν ανέβασα Κάφκα, τον έφερα σε συνομιλία με τον Δημητριάδη, όταν σκηνοθετούσα Τριαρίδη, τον έφερα μαζί με τα αρχέτυπα της τραγωδίας ή τον Λακάν ή ακόμα και τον Φουκώ. Κάπως όλα αυτά μέσα μου βγάζουν και νόημα και με ικανοποιούν βαθιά.
Ο «Άη Λαός» είναι ένα εγχείρημα που δουλεύω έναν χρόνο, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση αυτό, έναν χρόνο το κυοφορούσα κι όταν το γέννησα ήταν τόσο μεγάλη η ωδίνη και το σοκ, που άδειασα ολόκληρος. Πέρασε αρκετός καιρός μετά την πρεμιέρα για να αρχίσω να συνέρχομαι από όλο αυτό. Ο «Άη Λαός» έγινε σχεδόν, και με κάποιον τρόπο, σώμα μου.
Ο «Άη Λαός» παρουσιάζεται, σαράντα τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του δίσκου, για πρώτη φορά ως ενιαίο μουσικοθεατρικό έργο μεγάλης κλίμακας. Τι σας οδήγησε σε αυτή τη σκηνική μεταγραφή και ποιες δυσκολίες είχε η διαδικασία;
Με ώθησε η ανάγκη μου, καταρχάς, να δημιουργήσω μια τέτοια σκηνική και ηχητική εμπειρία που θα ήταν ικανή να ξεβολέψει εμένα πρωτίστως. Ηθοποιοί που τραγουδούν, τραγουδιστές που παίζουν, μουσικοί που στέκονται ως performers. Εκεί που γίνεται η αναπόληση της Τροίας πριν αλωθεί, οι γυναίκες προζάρουν σχεδόν tutti και ξαφνικά κουρδίζουν όλες αυτόματα σε τετράφωνο πολυφωνικό και έπειτα κινούνται κόντρα στη μουσική. Μερόνυχτα συζητήσεων με τη μαέστρο και τον ενορχηστρωτή.
Τα δύο είδη τέχνης, εκείνο του θεάτρου και της μουσικής, να έρθουν μαζί χωρίς να δημιουργούνται στριφώματα στις ραφές, οργανικά, φυσικά, ανεπιτήδευτα. Η ευθύνη μου να ακουστεί το μουσικό έργο του Λάγιου, που μου χάρισε τόσο γενναιόδωρα η σύζυγος του συνθέτη, και όφειλα να παραδώσω ένα έργο με πρόταση, ουσία και περιεχόμενο. Η έρευνα πάνω στον Ευριπίδειο λόγο. Όλα αυτά ήταν μια επίπονη και άκρως ερεθιστική νέκυια για όλους μας, νιώθω.
Φανταστείτε, ήμασταν τόσο μέσα στην έρευνα που στο Θέατρο Γης, στα Γρεβενά και στην Αλεξανδρούπολη δεν είχα τη συνείδηση και τη διαύγεια να ικανοποιηθώ από όλο αυτό, γιατί ήμουν βουτηγμένος στο έργο και στις απίστευτες τεχνικές δυσκολίες και απαιτήσεις που υπάρχουν σε αυτό το είδος παράστασης.
Η παράσταση μιλά για την ήττα ενός λαού, την απώλεια και όσους συνεχίζουν να ζουν μετά την καταστροφή. Τι σας απασχόλησε περισσότερο προσωπικά καθώς δουλεύατε πάνω σε αυτό το υλικό;
Η ανθρώπινη ερήμωση. Αυτή η εκκωφαντική εγκατάλειψη. Το άδειο, το κενό. Εξού και τα χιλιάδες ανδρικά σακάκια νεκρών στη γη. Το τελευταίο κοίταγμα του πατρικού σπιτιού. Αυτό είναι κάτι το αδιανόητο. «Πατρικό μου, εσύ, σπίτι, τελευταία φορά σ’ αντικρίζω». Σε αυτή τη φράση επέμεινα στο 50 τοις εκατό των προβών. Ένιωθα ότι εκεί ήταν ο πυρήνας.
Σε αυτό το σύμπαν οι άνθρωποι μιλούν και κοιτάζουν τελευταία φορά γύρω τους το τοπίο και τους ανθρώπους τους. Ξαφνικά, για μια στιγμή, είναι σαν όλα να αποκτούν πολύ μεγαλύτερη αξία: το χώμα, το χορτάρι, τα χέρια της μάνας μου… τίποτε δεν ειναι πια δεδομένο. Όλα γίνονται κόσμοι ολόκληροι, έτοιμοι να τους αποχωριστείς για πάντα.
Και το άλλο που προσωπικά με παραλύει και με αφορά σε αφάνταστο βαθμό είναι ο πόθος της Ανδρομάχης προς τον Έκτορα. Ο Έκτορας για την Ανδρομάχη δεν είναι ο ήρωας της χώρας ή ο γιος της Εκάβης, είναι ο άνδρας που την έκανε για πρώτη φορά να αισθανθεί τον έρωτα: «Με πήρες από το πατρικό μου σπίτι ανέγγιχτη, μαζί στην κλίνη πρώτη μου φορά και χάθηκες.» / «Για μένα είσαι, Έκτορα, και μάνα κι αδερφός και σύντροφός μου, έλα εδώ». Η πρώτη φράση είναι από τις «Τρωάδες» κι η άλλη από τη σκηνή του αποχωρισμού τους στην «Ιλιάδα», μια προσθήκη που ένιωσα τόσο αναγκαία.
Τη στιγμή που της παίρνουν τον γιο για να τον σκοτώσουν οι Αχαιοί, ξαφνικά όλες οι γυναίκες του Χορού μετατρέπονται σε ενδεχόμενα γυναικών που αποχωρίζονται τους άνδρες τους. Ναι, υπάρχουν άπειρες Ανδρομάχες παντού και πάντα. Μια σκηνή και μια στιγμή πόθου, πόνου και πένθους. Τα τρία «πι», που θεωρώ, ως την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης και τα μόνα που μας ενώνουν βαθιά με όλο τον κόσμο. Όταν υπάρχουν αυτά τα τρία «πι», κατά τη γνώμη μου, επαληθεύεται η απόλυτη ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτό είναι ο άνθρωπος.
Οι «Τρωάδες» είναι ένα έργο που επιστρέφει διαρκώς στη σκηνή και μοιάζει να αποκτά διαφορετικό βάρος ανάλογα με την εποχή. Τι σημαίνει για εσάς να ανεβάζετε σήμερα ένα έργο για τους ανθρώπους που μένουν πίσω μετά την καταστροφή;Οι «Τρωάδες» όπως και ο «Άη Λαός» γράφτηκαν σε εντελώς διαφορετικές εποχές όμως θίγουν με ένα τρόπο το ίδιο: τις πληγές που αφήνει πίσω του η συντριβή.
Η αλήθεια είναι ότι οι «Τρωάδες» αφορούν με έναν αδιανόητο τρόπο, δυστυχώς, κάθε μας εποχή, μιας και οι πληγές μας ήταν και είναι ακόμα ανοιχτές. Το παρόν είναι αυτό που δίνει ακόμα μεγαλύτερο βάθος και ουσία στο έργο που επιλέγουμε να ανεβάσουμε. Η ίδια η επιλογή σημαίνει πολλά.
Το ζήτημά μου ήταν ο ερειπιώνας. Το μετά τον πόλεμο. Το μετά την ήττα. Ποιος είμαι όταν δεν έχω πια τίποτε δικό μου ή κανέναν; Ποιος είμαι όταν χάνω τους γονείς μου μέσα σε μια μέρα ή το σπίτι μου; Αυτό είναι ένα πυρηνικό ερώτημα που θεωρώ ότι οφείλει το θέατρο στην εποχή μας να θέτει ως υπόθεση της πόλης. Όλα αυτά που συμβαίνουν τόσα χρόνια γύρω μας στην Ουκρανία, στην Παλαιστίνη, στην Υεμένη επαληθεύουν την τραγικότητα της φύσης του ανθρώπου που παραμένει πάντοτε η ίδια.
Οι «Τρωάδες» όπως και ο «Άη Λαός» γράφτηκαν σε εντελώς διαφορετικές εποχές όμως θίγουν με ένα τρόπο το ίδιο: τις πληγές που αφήνει πίσω του η συντριβή. Το ίδιο που απασχολούσε τον Ευριπίδη τον 5ο αιώνα απασχόλησε και τον Λάγιο στην εποχή της Μεταπολίτευσης και ασφαλώς κι εμένα το 2026. Κάθε παρόν στην εποχή του γεννά το δικό του κατεπείγον και τυχαίνει όλα αυτά τα κατεπείγοντα τα τείνουν και να δημιουργούν ένα κοινό τόπο.
Πώς αντιμετωπίσατε τη μουσική του Δημήτρη Λάγιου και τη βαριά κληρονομιά της ερμηνείας της Σωτηρίας Μπέλλου; Πού θέλατε να παραμείνετε κοντά στο πρωτότυπο και πού αισθανθήκατε την ανάγκη να το επαναπροσδιορίσετε;
Η ευθύνη, όπως προείπα, ήταν και είναι μεγάλη. Θεωρώ ότι προσέγγισα το έργο με όση αθωότητα και ευαισθησία διέθετα, χωρίς να κάνω ισχυρή χρήση εγκεφαλικών ή εύκολων μέσων.
Φυσικά, το μουσικό έργο έχει μετατραπεί σε κάτι άλλο, σε κάτι που γεννήθηκε με αφορμή τη συνάντηση αυτών των δύο κόσμων (Τρωάδων και Λάγιου). Η φωνή της Μπέλλου μπαίνει απλώς στο τέλος της παράστασης, στην υπόκλιση, ως έκθεση του ντοκουμέντου, του πραγματικού. Η φωνή της έρχεται από το 1983 να επαληθεύσει το ζήτημα της ιστορίας των πραγμάτων και των πληγών μας.
Όσο για το κείμενο των Τρωάδων μέσα στον «Άη Λαό», η μετάφραση της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου εκμαίευσε την σκηνοθεσία από μέσα μου σχεδόν αυτόματα. Μια γλώσσα ρέουσα και άκρως ποιητική που κυριολεκτικά με με άφηνε να αφαιρέσω πολλά. Πιστεύω ότι δεν αφαίρεσα τίποτα από την ουσία του έργου. Ό,τι αλλαγές έκανα είχαν να κάνουν καθαρά και μόνο για λόγους σύνθεσης με το μουσικό έργο του Λάγιου. Μην ξεχνάμε η παράσταση ονομάζεται «Άη Λαός» κι όχι Τρωάδες. Αυτό δηλώνει πολλά νομίζω.
Στην παράσταση συνυπάρχουν ηθοποιοί, τραγουδιστές και μουσικοί και ο λόγος, η μουσική και το σώμα λειτουργούν ως ενιαία δραματουργική πράξη. Πώς χτίστηκε αυτή η πολυφωνία στις πρόβες;
Όπως σας είπα και πάνω. Λειτουργώντας ως συνθέτης ή μαέστρος στιγμών. Όλα έπρεπε να μπουν σε μια ηχητική-σκηνική γεωμετρία, ανοίγοντας και αποκαλύπτοντας μάλιστα το οντολογικό ζήτημα των δύο έργων.
Όφειλα να αφουγκραστώ το προσωπικό σύμπαν όλων των καλλιτεχνών ξεχωριστά και να το φέρω σε συνομιλία με το δικό μου και των άλλων. Ήταν μια τεράστια συσχέτιση, τόσο αναγκαία και τόσο φορτισμένη. Τα τραγούδια προσεγγίστηκαν ως μονόλογοι ή ημερολόγια και τα ποιητικά κείμενα ως μουσική.
Η εγκατάσταση με τα 2.000 ανδρικά ρούχα αποτελεί μία από τις πιο δυνατές εικόνες της παράστασης. Πώς προέκυψε αυτή η σκηνική ιδέα και τι θέλατε να προκαλεί στον θεατή η παρουσία αυτών των «απόντων σωμάτων»;Όλο αυτό ξεκινάει από κάτι πολύ προσωπικό, το οποίο ίσως δημιουργήσει εντυπώσεις. Δεν μου αρέσει πολύ η ιδέα της «σκηνογραφίας». Δεν πιστεύω πολύ στα σκηνικά. Προτιμώ πάντα στα έργα μου να υπάρχουν πραγματικές εγκαταστάσεις. Δεν μου λειτουργεί η αναπαράσταση με την συμβατική έννοια.
Για παράδειγμα, στο «Duende» του Λόρκα και του Κραουνάκη, στη σκηνή υπήρχαν δεκάδες κιλά από φρέσκο σανό – κάτι έδινε αυτό, κάτι άφηνε πίσω του, κάτι το εντελώς πραγματικό, τόσο για το κοινό όσο και για τους ίδιους τους ηθοποιούς ταυτόχρονα. Στο «Γράμμα στον Πατέρα» του Κάφκα, στο πάτωμα υπήρχαν εκατοντάδες χιλιάδες τσαλακωμένα χαρτιά, όπου κυριολεκτικά οι ηθοποιοί έκαναν κόπο να κινηθούν μέσα σε αυτό. Αυτό είναι το πραγματικό. Όταν κάτι τόσο απλό, όπως ένα χαρτί, λίγο σανό, ένα σακάκι, αποκτούν προεκτάσεις σύμπαντος, γίνονται τοπίο.
Στον «Άη Λαό», λοιπόν, ήθελα αυτά τα ανδρικά ρούχα, γιατί αισθανόμουν ότι όλο το έργο ήταν μια τεράστια λίστα νεκρών. Όσο διάβαζα τις «Τρωάδες», ένα πράγμα σκεφτόμουν διαρκώς: «Πού βρίσκονται αυτά τα χιλιάδες πτώματα των ηττημένων Τρώων; Τα έχουν θάψει, τα έχουν κάψει, τα μαζεύουν τώρα; Τι ακούγεται σε αυτό το έρημο πια τοπίο; Τι μυρίζει;»
Αυτό με απασχόλησε πολύ. Οι γυναίκες, λοιπόν, πατούν κυριολεκτικά επάνω στα σακάκια αυτά, αναζητώντας διαρκώς τους δικούς τους. Έφερα κι εγώ τον εαυτό μου στη θέση αυτή: αν έχανα τον δικό μου άνθρωπο, θα μπορούσα να τον αναγνωρίσω απλά και μόνο μέσα από τα ρούχα του; Θα μπορούσα να θυμηθώ τι φορούσε εκείνη τη μέρα; Είναι τρομερή αυτή η σκέψη. Κάπως έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε αυτή η ιδέα.
Στην παράσταση συμμετέχει και η Υακίνθη Λάγιου, δημιουργώντας μια άμεση σύνδεση με τον ίδιο τον Δημήτρη Λάγιο. Τι σημαίνει για την παράσταση αυτή η παρουσία και πώς επηρεάζει τη σχέση της με τη μνήμη του δημιουργού;Ο «Άη Λαός» ήταν ένα πολύ προσωπικό μου στοίχημα που πάλεψα πολύ για να γίνει από το μηδέν παλεύοντας πάντα να προστατέψω το έργο και το όραμα μου χωρίς να κάνω εκπτώσεις όσο μπορώ.
Η Υακίνθη ήταν η πρώτη μου επαφή με το έργο του Λάγιου. Σε εκείνη τηλεφώνησα τον περασμένο Ιούλιο και της μοιράστηκα την τρελή μου ιδέα. Εκείνη συγκινήθηκε και έκτοτε είχαμε μια εξαιρετικά τρυφερή σχέση και με την Υακίνθη και με τη μητέρα της, Πέγκυ.
Η Υακίνθη είναι το δεύτερο άκρως πραγματικό κομμάτι του έργου, μαζί με τα σακάκια. Αποτελεί τον κρυφό αρμό των δύο συμπάντων. Για μένα η ύπαρξή της στο έργο αυτό λειτούργησε καθοριστικά, μιας και αποτελεί την πιο ουσιαστική σύνδεση με το έργο του Λάγιου.
Δεν είναι φοβερό; Η κόρη του Λάγιου πενθεί μέσα από το έργο του πατέρα της, ποιον; Τον ίδιο της τον πατέρα, που έχασε κι αυτή τόσο νωρίς και άδοξα (τον «Παπάκι της», όπως μου έχει πει) ή ευχαριστιέται κάθε φορά επί σκηνής την συνάντησή της με τον πατέρα της μέσα από το έργο του;
Είναι κάτι που και πάλι μου θυμίζει τη συνάντηση του Οδυσσέα με τη μάνα του: τη χαρά του που αντίκρισε και πάλι τη μάνα του μετά από τόσα χρόνια και τον ταυτόχρονο πόνο και πένθος ότι είναι νεκρή, αφού τη συνάντησε στον Άδη.
Η Υακίνθη, επίσης, ως μουσικός και ανήσυχο πνεύμα της σκηνής, είναι απίστευτο να δεις πόσο βαθιά και ταπεινά μπαίνει στο σύμπαν αυτό.
Η παράσταση έχει ήδη συναντήσει έντονη ανταπόκριση από το κοινό στην περιοδεία της. Υπήρξε κάποια αντίδραση ή στιγμή μετά τις πρώτες παραστάσεις που σας έκανε να δείτε διαφορετικά το έργο που είχατε δημιουργήσει;
Πολύ εύστοχη ερώτηση. Όταν το κοινό σηκώθηκε όρθιο και στις τρεις παραστάσεις, αλλά κυρίως στο Θέατρο Γης, μούδιασα, δεν ήξερα πώς να αισθανθώ. Ήταν κάτι το εξαιρετικά αδιαχείριστο για μένα.
Κατανοώ ότι ήταν μια πολύ σοβαρή και ουσιαστική στιγμή για το έργο μου ή και για μένα ασφαλώς, μιας και το κοινό εισέπραξε, υποθέτω, βαθιά μέσα του το έργο που οραματιζόμουν και κυοφορούσα έναν ολόκληρο χρόνο, αλλά παράλληλα εγώ βίωσα μια απίστευτη ερήμωση. Ένα κενό τόσο ηχηρό, που με έκανε κυριολεκτικά, όπως προείπα, να κλειστώ στον εαυτό μου.
Μέσα σε έναν χρόνο συνεργάστηκα με μια ηθοποιό που θαύμαζα χρόνια, τη Γιώτα Φέστα, είχα την Ιωάννα Πηλιχού στο πλευρό μου, τόσους ηθοποιούς από Αθήνα και Θεσσαλονίκη που αισθανόμουν διαρκώς την αγάπη, τη στήριξη, την πίστη και την ευγνωμοσύνη τους, τόσους συντελεστές άξιους δίπλα μου, ένα τέτοιο θέατρο όπως το Θέατρο Γης, έναν τέτοιο θεσμό όπως το Φεστιβάλ Δάσους του Κρατικού Θεάτρου, το άγχος να παραδώσω ένα έργο αντάξιο των προσδοκιών και του κοινού και των δικών μου, αλλά και του Λάγιου.
Αυτό λοιπόν, μου έπεσε πολύ βαρύ και, τη στιγμή που όλοι φορτίστηκαν, ευχαριστήθηκαν, συγκινήθηκαν, βίωσαν, εγώ άδειασα.
Ο «Άη Λαός» ήταν ένα πολύ προσωπικό μου στοίχημα που πάλεψα πολύ για να γίνει από το μηδέν παλεύοντας πάντα να προστατέψω το έργο και το όραμα μου χωρίς να κάνω εκπτώσεις όσο μπορώ.
Το σημαντικό είναι ότι η παράσταση κατάφερε να παρουσιαστεί και δημιούργησε αυτό που δημιούργησε. Ό,τι κι αν αισθάνθηκα εγώ, μεγαλύτερη αξία έχει πως το βίωσε το κοινό και οι καλλιτέχνες μου. Αυτό μου αρκεί. Επίσης, η πίστη των καλλιτεχνών της παράστασης σε όλο αυτό είναι κάτι που κρατώ βαθιά μου. Είναι μεγάλο δώρο που στα 28 μου έγινε όλο αυτο, σαν όλα αυτά τα χρόνια έρευνας κάπως απέδωσαν και βρήκαν ανταπόκριση. Εκεί υπάρχει η ουσία.
Συντελεστές
Σύλληψη – Σκηνοθεσία – Δραματουργική σύνθεση: Στέλιος Βραχνής, Βασισμένο στον ιστορικό δίσκο «Άη Λαός». Μουσική: Δημήτρης Λάγιος. Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης (Βασισμένο στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη). Μετάφραση: Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου. Μουσική διδασκαλία – Φωνητική προετοιμασία: Σοφία Γιολδάση. Μουσική διεύθυνση: Θάνος Σταμούλης. Ενορχηστρώσεις: Θωμάς Λαζάρου, Θάνος Σταμούλης. Σκηνική εγκατάσταση: Στέλιος Βραχνής. Σύμβουλος δραματουργίας: Παναγιώτα Τατανάρη. Βοηθός σκηνοθέτη: Πάνος Αναγνωστόπουλος
Διανομή: Γιώτα Φέστα (Εκάβη), Ιωάννα Πηλιχού (Ανδρομάχη), Άλκηστις Αγγελοπούλου (Κασσάνδρα), Οδυσσέας Πετράκης, Απόστολος Λινάρδος, Αλκιβιάδης Στασινός, Δημήτρης Μαρκόπουλος – Ταλθύβιος
Χορός: Άλκηστις Αγγελοπούλου, Πέλια Γιαννουλάτου, Σοφία Γιολδάση, Ελένη Δημοπούλου, Δήμητρα Ζαχαριάδου, Μαρία Κατηρτζίδου, Υακίνθη Λάγιου, Μαίρη Λιόλιου, Ηρώ Σαλάκου, Μυρτώ Χαλέμη
Μουσικοί επί σκηνής: Θωμάς Λαζάρου (Ηλεκτρονικός ήχος), Θάνος Σταμούλης (Πιάνο), Παναγιώτης Ανδρέου (Κλαρινέτο), Αγγελική Γκανά (Βιολί), Χρήστος Παπαδόπουλος (Ηλεκτρική Κιθάρα), Μαρία Τσόλκα (Βιολοντσέλο)
Online προπώληση εισιτηρίων: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/offer/festival/summer/ai-laos/