Το βλέμμα σου τρέχει στην κατηφόρα του Ξέφωτου στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, ανάμεσα από ελιές και χαρουπιές, πεύκα και συκιές για να φτάσει σε μια ομάδα 11 ανθρώπων ντυμένων στα μπλε από την κορυφή ως τα νύχια. Ο ένας από αυτούς – λουσμένος σταθερά με ένα λευκό προβολέα λειτουργώντας σαν αυτόφωτη ύπαρξη – είναι o David Byrne. Ο frontman των Talking Heads, η θρυλική μορφή της βρετανικής μουσικής εδώ και 45+ χρόνια, μόλις ξεκινούσε να σου τινάζει τα μυαλά στον (δροσερό) καλοκαιρινό αέρα με, μακράν, το πιο feelgood conceptual live που έχεις δει εδώ και (πολύ) καιρό.
Τυχαίο που άνοιγε τη συναυλία με το «Heaven» από το πρώτο άλμπουμ της μπάντας, το οποίο ακουγόταν φρέσκο σαν χθεσινό κι ας είχε λανσαριστεί το 1979; Όχι, ο David Byrne ήταν εκεί για να εξηγήσει γλαφυρότατα – με τραγούδι, μουσική, χορό, εικαστικότητα, φλερτ με το μιούζικαλ και το συναυλιακό σενάριο – γιατί η εμφάνιση των «Heads» πίσω στα late 70s ήταν αδιανόητα εκρηκτική για την παγκόσμια σκηνή – κι ας η punk και η rock κυριαρχούσε τότε με άλλα θηρία.

Εντυπωσιακά πλάνα συνόδευα κάθε τραγούδι του.
Τα μισά τραγούδια του live ήταν αλιευμένα από τη δισκογραφία των Talking Heads («And she was», «Flowers», «Air», «Life during wartime» και φυσικά τα αξεπέραστα «Psycho Killer», «Once in a lifetime» και «Burning down the house»). Κι όμως, δεν ήταν αυτό το σημείο αναφοράς του. Ο Byrne διοργάνωνε μια γιορτή συλλογικότητας και ποπ χορικότητας αρχικά με την μπάντα, τους τραγουδιστές και τους χορευτές του (παλιά πετριά αυτό) κι έπειτα με εσένα, κι εσένα κι εσένα. Λες και είχε πάρει φώτιση από τους Blues Brothers, μας θύμισε πόσο χρειαζόμαστε ο ένας την ύπαρξη του άλλου, μοιράζοντας μας το αντίδωρο μιας συζήτησης με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Τζον Κάμερον Μίτσελ που κατέληγε στο σύνθημα: «Η αγάπη και η ευγένεια είναι το νέο punk. Η αγάπη και η ευγένεια είναι μορφή αντίστασης».

Με τη μπάντα του επό 100 λεπτά επί σκηνής
Ο Byrne έχει συνειδητοποιήσει από καιρό πως η μουσική, το σόου είναι ένα όχημα κοινωνικο-πολιτικής συνάθροισης και πως πίσω από τα τέλεια afro και disco beat που συνόδευαν τα τραγούδια του, πίσω από τις τέλεια συντονισμένες λοξές χορογραφίες που εκτελούσε με την ακούραστη ομάδα του γινόταν ένας μεταμπρεχτικός ροκ σόουμαν. Ένας εξπρεσιονιστής. Γεγονός που επιβεβαίωνε και εικαστικά – ακόμα και με τα φωτιστικά περιβάλλοντα λες και την εντέλεια τους είχε υπογράψει ο συγχωρεμένος Ρόμπερτ Γουίλσον.
Πόσα μηνύματα έστειλε, εκτός από αυτά που εκπροσωπούσαν τα τραγούδια του; Εκτός από τις τέλεια αντικαπιταλιστικές στροφές του «Once in a lifetime»: You may ask yourself, “What is that beautiful house?”/You may ask yourself, “Where does that highway go to?” /And you may ask yourself, “Am I right, am I wrong?”/And you may say to yourself, “My God, what have I done?”». Μίλησε για την καταστροφική μας μανία προς τη φύση και τα ζώα και «πως ποτέ δεν είναι αργά να αλλάξουμε». Μίλησε ενάντια στο φασισμό, πρότεινε από οθόνης το σαρκαστικό μότο «Make America Gay again» βγάζοντας επιδεικτικά τη γλώσσα στο αφήγημα Ντόναλντ Τραμπ, έπαιξε βίντεο με τις διαδηλώσεις των Νεοϋρκέζων υπέρ των Παλαιστινίων. Ναι, ο David Byrne είναι γνήσιος ουμανιστής και τέτοιες φλεγόμενες φωνές σπανίζουν στον πλανήτη Γη, αυτόν τον καιρό.

Τραγουδιστής, χορευτής, μουσικός, αφηγητής: ολιστικός καλλιτέχνης.
Αλλά και με αυστηρά καλλιτεχνικούς όρους να αντιμετωπίσεις την αθηναϊκή εμφάνιση του, πάλι θα σου μείνει αξέχαστη η μπάντα που “φορούσε” και περιέφερε τα μουσικά όργανα σε απίθανο συντονισμό θυμίζοντας disco groups των 70s. Θα σου μείνουν αξέχαστες οι υπερμεγέθεις προβολές που άλλαζαν κλίμακα στο εικαστικό αποτύπωμα του live, είτε προβάλλοντας αστικά στιγμιότυπα, είτε εικόνες φύσης. Θα σου μείνει αξέχαστος ο ίδιος ο David Byrne που στα 74 του εξακολουθούσε να επιδεικνύει τις χορευτικές τρέλες της νιότης του, επί σκηνής, επί 100 λεπτά. Αυτός ο τύπος πυροδότησε μια έκρηξη χαράς που γεννιόταν μέσα από βαθιά σοφία και πραγματική ανησυχία. Και απέδειξε πως το συναυλικό είδος μπορεί να απέχει έτη φωτός από μια μουσική παράσταση, ένα μουσικό αφήγημα.