Ο Δημήτρης Τάρλοου επέστρεφε στο σπίτι του από το σχολείο – μαθητής Δημοτικού, τότε, το 1973 – όταν η μητέρα του Μαρίνα Καραγάτση είχε δεχθεί την επίσκεψη της φίλης της – και σπουδαίας Ελληνίδας ηθοποιού με δράση στο Παρίσι – Χριστίνας Τσίγκου. Μοναδικό ίχνος της παρουσίας της, πριν αναχωρήσει για ένα σύντομο ταξίδι στις Σπέτσες, ήταν ένα δερμάτινο βαλιτσάκι: το αυθεντικό βαλιτσάκι της Γουίνι, όπως την υποδύθηκε στις «Ευτυχισμένες Μέρες», σε συνεργασία με τον στενό της φίλο και συγγραφέα τους, Σάμιουελ Μπέκετ. Η Τσίγκου, εντελώς απροσδόκητα, επέστρεψε νεκρή από τις Σπέτσες· το βαλιτσάκι της Γουίνι, όμως, ‘ζει’ μέχρι σήμερα.
Με αυτές τις αποσκευές – που αποκαλύπτουν την προσωπική του ανάγκη να βρίσκει συγγένειες με τα έργα που σκηνοθετεί – ο Δημήτρης Τάρλοου ανοίγει το κεφάλαιο Μπέκετ στο θέατρο Πορεία, με τις «Ευτυχισμένες μέρες» και συνοδοιπόρο την ηθοποιό Αγλαΐα Παππά. Μια ακόμα ενδιαφέρουσα σύμπτωση; Και η Αγλαΐα Παππά γνώριζε ανθρώπους στο στενό περιβάλλον της Ελληνογαλλίδας ηθοποιού.
Γιατί Μπέκετ;Το οξύμωρο είναι πως κανείς από τους δύο δεν είχε επιθυμία να καταπιαστεί με τον κόσμο του Μπέκετ. Ο μεν Τάρλοου πίστευε πως οι «Ευτυχισμένες ημέρες» σηματοδοτούν τον μοντερνισμό της δεκαετίας του ’60 «που είναι κάπως παλιομοδίτικος και έχει τελειώσει» ενώ η Αγλαΐα Παππά – παρότι πολύπειρη στους ‘προγόνους’ του Μπέκετ, τους Έλληνες τραγικούς – δεν είχε αγγίξει τη σκέψη να μπει στα ρούχα της Γουίνι. Τελικά, όπως λέει – μετά από δύο εναρκτήριες παραστάσεις σε ανοιχτά θέατρα (Άνδρος και Ελευσίνα) – «μου έχει αποκαλυφθεί ένα πολύ μεγάλο έργο. Νιώθω τύχη να ασχοληθώ με αυτό, έναν ύμνο στην επιμονή για ζωή. Είναι ένα έργο τόσο αισιόδοξο και φωτεινό και ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί έχει διαμορφωθεί η εντύπωση ότι είναι βαρύ ή στριφνό», εξηγεί.
Δημήτρης Τάρλοου: Το έργο είναι ένα δίδαγμα αντοχής· γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος γίνεται ολοένα και λιγότερο ανθεκτικός
Εξίσου αποκαλυπτική ήταν η εμπειρία και για τον Τάρλοου: «Όταν το διάβασα άλλαξα γνώμη καθώς έχει σύγχρονα στοιχεία και πολύ χιούμορ. Διατυπώνεται με μια κρυπτική, αλλά ζωντανή γλώσσα. Ξέρετε, ο Μπέκετ ήταν αυστηρός άνθρωπος, αγέλαστος. Όταν έφτασε στο αεροδρόμιο, προσκεκλημένος του Γιάννη Τσαρούχη και ο πατέρας μου είχε αναλάβει να τον παραλάβει και να τον συνοδεύσει με το αυτοκίνητο, προσπάθησε να του κάνει κουβέντα, μα στάθηκε δύσκολο να του πάρει ένα ‘ναι’ ή ένα ‘όχι’. Μπορεί, δηλαδή, να ήταν άκαμπτος, όμως αισθάνομαι ότι πίσω από αυτή τη μάσκα υπήρχε ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Μην ξεχνάμε πως το έργο είναι γραμμένο για τη μάνα του που βασανιζόταν από νευρολογική νόσο. Το έργο, λοιπόν, είναι ένα δίδαγμα αντοχής· γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος γίνεται ολοένα και λιγότερο ανθεκτικός».

H Αγλαϊα Παππά ως Γουίνι επιμένει να ζει εγκλωβισμένη στην κορυφή ενός λόφου.
Παλιοί συμμαθητές στη δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ξανακάθισαν δίπλα – δίπλα για να μεταφράσουν το έργο, καθώς οι ήδη υπάρχουσες μεταφραστικές εργασίες δεν τους ικανοποιούσαν. Στο περίφημο βαλιτσάκι της Τσίγκου βρισκόταν μια προσωπική της μετάφραση στα ελληνικά – με πολύτιμες σημειώσεις που η Αγλαϊα Παππά έχει αξιοποιήσει σημαντικά – ενώ για το νέο, τελικό κείμενο ο Δημήτρης Τάρλοου βασίστηκε στο αγγλικό πρωτότυπο, έχοντας ως αρωγό την γαλλική – σε μεγάλη απόκλιση από την αγλλική – εκδοχή του, όπως την μετέφραζε η πρωταγωνίστρια του. «Μείναμε πολύ πιστοί στο πρωτότυπο σε επίπεδο κόμματος. Παρόλα αυτά, τολμώ να πω, ότι εκπροσωπεί μια νέα πρόταση στις ‘Ευτυχισμένες μέρες’ – μια μετάφραση που δεν μπορούμε να εκδώσουμε ακόμα (υπάρχουν δικαιώματα στο έργο που δεν έχουν λήξει), αλλά θα εκδοθεί συν τω χρόνω» υπογραμμίζει ο Δημήτρης Τάρλοου.
Υπάρχουμε μέσα από τις λέξειςΗ συμμετοχή της ηθοποιού στη μεταφραστική διαδικασία την έφερε πιο κοντά στον λόγο του έργου, στοιχείο που η ίδια πάντα θεωρούσε θεμελιώδες. «Ο ηθοποιός πρέπει να υποτάσσεται στο κείμενο και σαν αρχαιολόγος να βρίσκει τι εκπροσωπεί η κάθε λέξη που θα βάλει στο στόμα του. Εκεί υπάρχει μια μεγάλη πιθανότητα να του αποκαλυφθεί το κείμενο και να ‘ταξιδέψει’ το νόημα του. Κι ενώ οι άνθρωποι δεν δίνουμε σημασία στις λέξεις, εμείς καταπιανόμαστε με ένα κείμενο, η ηρωίδα του οποίου αναρωτιέται ‘αν οι λέξεις με εγκαταλείψουν, τι θα κάνω;’. Ο Μπέκετ μέσω της Γουίνι δίνει μια τέτοια ουσία στη γλώσσα και στην επικοινωνία. Ακόμα και η σιωπή έχει ευγλωττία. Είναι ένα έργο που ισχυρίζεται πως ‘μιλάω σημαίνει υπάρχω’» σημειώνει η Παππά, ήδη σε μεγάλη δόνηση από τη συνάντηση της με τον περίφημο ρόλο της Γουίνι.

Καθρεφτάκι και κραγιόν: η Παππά με τα σύνεργα της Γουίνι.
Ομολογεί πως, εν δυνάμει, οι «Ευτυχισμένες μέρες» κλείνουν έναν κύκλο στην πορεία της, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ανοίγουν επόμενοι. «Είναι ένας κύκλος που άνοιξε το 2001 με την “Μόλι Μπλουμ” του Τζέιμς Τζόις – συγγραφέα που άσκησε μεγάλη επιρροή στον Σάμιουελ Μπέκετ – με ενδιάμεσους σπουδαίους σταθμούς: συναντήσεις μου με σκηνοθέτες που διαμόρφωσαν την υποκριτική μου προσωπικότητα, όπως είναι ο Θόδωρος Τερζόπουλος, ο Ανατόλι Βασίλιεφ. Φτάνοντας στη Γουίνι, μέσα σε αυτά τα 25 χρόνια, έδωσα το στίγμα μου. Γιατί το θέατρο για μένα είναι συνδεδεμένο με τη νεότητα μου, αλλά – όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις – ‘όχι την ανεύθυνη, μα την υπεύθυνη νεότητα’».
Αγλαϊα Παππά: Αυτό που θέλω είναι, μέσω της Γουίνι, να μεταδοθεί η αξία της επιμονής στη ζωή, η χαριτωμένη παιδική αφέλεια στο μεγαλειώδες θαύμα της ζωής
Ο Δημήτρης Τάρλοου ξέρει τι είδους ηθοποιό έχει απέναντι του. Την χαρακτηρίζει «έναν ογκόλιθο με ρωγμές. Μια πολύ στέρεη, ισχυρή υποκριτικά ερμηνεύτρια, που έχει μια κρυμμένη ευαισθησία την οποία … τσιγκλήσαμε στη Γουίνι. Γι’ αυτό και με συγκίνησε ιδιαίτερα η δήλωση της περί ‘του κλεισίματος ενός κύκλου’, αφού θεωρώ σημαντικό οι παραστάσεις μας να μην σηματοδοτούν μια ακόμα δουλειά, αλλά να σημαίνουν κάτι για όσους την κάνουν».
Η Γουίνι είναι ένα ακρωτηριασμένο σώμα που, εντούτοις, στέκεται ακίνητο, ορθό και αγέρωχο στην κορυφή ενός λοφίσκου. Όπως επισημαίνει η ερμηνεύτρια της, «η κάθετη θέση της Γουίνι είναι οντολογική, αφού έρχεται από τον ουρανό και κατευθύνεται προς το βάθος της γης». Δίπλα της έχει ένα βαλιτσάκι με τα προσωπικά της αντικείμενα (σημειωτέον πρόκειται για το περίφημο βαλιτσάκι της Χριστίνα Τσίγκου που συντηρήθηκε ειδικά για να χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο μνήμης στην παράσταση). «Τα πράγματα της Γουίνι της εξασφαλίζουν μιαν αίσθηση πρακτικότητας και κανονικότητας, την πίστη ότι είναι καλά. Τα πράγματα της μοιάζουν με σωσίβια μνήμης μιας εποχής που υπήρξε. Ναι, η μνήμη ξεφτίζει, μα η Γουίνι το αντιμετωπίζει με μια ελαφρότητα. Η αισιοδοξία της είναι βίαιη, αφού είναι αποφασισμένη να μην καταρρεύσει. Εδώ ο Μπέκετ έχει δώσει στο χρόνο πυκνότητα, γιατί η ακινησία ενέχει έναν εσωτερικό χρόνο, έναν εσωτερικό στρόβιλο».
Η Αγλαϊα Παππά δεν μιλάει ερήμην, ούτε θεωρητικά. Ένα πολύ σοβαρό αυτοκινητιστικό ατύχημα πριν από μια δεκαετία – που λίγο έλειψε να αποβεί μοιραίο για την ζωή της – την άφησε κλινήρη και ακίνητη για μήνες. Κι ενώ η σκηνοθεσία δεν θα μπορούσε να αγνοήσει αυτήν την εμπειρία – σύνδεση της με τη Γουίνι, η Παππά ακούγεται να την υπερβαίνει· αν δεν την έχει ήδη υπερβεί με το παράδειγμα ζωής της.
Αγλαϊα Παππά: Δεν αφορά κανέναν η περιφορά μιας προσωπικής μελαγχολίας πάνω στη σκηνή, αν αυτή δεν μπορεί να μεταποιηθεί σε κάτι καινούργιο
«Η θεατρική μου διαδρομή ορίζεται από μεγάλα έργα του ποιητικού θεάτρου. Εδώ, αυτό που θέλω είναι, μέσω της Γουίνι, να μεταδοθεί η αξία της επιμονής στη ζωή, η χαριτωμένη παιδική αφέλεια στο μεγαλειώδες θαύμα της ζωής. Εξάλλου, σημασία στην τέχνη μας δεν έχει το προσωπικό βίωμα: σημασία έχει πως το προσωπικό βίωμα, οφείλει να μετατραπεί σε κάτι άλλο προκειμένου να γίνει έργο τέχνης. Αυτό έπραξε και ο Μπέκετ, παρατηρούσε τη μητέρα του επί 40 χρόνια να ακινητοποιείται, έκανε την παρατήρηση βίωμα και τη μετέτρεψε σε θεατρικό έργο. Αν εγώ, λοιπόν, δεν καταφέρω να μετατρέψω την εμπειρία από το ατύχημα σε κάτι άλλο, με όρους διαλογικούς, αισθητικούς, υποκριτικούς, καλύτερα να το αφήσω εκεί που είναι. Δεν με ενδιαφέρει το καθρέφτισμα της καθημερινότητας· και όπως λέει ο Θόδωρος Τερζόπουλος “η τέχνη αρχίζει εκεί που τελειώνει η αυτοβιογραφία μας”. Δεν αφορά κανέναν η περιφορά μιας προσωπικής μελαγχολίας πάνω στη σκηνή, αν αυτή δεν μπορεί να μεταποιηθεί σε κάτι καινούργιο» λέει αγέρωχα, όπως η Γουίνι.

Ο Δημήτρης Μπίτος στο ρόλο του Γουίλι.
Φυσικά, η Αγλαϊα Παππά υπενθυμίζει πως η Γουίνι δεν είναι μόνη. Στις παρυφές του λοφίσκου την συντροφεύει ο Γουίλι – εδώ τον υποδύεται ο Δημήτρης Μπίτος. Γουίνι και Γουίλι: δύο ονόματα που στη ρίζα τους, όπως υπενθυμίζει ο σκηνοθέτης των «Ευτυχισμένων ημερών», υπερτονίζουν δύο μεγάλες έννοιες: τη νίκη (win) και τη θέληση (will). «Η Γουίνι έχει απόλυτη ανάγκη τον Γουίλι. Χωρίς αυτόν δεν μπορεί να υπάρξει. Ο Γουίλι είναι ο μετρονόμος της σιωπής της. Οι στιγμές όπου μιλάει ο Γουίλι αλλάζει όλη η θερμοκρασία του έργου. Και βρίσκω συγκλονιστικό, το γεγονός ότι έρπει και δεν περπατά για να μην την κάνει να αισθανθεί μειονεκτικά: είναι οδηγός για τις σχέσεις των ανθρώπων, αυτό που πλέον ονομάζουμε ενσυναίσθηση», σημειώνει η Παππά.
Ευτυχία είναι η επιβίωσηΟ Δημήτρης Τάρλοου συμπληρώνει πως η Γουίνι επιμένει, όχι μόνο γιατί διαρκώς μιλάει και καταπιάνεται με μια ρουτίνα, με μια επίμονη τελετή καθημερινότητας, αλλά επειδή κάποιος είναι εκεί για να την ακούει και να την κοιτάζει. «Αυτή η ανθρωπιά του Γουίλι είναι φοβερή. Συνυπάρχουν οι δυο τους σε έναν κόσμο καταστροφής, γι’ αυτό και είναι δύο ανώτερες υπάρξεις, εφόσον προσπαθούν να ζήσουν μέσα στα ερείπια. Δεν υπάρχει ευτυχία γι’ αυτούς· ευτυχία είναι η καθημερινή επιβίωση, το να φτάσουν μέχρι το σιωπητήριο. Οι μέρες όλων μας είναι το σάλπισμα της αφύπνισης έως το σιωπητήριο· δεν υπάρχει κάτι άλλο».
Άγριο γέλιο μέσα στην οδύνηΔημήτρης Τάρλοου: Ευτυχία είναι η καθημερινή επιβίωση. Οι μέρες όλων μας είναι το σάλπισμα της αφύπνισης έως το σιωπητήριο· δεν υπάρχει κάτι άλλο
Κι όμως, η Γουίνι του «Πορεία» έχει μια παρηγοριά: το χιούμορ. «Αν έβαζα ένα υπότιτλο σε αυτό το έργο», λέει η Παππά, «θα ήταν ‘άγριο γέλιο μέσα στην έσχατη οδύνη’. Αν η καθημερινότητα μας παρασύρεται στην κατάθλιψη, το μοναδικό στοιχείο που μπορεί να αντιστρέψει την κατάσταση είναι το χιούμορ. Εκεί βρίσκεται το παράλογο: στην αντίφαση μεταξύ λόγου και εικόνας. Στην αντίφαση ενός ανθρώπου, βυθισμένου στο χώμα μέχρι το λαιμό που, όμως, έχει τη δύναμη να γελάσει».
Οι “Ευτυχισμένες μέρες” κάνουν πρεμιέρα την 1η Οκτωβρίου στο Θέατρο Πορεία (Τρικόρφων και 3ης Σεπτεμβρίου).
Μετάφραση: Δημήτρης Τάρλοου, Αγλαΐα Παππά
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου
Σκηνικά & Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Μουσική Σύνθεση: Φώτης Σιώτας
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου
Συνεργάτις δραματουργός: Έρι Κύργια
Βοηθός σκηνοθέτη: Αρίστη Τσέλου
Παίζουν: η Αγλαΐα Παππά και ο Δημήτρης Μπίτος
Παραστάσεις: Τετάρτη 20:00, Πέμπτη με Σάββατο 21:00, Κυριακή: 20:00
Προπώληση εισιτηρίων: https://poreiatheatre.com/plays/eytychismenes-meres/