Δεν είχαν συμπληρωθεί ούτε 24 ώρες από την παρουσίαση του «Mercury rising», της πρώτης παράστασης που παρακολουθούσα από κωφούς (στην πλειονότητα τους) καλλιτέχνες απευθυνόμενο σε μικτό κοινό. Η χορογραφία του Σουηδoύ Γέφτα Βαν Ντίνχερ που έκανε ελληνική πρεμιέρα στο 32ο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, πυροδοτούσε ξανά και γόνιμα τη συζήτηση για την προσβασιμότητα στις παραστατικές τέχνες, ένα κεφάλαιο με τεράστια κενά στην Ελλάδα και, όπως φαίνεται, και σε άλλες πιο ευνομούμενες χώρες από τη δική μας.
Η επαφή με ένα θέαμα, η δραματουργία του οποίου οριζόταν από διάφορες εθνικές νοηματικές γλώσσες και ερμηνευόταν από δύο κωφές χορεύτριες την Ντίνα Μάτσα και την Ντον Γιάνι Μπίρλεϊ καθώς και τον Λούκας Μαλκόφσκι – γόνο δύο κωφών γονιών – άνοιγε μοιραία έναν διάλογο για το πως ‘κατασκευάζεται’ μια παράσταση από άτομα με αναπηρία, που όχι μόνο θέλουν να υπάρξουν στη σκηνή, αλλά πρώτιστα να επικοινωνήσουν με την κοινωνία των «κανονικών»· την κοινωνία που, συνήθως, τους αποκλείει.
Σε συζήτηση που διοργάνωσε η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Τζένη Αργυρίου, οι Καναδοί Ντον Γιάνι Μπίρλεϊ και Λούκας Μαλκόφσκι εξηγούσαν πως, επέλεξαν τη νοηματική ως χορογραφικό άξονα, θέλοντας να αφήσουν το δεδομένο του άρρητου για τους ακούοντες και μη θεατές, αφού στόχος ήταν η επικοινωνία με πυρήνα το συναίσθημα που μπορεί να προκαλεί το άγνωστο ή το ανείπωτο. Με έναν τρόπο, δηλαδή, έφεραν τους ακούοντες θεατές στη θέση στην οποία γεννήθηκαν και ζουν έκτοτε: να στηρίζονται σε εκφράσεις και όχι σε λέξεις για να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους. Εξήγησαν δε, πως υπήρχαν και ειδικές προδιαγραφές για τους ίδιους κατά το στήσιμο της παράστασης, καθώς η μουσική έπρεπε να παίζει σε χαμηλή συχνότητα, ώστε να κατορθώνουν να την αντιληφθούν με το σώμα τους ως δόνηση προκειμένου να χορέψουν πάνω σε αυτήν τη «μουσική γραμμή». Και μόνο αυτή η λεπτομέρεια, που για τους ακούοντες είναι κάτι το δεδομένο, μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε τις δυσκολίες που συναντά κάθε ανάπηρο άτομο σε έναν κόσμο που είναι φτιαγμένος χωρίς να τον λαμβάνει υπόψιν.

Το πάνελ των ομιλητών (από αριστερά): Ειρήνη Κουρούβανη, Βενεστιάνα Καλαμπαλίκη, Μέντη Μέγα, Ντον Γιάνι Μπίρλεϊ, Λούκας Μαλκόφσκι.
Καθώς το στρογγυλό τραπέζι συμπλήρωναν και Έλληνες καλλιτέχνες που είτε έχουν κάποια αναπηρίας, είτε έχουν εντάξει διάφορες μορφές αναπηρίας στην καλλιτεχνική έκφραση, η χορογράφος Βενετσιάνα Καλαμπαλίκη αναφέρθηκε στην εμπειρία διδασκαλίας χορού σε άτομα με νόσο Πάρκινσον, στο Αμβούργο της Γερμανίας. Ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα, οργανωμένο από ιδρύματα τεχνών. «Οι χορευτές μας με ενημέρωσαν πως εξαιτίας της νόσου δεν μπορούσαν να χορέψουν με μουσική που έχει έντονο τον ήχο του μπάσου, καθώς αλλάζει το επίπεδο της δόνησης και είναι κάτι που δεν μπορούν να αντέξουν. Ακόμα, λοιπόν, και η δημιουργία μιας παράστασης για άτομα με αναπηρία χρειάζεται πολλούς συμβιβασμούς για να ολοκληρωθεί, προκειμένου να λαμβάνει υπόψιν τον πρώτο πυρήνα της, τους συμμετέχοντες».
Τα άτομα με αναπηρία αντιμετωπίζονται ως πρόβλημαΕίναι ηλίου φαεινότερο πως η Τέχνη οφείλει να συμβάλλει τόσο στην ορατότητα των ανάπηρων καλλιτεχνών, δημιουργώντας παράλληλα και τις κατάλληλες συνθήκες προσβασιμότητας των θεατών με αναπηρία. Φυσικά, στον κόσμο των αναπήρων όσο και των δημιουργών που εμπλέκονται σε καλλιτεχνικά έργα με αναπήρους, ο πολυχρησιμοποιημένος όρος της συμπερίληψης, μοιάζει να έρχεται από τον κόσμο των αρτιμελών. «Δεν είμαι οπαδός αυτής της ορολογίας. Γεννήθηκα κωφή, είμαι κόρη και εγγονή κωφών, οι παππούδες μου ήταν άνθρωποι του χωριού που δεν μεταχειρίζονταν τέτοιες έννοιες, αλλά σας διαβεβαιώ πως όσο και να μιλάμε για συμπερίληψη, από την εποχή τους μέχρι τη δική μου, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Είναι μια ωραία, αλλά κούφια έννοια. Η συμπερίληψη μοιάζει να θέτει ένα όριο, να σε κάνει να αναρωτιέσαι σε ποιον απευθύνεται ο δομημένος κόσμος. Δίνει άλλοθι στους υπεύθυνους φορείς και τον πολιτικό κόσμο να αντιμετωπίζουν τους αναπήρους ως το πρόβλημα, αντί να φροντίσουν τα προβλήματα που δημιουργούνται στις ζωές μας», διαμαρτύρεται η Νταν Γιάνι Μπίρλεϊ. Η Μέντη Μέγα, χορεύτρια και χορογράφος, που πλέον έχει αφοσιωθεί πλήρως στο ζήτημα της προσβασιμότητας στο χορό και συνεργάζεται σταθερά με τον ανάπηρο καλλιτέχνη Μανώλη Σαριδάκη, επιμένει στην έννοια της «πρόσβασης» καθώς όπως λέει, «καθορίζει έναν τρόπο σκέψης που μόνο να ανοίξει μπορεί σε πολλά επίπεδα, ακόμα και σε πνευματικά επίπεδα. Όταν μιλάμε και δουλεύουμε για την προσβασιμότητα ως κοινωνία, η αλλαγή είναι μονόδρομος».

Η Ειρήνη Κουρούβανη, χορεύτρια σε αμαξίδιο παρουσιάζει ένα μικτό σεμιναρικό πρόγραμμα χορού για άτομα με αναπηρίες και μη στο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, σε συνεργασία με την Βενετσιάνα Καλαμπαλίκη.
Τι συμβαίνει όμως στην πράξη; Πόσο χώρο έχουν στα χρόνια της, politically correct συμπερίληψης, οι ανάπηροι καλλιτέχνες και οι ανάπηροι θεατές; Η Βενετσιάνα Καλαμπαλίκη υπενθυμίζει πως στην Ελλάδα ο νόμος απαγορεύει σε άτομα με αναπηρία να σπουδάσουν χορό, δίνοντας τον τόνο της γενικότερης επικρατούσας κατάστασης. «Ζητάμε αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου, με την ευκαιρία της ίδρυσης της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών» τονίζει. Με την, a priori, εχθρική στάση της Πολιτείας, η Ειρήνη Κουρούβανη, χορεύτρια σε αμαξίδιο (η οποία παρουσιάζει ένα μικτό σεμιναρικό πρόγραμμα χορού για άτομα με αναπηρίες και μη στο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, σε συνεργασία με την Βενετσιάνα Καλαμπαλίκη) επισημαίνει πως η περιορισμένη πρόσβαση των ανάπηρων καλλιτεχνών σε παραστάσεις αυτομάτως μεταφράζεται και σε εργασιακό αποκλεισμό. «Στην Ελλάδα δεν μπορείς να επιβιώσεις ως αρτιμελής καλλιτέχνης, πόσω μάλλον ως ανάπηρος. Προσωπικά, έχω σταθεί τυχερή, καθώς βασίζομαι στην εργασία μου στον Δημόσιο Τομέα (η Κουρούβανη είναι απόφοιτη του Πολιτικού Τμήματος της Νομικής Σχολής) και έτσι δεν βιώνω την αγωνία να βρίσκομαι διαρκώς σε μια παραγωγή. Διαφορετικά, είναι σίγουρο πως δεν θα μπορούσα να βιοποριστώ».
Εργασιακός αποκλεισμόςΈνα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Ελληνο-Λετονή χορεύτρια Βικτόρια Αντόνοβα που βρίσκεται στο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας για να παρακολουθήσει σεμινάρια για επαγγελματίες, η οποία έχει αναγκαστεί να μεταναστεύσει στη Γερμανία προκειμένου να μπορέσει να βρει διέξοδο στην τέχνη της. «Στην Ελλάδα όχι μόνο δεν βρίσκω δουλειά, αλλά η σύνταξη αναπηρίας είναι της τάξεως των 300 ευρώ. Και για να κατανοήσετε τον ελληνικό παραλογισμό της αρκεί να σας πω ότι δεν έχω ελληνικό διαβατήριο καθώς δεν έχω δάχτυλα και δεν μπορεί να εκδοθεί επίσημο έγγραφο χωρίς τα αποτυπώματα μου. Ευτυχώς, η δεύτερη μου ιθαγένεια από τη Λετονία με έσωσε: από εκεί μου εξέδωσαν διαβατήριο, με παρέμβαση της πρεσβείας».

Από το σεμινάριο για άτομα με αναπηρία και μη του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας.
Στην απίστευτη ιστορία της Αντόνοβα έρχεται να προστεθεί και η μαρτυρία της Μπίρλεϊ που παρότι ξεκίνησε την χορευτική της καριέρα στον ‘ πολιτισμένο’ Καναδά, ομολογεί πως έχει αναγκαστεί να μεταναστεύσει στη Φινλανδία για να βιοποριστεί ως χορεύτρια. «Στον Καναδά, δυστυχώς, δεν υπάρχει υποστήριξη στους κωφούς καλλιτέχνες, ενώ στη Φινλανδία έχει ιδρυθεί επαγγελματικό θέατρο για κωφούς ηθοποιούς, πράγμα το οποίο με εξέπληξε ευχάριστα». Πάντως, καθώς ταξιδεύει συχνά σε χώρες του εξωτερικού για επαγγελματικούς λόγους, διαπιστώνει πως σε πολλές περιπτώσεις, ο αποκλεισμός είναι ο γενικός κανόνας: «τα περισσότερα θέατρα στον κόσμο είναι σχεδιασμένα για ακούοντες και οι δεύτεροι δεν ξέρουν πως να επικοινωνήσουν μαζί μας. Συναντώ διαρκώς εμπόδια όχι επειδή είμαι κωφή αλλά επειδή οι ακούοντες δεν θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί μου. Βέβαια, νόμιζα πως οι άνθρωποι μπορούν να συνεννοηθούν ακόμα και από βλέμματα, εκφράσεις, χρησιμοποιώντας μόνον το σώμα τους».