Οι Nick Cave and the Bad Seeds επιστρέφουν στο Release Athens αύριο, Τετάρτη 24 Ιουνίου, για μια μεγάλη συναυλία στην Πλατεία Νερου.
Φυσικά αυτή δεν είναι η πρώτη – ούτε η μοναδική – συναυλία του Αυστραλού σταρ στην χώρα μας, αφού Nick Cave και ελληνικό κοινό συνδέονται με μια σχέση λατρείας.
Ένα από τα highlights των πολλών εμφανίσεων του στην Ελλάδα είναι σίγουρα, πάντως, εκείνη η συναυλία στο Ρόδον το 1989. Λίγο πριν τον συναντήσουμε ξανά στην Αθήνα, διαβάζουμε για τη ξεχωριστή αυτή συναυλία σε ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο «ΡΟΔΟΝ, In the Mercy Seat, 5.5.89», από το βιβλίο Σάμγουερ In ‘80sland του Παναγιώτη Παπαϊωάννου (εκδόσεις Ιωλκός 2022).
Η αξέχαστη βραδιά της 5.5.89, με τον Nick Cave στο «ΡΟΔΟΝ»H Άγγελα, συμφοιτήτρια στο πρώτο έτος Νομικής, είναι από τα παιδιά των μεταναστών που μεγαλώσανε και δώσανε πανελλαδικές έξω, εν προκειμένω στο Δυτικό Βερολίνο, για να βρεθούνε επιτυχόντες μέσα, εν προκειμένω σε ημιυπόγειο στα Κάτω Πατήσια. Μεγαλύτερη δύο χρόνια, μια μεζούρα από Στόκαρντ Τσάννινγκ – την καστανή του Grease- στην έκφραση (‘κείνη η απρόβλεπτη λάμψη στο μάτι), μισή μεζούρα Εμμανουέλ Σενιέ στην κίνηση και προφορά ατσούμπαλη, σα να φρενάρει υποχρεωτικά πριν τη στίξη κάθε πρότασης, ν΄αναρωτηθεί αν αυτό που μόλις βγήκε απ΄το στόμα της το μετάφρασε σωστά απ΄τα γερμανικά.
«(…) Ο Μάϊος του ’89 με κυνηγούσε όλη τη χρονιά, από τον περασμένο Οκτώβριο. Ήταν πια φανερό. Το φχαριστιόταν που με είχε βρει μπόσικο, με τις αντοχές ξοδεμένες, ολόψυχα δοσμένο σε λάθη επί λαθών. Στη σχολή τουρίστας, ξύπνημα το μεσημέρι και όρθιος όλο τη νύχτα, τα εσώψυχα μακελεμένα από έρωτα μετέωρο, ματαιωμένο, με θέλει, δε με θέλει, θα την κάνω ν’ αλλάξει, πώς γίνεται και θέλει έναν τέτοιον μ@λ@κ@, όλο το σαρκοβόρο πακέτο. H Άγγελα τα ήξερε όλα αυτά. «Σε έξι μήνες πάω στοίχημα ότι θα την έχεις ξεχάσει», μού ‘λεγε παραγγέλνοντας μπύρες στο «Αλεξίπτωτο».
Η Παρασκευή 5 Μαΐου ήτανε άλλη μια τέτοια μέρα. Ξύπνημα με κεφάλι βαρύ. Τα βιβλία ανοιχτά πάνω στο γραφείο, ο ψυχαναγκασμός του πρώτου θερινού εξαμήνου (άντε να στρωθείς, σιγά μη στρωθείς, πάμε έξω). Οι κασσέτες σε μικρής κλίμακας ουρανοξύστες δεξιά κι αριστερά απ’ τα βιβλία, το τηλέφωνο κοντά, μην και τυχόν χτυπήσει και δεν το ακούσω, μέσα σ’ ένα δωμάτιο 4 x 3. Δε χτυπούσε. Στην «Ελευθεροτυπία» η προεκλογική μάχη για τις 19ης Ιουνίου μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μαίνεται λυσσαλέα, με διακύβευμα την πολυπόθητη «ΚΑΘΑΡΣΗ», την οποία η Ενωμένη Αριστερά καυχιέται σα γύφτικο σκεπάρνι ότι θα φέρει εκείνη. Το μάτι πάει στα σινεμά και πιάνει ότι σήμερα κάνουν πρεμιέρα οι «Επικίνδυνες Σχέσεις». Με συνοπτικές διαδικασίες διαλέγω την απογευματινή στο «ΡΑΔΙΟ ΣΙΤΥ». Εκεί που είχαμε δει μαζί και την «Τεκίλα Σανράϊζ». Θα βγω. Θα βγω μπας και σπάσω το αόρατο συρματόσχοινο που με κρατάει σε απόσταση αρπαξιάς απ’ το τηλέφωνο.
Το απόγευμα με βρίσκει να περπατάω από τα δεξιά την Πατησίων, μέσες – άκρες σε φιλική επαφή προς την πραγματικότητα, καθ’ότι τα γυαλιά στην τσέπη του τζην, ενώ από πάνω ο ήλιος κατακέφαλος. Μια ευθεία με μεσαίες ευκολοδιάβατες κάθετες, Αγίου Μελετίου, Πλατεία Αμερικής, Πλατεία Κολιάτσου. Στη γωνία Πατησίων με Αμοργού, το «ΡΑΔΙΟ ΣΙΤΥ». 17:40 αρχίζει.
Δύο ώρες αργότερα, ζάλη, κι ένα περίεργο σφυροκόπημα που ξεκινάει απ΄το στήθος και κατεβαίνει στα σωθικά. Τζων Μάλκοβιτς. Γκλεν Κόουζ. Μισέλ Φάϊφερ, το αθώο θύμα, παγιδευμένο σαν παιχνιδάκι στη ματαιοδοξία των δύο πρώην εραστών. Μάλκοβιτς, υπερόπτη καζανόβα, ηλίθιε, πέταξες το ρόδο στα σκουπίδια για μια νύχτα με κάποια που την είχες για πλάκα, μόνο και μόνο για να την ξανάχεις, δεν το χωράει το μυαλό. Γκλεν Κλόουζ, άθλιο παλιoθήλυκο, δεν υπάρχει τέλος που να σου αξίζει. Τί παιχνίδι με τις λέξεις, τα βλέμματα, τα σφιγμένα χαμόγελα, μαριονετίστικες δολοπλοκίες, περούκες και πούδρα all over. Τέτοια επίδραση από φιλμ εποχής, ποτέ πριν. Βγαίνω στο περίπτερο, δίπλα απ΄το σινεμά. Οχτώ και κάτι, πάνω στο σούρουπο. Τάληρο ανά χείρας. Παίρνω τηλέφωνο την Άγγελα. Μένει κοντά και πρέπει να της μιλήσω για την ταινία. Είναι εκεί.
Όμως η Στόκαρντ Άγγελα έχει άλλα σχέδια. «Έλα! Έχω ένα εισιτήριο για το «ΡΟΔΟΝ». Νικ Κέιβ, εντάξει;».
«Δε σε βλέπω καλά. Έλα, φύγαμε. Θα μου πεις στο δρόμο για το έργο, εντάξει;». Το ρίμελ απορώ πώς δεν της κόβει απ΄το οπτικό πεδίο. Θέλει ν’ αδειάσει τη γωνιά στη συγκάτοικο. Έχω τόσα να της πώ για το κομμάτιασμα των αισθήσεων από τις «Επικίνδυνες Σχέσεις» που την ακολουθώ στο δρόμο χωρίς πολλά – πολλά. Περνάμε απέναντι. Ούτε εισιτήρια δεν έχω. Μου χώνει ένα στο χέρι, καθώς έρχεται πάνω στην ώρα το «14», κατά σατανική σύμπτωση το τρόλλεϋ το πιο σπάνιο, αυτό που ανεβαίνει Αλεξάνδρας. «Ανέβα, θα περπατήσουμε μέχρι Μάρνη, έτσι;».
Παρλάρω ακατάσχετα, κολλημένος με την ταινία. Βλέπω την Άγγελα, απ’ το σημείο που της λέω για το σατανικό σχέδιο Μάλκοβιτς και Κλόουζ να καταστρέψουν την τιμή της Μισέλ Φάϊφερ, να κοιτάει έξω απ΄το τζάμι του τρόλλεϋ, αδιάφορα, σα ν’ ακούει ένα μονόλογο σε μια άγνωστη γλώσσα. «Λοιπόν, συγκεντρώσου, εντάξει; Θα δεις Nick Cave. Τον έχω δει στο Βερολίνο δύο φορές. Δεν πετάς στα αχμ… άχρηστα όλα αυτά τα χέβυ μέταλ και τις ιστορίες για τους γάλλους ευγενείς και τις γκομενοδουλειές τους; Θα δεις τι είναι πραγματική αχμ (το λέει στα γερμανικά) παράσταση, εντάξει;». Είναι πολύ σίγουρη.
Τόσο, που πριν το καταλάβω έχω χωθεί στην ανθρωποσειρά, έξω απ’ το «ΡΟΔΟΝ» που ξεχειλίζει στη Μάρνη. Έχει πέσει το βράδυ και το πλήθος, πλήθος. Για δες. Τζηνοφορεμένοι με κοκκοράκια και φαβορίτες μέχρι το κράσπεδο, μαυροντυμένοι με ρουφηγμένα μάγουλα και τσιγάρα να κρέμονται απ’ το στόμα, τύπισσες με επιτηδευμένα λοφία, ακούρευτα φοιτητάρια, νερντς της εξωκοινοβουλευτικής φοιτητικής αριστεράς, όλοι εκεί.
Δεν είμαι ‘γω γι’ αυτά.
«Άσε την ταινία απ΄έξω, έτσι;» προειδοποιεί η Άγγελα. Ανοίγει δρόμο μέσα απ΄τον κόσμο, που έχει μπει στο «ΡΟΔΟΝ» από νωρίς, κατεβαίνει το πρώτο σκαλί και στέκεται στο ρείθρο του δεύτερου. Είμαστε στη μέση της πλατείας. Ψαχουλεύει ένα σακουλάκι με καπνό στην τσάντα της, βγάζει μαζί και τα χαρτάκια και διπλώνει ένα στριφτό. «Να δεις και κάτι που δεν έχεις ξαναδεί».
Τα φώτα χαμηλώνουν και ακούγεται το γρατζούνισμα μιας κιθάρας, καθώς το πλήθος σιγοβράζει. Φώτα. Ο ψηλολαίμης φρόντμαν, σκυθρωπός και αυτοσυγκεντρωμένος ξεκινά με κείνο το ίδιο πυρετώδες κομμάτι, όπως το Φεβρουάριο στο «ΣΤΟΥΝΤΙΟ». “From Her To Eternity”. Απ΄αυτήν και στην αιωνιότητα. Ν’ αφήσω έξω τις Επικίνδυνες Σχέσεις; Μα όπου και να πάω, ο Οκτώβρης με κυνηγάει. “From Her To Eternity”.
Ένας κιθαρίστας με καροτί μαλλί, σα φιγούρα από βιβλίο πειραμάτων φυσικής πέμπτης δημοτικού για την απεικόνιση ηλεκτροπληξίας, κι άλλος ένας περίεργα μελαμψός αριστερά στη σκιερή γωνία της σκηνής – δεν τον πιάνουν και καλά οι προβολείς. Ένας βλοσυρός και υπερβολικά clean cut μπασίστας, σα να ξεπήδησε από τα «Παιδικά Χρόνια του Τομ Μπράουν», ένας ντράμερ προσηλωμένος ευλαβικά στο να πελεκάει τα δέρματα, σα νά ‘ναι μόνος του μέσα σε ασανσέρ, τέτοια προσήλωση, κι όλοι μαζί ένα θορυβώδες χαλί. Πάνω σ’ αυτό ο Ψηλολαίμης, ντυμένος με στενό κοστούμι, κάτι μεταξύ κορακιού του Λούκυ – Λουκ και ακτήμονα προφήτη, ισορροπεί, πετάγεται, στριφογυρίζει, γονατίζει, σφίγγει το μικρόφωνο κολλημένο μπροστά απ’ το στόμα του. Από μέσα του βγαίνει μια βαθιά φωνή, απεγνωσμένη, θρήνος, οργισμένη έκκληση, μονόλογοι ιδρωμένοι, δεν τον νοιάζει, δεν τον νοιάζει. Ξανά γονατίζει. Τινάζεται. Ένα ξεχαρβαλωμένο πιάνο πότε – πότε σα να υπαγορεύει τις κινήσεις του – το παίζει ένας τύπος με τραγιάσκα ίσα που φαίνεται. Περιμένω να δω τί θα κάνει, αν θα δώσει λύση στο δράμα. Κι αυτός τελειώνει το ένα και πιάνει το επόμενο.
Το «ΡΟΔΟΝ», άλλοτε υπνωτισμένο, άλλοτε κάτω από την επίδραση που έχει απλωθεί απ΄ το παράξενο μαγιολίκι του Ψηλολαίμη, στο τέλος κάθε τραγουδιού ξεσπάει σε χειροκροτήματα.
Κύματα κιθάρας και πλήκτρων εκπορεύονται από τη σκηνή, αγέλαστα, εμμονικά, ξερά, σχεδόν ενοχλητικά. Εδώ και κει, κάτι δεύτερα φωνητικά που κάνει όλη η μπάντα μαζί, σαν χορωδία από μοχθηρά παιδιά κατηχητικού. Και ο Nick Cave, τώρα πια συνειδητοποιώ ότι βλέπω τον άνθρωπο που επέκρινε τα ίδια του τα τραγούδια σε ‘κείνη τη συνέντευξη, δε σταματά. Ιδρωμένος, με το κοστούμι του και το λευκό πουκάμισο με κάτι μανικετόκουμπα σα μάτια φιδιού, σκαρφαλώνει στα μόνιτορ και ψέλνει “the Mercy Seat is waiting and I think my head is burning”.
“I think my head is burning”. Προσπαθώ να σταθώ γραπωμένος από τη μοναδική μπύρα της βραδιάς, ενώ μέσα μου όλα, εικόνες και εαυτοί είναι σε μια άνευ προηγουμένου περιδίνηση. Ένας πρωτάρης στο «ΡΟΔΟΝ», ένας τύπος που ζητάει καταφύγιο τα παγκάκια της Βικτώρια, ένας «αριστούχος» χίλιες ζωές μακριά απ’ το σπίτι του, ένας Ρωμαίος με μια Ιουλιέτα που τον έχει πετσοκόψει, ένας πρωτοετής που καλά – καλά δεν έχει περάσει μάθημα, ένας θράσερ από μια τόσο βολική και τόσο κακεντρεχή επαρχία στην αυλή του πρίγκηπος του Νικολάου του Σπηλαίων. Είναι σα να μ’ αρπάζει με τη βία ένα χέρι και να με ρίχνει στο λάκκο μιας ενηλικίωσης προχωρημένης, απρόσκλητης, όχι, είναι νωρίς ακόμη, θέλω πίσω τα χρόνια μου τα πραγματικά, με τα απλά τα ανώδυνα ροκάκια, τα εφηβικά τα χεβυμεταλλάκια, και τα τοιαύτα. Πού βρίσκομαι, τι παρακολουθώ μπροστά μου αυτή τη στιγμή; Ο Nick ο Cave ο Ψηλολαίμης, αδυσώπητος: “You better run, you better run, you better run to the city of refuge”.
Τα χέρια του κοινού σηκωμένα, τα κορμιά κολλημένα, είμαι στριμωγμένος στο ρείθρο, στο δεύτερο σκαλί της πλατείας, κέντρο και λίγο πλάγια και το πλήθος απειλεί να με πάει βόλτα, έτσι όπως σείεται πακεταρισμένο. Αναζητώ την Άγγελα καθώς ένα κομμάτι που μάλλον το λένε “Mercy” κατέρχεται στην αίθουσα σα λιτανεία. Τη βλέπω δυό μέτρα δεξιά, με τα μάτια της καρφωμένα στη σκηνή και το τσιγάρο κοντά στο στόμα. Ένα θρηνητικό “All Tomorrow’s Parties” και μια γυμνή, απειλητική εκδοχή της “Black Betty” (απ’ τα λίγα που ξέρω) έρχονται και φέρνουν τη νύχτα στην ολοκλήρωσή της. Κόσμος εξουθενωμένος βγαίνει αργά απ’ το «ΡΟΔΟΝ» και χαμηλόφωνα επιφωνήματα δέους ακούς ν’ ανταλλάσσονται από δω κι από κει.
Η Άγγελα με κοιτάει με αναψοκοκκινισμένο χαμόγελο χιλίων χρόνων παλιό: «Στά’ πα, δεν στά’ πα; Nick Cave, εντάξει;».