Έχουν περάσει 50 χρόνια από τότε που στο δυτικό Σάσεξ της Αγγλίας, ένα παιδί ονόματι Robert Smith άρχισε να παίζει μουσική με τους φίλους του στην αίθουσα μιας τοπικής εκκλησίας και κατέληξε να βρίσκει τη μια και μοναδική “θεραπεία” για τις απανταχού μελαγχολικές ψυχές. Ναι, η φωνή του Robert Smith έχει περάσει πολλές δεκαετίες στις κασέτες, τα CD, τα ακουστικά μας και δικαίως, δεκατέσσερα άλμπουμ και δεκάδες επιτυχίες αργότερα, εμείς είμαστε ακόμα εδώ, να ανατριχιάζουμε με τις βαθιά εκφραστικές ερμηνείες του, σε κάθε τραγούδι των Cure.
Εφτά χρόνια μετά την τελευταία τους εμφάνιση στην Ελλάδα – πάλι στο Ejekt Festival – οι Cure επιστρέφουν στην Αθήνα, αυτή τη φορά για μια μεγάλη συναυλία στο Telekom Center. Αν κρίνουμε από το υπέροχο αυτό headline set που έδωσαν στο Primavera Sound της Βαρκελώνης, στην αρχή της φετινής καλοκαιρινής περιοδείας τους, μπορούμε με σιγουριά να περιμένουμε όλες τις μεγάλες, διαχρονικές επιτυχίες τους, που τόσο έχουμε αγαπήσει: “Boys don’t cry”, “The Lovecats”, “Friday I’m in Love”, “Close to Me”, “Just Like Heaven”, “Why Can’t I Be You?”, “Lovesong”, “Lullaby” και η λίστα, όπως καταλαβαίνετε, δεν τελειώνει.
Ανάμεσα στα classics, όμως, βλέπουμε και μερικά τραγούδια που πρώτη φορά ερμηνεύει ο iconic frontman των Cure. Αυτά τα τραγούδια ανήκουν στον τελευταίο τους δίσκο, “Songs of a Lost World”, μια δουλειά που απέδειξε εμφατικά τι σημαίνει να παραμένεις φρέσκος μα ταυτόχρονα διαχρονικός. Σε λίγες μόλις ημέρες, την Τετάρτη 15 Ιουλίου, θα ακούσουμε κι εμείς live τα τραγούδια αυτά και υπάρχουν πολλοί λόγοι που ανυπομονούμε.
Songs of a Lost World: Η νέα Cure εποχή‘Εχοντας χάσει μέσα σε λίγα χρόνια τη μητέρα του, τον πατέρα του και τον αδερφό του, ο Robert Smith, ίσως αναπόφευκτα, έγραψε στα 65 του ίσως τον πιο προσωπικό δίσκο της καριέρας του, υπογράφοντας εκείνος εξ ολοκλήρου στίχους και μουσική, κάτι που είχε να γίνει από το 1985 και το εμβληματικό “The Head on the Door”, που μας είχε χαρίσει κομματάρες, όπως το Push, το A Night Like This, το In Between Days.
Νομίζω πως θα ήταν δίκαιο, λοιπόν, να πω ότι το “Songs of a Lost World” το περιμέναμε πολύ καιρό. Οι Cure είχαν να κυκλοφορήσουν δίσκο με νέο υλικό από το μακρινό 2008 και το “4:13 Dream”. Όχι ότι δεν μας έχουν χαρίσει άπειρα αγαπημένα τραγούδια τόσα χρόνια – γι’ αυτό και το best of set τους το 2019 στο Ejekt ήταν τόσο αξέχαστο – αλλά μας είχε λείψει να ακούσουμε κάτι καινούργιο. Εν τω μεταξύ, ο Smith έπαιζε με τα νεύρα μας, έχοντας υποσχθεί νέο δίσκο ήδη από το 2019, χωρίς όμως να βλέπουμε την υπόσχεση αυτή να γίνεται πραγματικότητα.
Ό,τι και να λέμε, όμως, άξιζε η αναμονή. Από το πρώτο play, από το πρώτο άκουσμα του “Alone”, ερωτευτήκαμε τους Cure ξανά από την αρχή. Για το πρώτο τραγούδι που μας εισάγει στα «τραγούδια ενός χαμένου κόσμου», ο Smith άντλησε έμπνευση από το ποίημα του Ernest Dowson, “Dregs”, γραφοντας τελικά ένα δυνατό κομμάτι, με πυκνά συνθεσάιζερ και δυνατά τύμπανα, για να μιλήσει για όλα όσα τον απασχολούσαν εκείνη την περίοδο: την απώλεια, την θνητότητα, την παροδικότητά μας στον κόσμο αυτό, τη μοναξιά – προβληματισμούς, δηλαδή, οικουμενικούς, σε τελική ανάλυση.
Σε ίδιο, ακόμα πιο συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα, κινείται ένα από τα κορυφαία κομμάτια του δίσκου, το “I Can Never Say Goodbye”, που γράφτηκε μετά τον θάνατο του αδελφού του. Ο Smith έχει δηλώσει ότι «δεν ήθελε οι λέξεις να κυριαρχούν στο τραγούδι, με τέτοιο τρόπο ώστε η μουσική να γίνει απλώς φόντο για αυτό που τραγουδάς. Σε αυτό το πλαίσιο, νομίζω ότι η μουσική είναι κατά κάποιον τρόπο πιο σημαντική από αυτό που τραγουδάω. Είναι ένα πολύ δύσκολο τραγούδι να το τραγουδήσεις. Ο κόσμος χρησιμοποιεί υπερβολικά συχνά τη λέξη “καθαρτικό”, αλλά αυτό ακριβώς ήταν».
Ανάμεσα στα highlight του δίσκου είναι σίγουρα και το “A Fragile Thing”, αλλά και το “Endsong”, το οποίο ο Smith εμπνεύστηκε από μια νύχτα κάτω από τα αστέρια που του τη στιγμή που παρακολουθούσε την προσγείωση του «Απόλλων 11» στη Σελήνη το 1969 μαζί με τον πατέρα του στην πίσω αυλή του σπιτιού τους.
And the rest is history. Το “Songs of a Lost World” είναι από τους δίσκους που ερωτευτήκαμε από το πρώτο play, πολύ απλά γιατί ο ήχος του είναι αυθεντικά και ολοκληρωτικά “Cure”. Οι κριτικοί το ονόμασαν έναν από τους καλύτερους δίσκους της καριέρας του Smith, ενώ και εμπορικά γνώρισε τεράστια επιτυχία, αφού ήταν το πρώτο τους άλμπουμ μετά το “Wish” του 1992 που κατέκτησε τα charts στο Ηνωμένο Βασίλειο – αλλά και σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Αυτός ο δίσκος χάρισε επίσης στους Cure και το πρώτο τους Grammy μετά από 50 ολόκληρα χρόνια! Στην 68η τελετή απονομής των Grammy, κέρδισαν το βραβείο για το Καλύτερο Άλμπουμ Εναλλακτικής Μουσικής, αλλά και το βραβείο για την Καλύτερη Ερμηνεία Εναλλακτικής Μουσικής για το “Alone”. Οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν στην τελετή, αφού την ίδια ημέρα τα μέλη της μπάντας αποχαιρετούσαν τον κιθαρίστα τους Perry Bamonte, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 65 ετών. Πάντως, ο Smith έστειλε το δικό του μήνυμα στους fans των Cure. «Χωρίς εσάς, τίποτα από όλα αυτά δεν θα ήταν δυνατό», είπε και απέδειξε για ακόμη μια φορά πόσο υπολογίζει – πραγματικά – το κοινό του.
Τουλάχιστον αυτό νιώθουμε κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή. Ακόμα κι αν δεν είναι ο πιο επικοινωνιακός frontman εκεί έξω, ξέρουμε ότι το ζει μαζί μας. Όπως θα το ζήσουμε (ξανά) στις 15 Ιουλίου στο Ejekt Festival.
Οι Cure επιστρέφουν στο Ejekt Festival την Τετάρτη 15 Ιουλίου, στο Telekom Center, ΟΑΚΑ. Ανοίγουν οι Nothing But Thieves και ο Matt Berninger.
Η προπωληση συνεχίζεται μέσω more.com