Μια έφηβη θεατής της αυθεντικής «Μήδειας» του 1961 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου ισχυριζόταν – μέχρι να φύγει από τη ζωή – πως το χειροκρότημα του κοινού για τη Μαρία Κάλλας δεν επαναλήφθηκε ποτέ στη μετέπειτα ιστορία του θεάτρου. Αυτή την ανεπανάληπτη εμπειρία έρχεται να ανασυνθέσει η Εθνική Λυρική Σκηνή το προσεχές Σάββατο, 65 χρόνια μετά την παρουσίαση της. Ο όρος «ανασύνθεση» μοιάζει ο πλέον έγκυρος καθώς καθένας από τους έμπειρους συντελεστές αυτού του εγχειρήματος επενδύει σε σπαράγματα και ίχνη του πρωτότυπου ανεβάσματος, όπως τα κληροδότησαν ο σκηνοθέτης της, Αλέξης Μινωτής, ο σκηνογράφος και ενδυματολόγος της Γιάννης Τσαρούχης και η χορογράφος της Μαρία Χορς.
Με οδηγό το όραμα θρύλων της ελληνικής παραστατικής τέχνης, ο σκηνοθέτης Παναγής Παγουλάτος, η ενδυματολόγος Τότα Πρίτσα, η χορογράφος Γιάννα Φιλιπποπούλου και ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος εξηγούν (ο καθένας μέσα από τα καθήκοντα του) την προσπάθεια επαναπροσέγγισης ενός ιστορικού υλικού, απαλλαγμένου από το μουσειακό του βάρος αλλά συνδεδεμένο με τη μυθική του διάσταση. Αυτήν που δεν άφησε ούτε μια θέση κενή για την παράσταση του Σαββάτου, από τον περασμένο Φεβρουάριο.

Άφιξη στην Επίδαυρο: Αλέξης Μινωτής, Μαρία Κάλλας και Κωστής Μπαστιάς.
Είχε «σκάψει», όπως χαρακτηριστικά λέει, το βινύλιο με τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι σε ερμηνεία της Μαρία Κάλλας· ενώ η πρώτη φορά που δούλεψε πάνω στην περίφημη όπερα ήταν ως βοηθός σκηνοθέτη, κατά την πλούσια θητεία του στη Γαλλία (η οποία από το 2011 του προσέφερε και τη θέση του καλλιτεχνικού συντονιστή στην Όπερα της Νίκαιας). Διόλου τυχαίο, λοιπόν, για τον πολύπειρο Παναγή Παγουλάτο που αναλαμβάνει την ανασύνθεση της «Μήδειας», «μια όπερα που πάντα αγαπούσα», σημειώνει.
Βέβαια, δεν κρύβει πως όταν ήρθε η πρόταση του καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ Γιώργου Κουμεντάκη για να υπογράψει τη σκηνοθεσία της αναβίωσης αναφώνησε «ω, θεοί!». «Αυτομάτως, ένιωσα σαν να έπρεπε να προετοιμαστώ για ανάβαση στα Ιμαλάϊα. Η παρουσία των τετραδίων του Αλέξη Μινωτή, της αλληλογραφίας με τον Γιάννη Τσαρούχη, ήταν μια κάποια ανακούφιση, παρότι εκείνο το ανέβασμα είχε σημαδευτεί από το φαινόμενο της Κάλλας· φαινόμενο όχι μόνο στην εποχή της, αλλά και σήμερα. Ένα φυσικό ταλέντο εκφοράς του λόγου, μουσικότητας, ερμηνείας κι ένα τέρας εργατικότητας», εξηγεί ο κ. Παγουλάτος – έχοντας την πρόσφατη και πολύτιμη εμπειρία του Γκαλά Όπερας της ΕΛΣ για τα 100 χρόνια από τη γέννηση της Divina: τότε τέσσερις σοπράνο διεθνούς φήμης κλήθηκαν να προσεγγίσουν το απίστευτο φωνητικό απόθεμα της Κάλλας.

Ο Παναγής Παγουλάτος σε σκηνή της πρόβας. @Γιάννης Αντώνογλου
Και οι δυσκολίες για την αναβίωση ενός, όχι μόνο πολιτιστικού αλλά και ιστορικού, παραστατικού συμβάντος όπως η «Μήδεια» του 1961, δεν εξαντλούνταν εκεί. Στα τετράδια του Μινωτή, ο Παναγής Παγουλάτος βρήκε ενδιαφέρουσες πηγές και πληροφορίες οι οποίες, εντούτοις, αφορούσαν στην προετοιμασία κι όχι στην αποτύπωση της παράστασης. «Σημειώσεις που αφορούσαν στους ρόλους των κομπάρσων, στη συμμετοχή της χορωδίας, στη χορογραφία της Χορς. Δυστυχώς, τα δεδομένα για τους σολίστες ήταν φτωχά έως ανύπαρκτα, εξ ου και υιοθετήσαμε το όρο της ανασύνθεσης: χρειάστηκε πολλή μελέτη από πλευράς μας σε κάθε αρχειακό υλικό που είχαμε στη διάθεση μας – κυρίως φωτογραφίες κι ένα πολύ σύντομο βίντεο – στην αποκωδικοποίηση του τετραδίου, προκειμένου να βάλουμε σε μια σειρά το υλικό και τις σημειώσεις για να προκύψει η εικόνα της παράστασης. Θα έλεγα, επομένως, πως προχωρήσαμε σε μια προσαρμογή και τροποποίηση της σκηνοθεσίας, αφού πάρα πολλά τεκμήρια έλειπαν», επισημαίνει ο σκηνοθέτης ο οποίος, κατά τύχη αγαθή είχε προλάβει την τελευταία εμφάνιση του Αλέξη Μινωτή ως «Οιδίποδα επί Κολωνώ»· εμπειρία που του προσέφερε μια καλή εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο ο ηθοποιός έδινε έμφαση στον λόγο, «τον έκανε κτήμα του, βίωνε τον τραγικό ρόλο αλλά και για την καθαρότητα με την οποία απέδιδε το είδος», ανακαλεί ο κ. Παγουλάτος.
Κρίσιμος οδηγός του και το, εν πολλοίς, σωσμένο και πολύ συγκεκριμένο σύμπαν του Γιάννη Τσαρούχη – που συστήθηκε πάνω στην τετραχρωμία του Πολυγνώτου, τόσο για τα σκηνικά όσο και για τα κοστούμια. Η νέα «Μήδεια» εξασφάλισε μια, κατ’ εξαίρεση, άδεια από την αρμόδια εφορεία αρχαιοτήτων, προκειμένου να καλυφθεί (με την υπογραφή της σκηνογράφου Λιλής Πεζανού) κάθε αρχαία πέτρα και μετά από 20 ημέρες προετοιμασίας να χαρτογραφηθεί ακριβώς το που θα σταθεί το καθένα από τα 150 άτομα επί της αργολικής ορχήστρας, προκειμένου να υψωθεί το σκηνικό του Τσαρούχη.
Τούτων δοθέντων, ο σκηνοθέτης της ανασυντιθέμενης «Μήδειας» έχει επιδιώξει να αντλήσει για τη ματιά του από την ενέργεια των ερμηνευτών, να επιτρέψει μια ώσμωση των νέων συντελεστών με το υλικό του Κερουμπίνι «μέσα από μια προοπτική σύγχρονου θεάτρου». «Θέλουμε να βρούμε το πνεύμα και τη μορφή της ιστορικής παράστασης για να την εντάξουμε στον κόσμο του σήμερα. Ακολουθούμε τον τρόπο, χωρίς να παρουσιάζουμε μια ρέπλικα της πρωτότυπης παράστασης. Μέσα στο αρχαιοελληνικό κάδρο του Τσαρούχη, θα κρατήσουμε το σχήμα και την αφήγηση, εμποτισμένο με ένα άλλο, ζωντανό υλικό. Προσωπικά, έτσι ερμηνεύω την έννοια της πιστότητας».
Μπήκε στην περιπέτεια της ανασύνθεσης της «Μήδειας» με τη σκέψη πως η παράσταση του 1961 «αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ιστορίας της Επιδαύρου και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Δεν την αντιμετώπισα ως μια απλή νέα παραγωγή, αλλά ως ένα ιστορικό ορόσημο του ελληνικού πολιτισμού. Η ευθύνη της δημιουργικής ομάδας ήταν να κατανοήσει σε βάθος τον τρόπο σκέψης του Τσαρούχη και να μεταφέρει το έργο του στο σήμερα με σεβασμό, ακρίβεια και γνώση. Το στοίχημα δεν ήταν να δημιουργήσουμε κάτι διαφορετικό, αλλά να αναβιώσουμε ένα ολόκληρο αισθητικό σύμπαν», εξηγεί η ενδυματολόγος της παράστασης, Τότα Πρίτσα.
Φυσικά, εδώ ο ενδυματολογικός σχεδιασμός Τσαρούχη δεν αναπαράγεται πιστά – παρότι, όπως ενημερώνει και η ίδια, «περίπου το 50% των κοστουμιών της παραγωγής είναι τα αυθεντικά κοστούμια της αρχικής παράστασης». Δηλαδή, είχε ήδη στα χέρια της έναν πολύτιμο οδηγό για την ανακατασκευή και την αποκατάσταση των υπόλοιπων κοστουμιών. Εξηγώντας, λοιπόν, την προσέγγιση της στο όλο εγχείρημα λέει πως «προσπαθήσαμε να είμαστε όσο πιο κοντά γίνεται στο πνεύμα του Τσαρούχη, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η ανασύνθεση πραγματοποιείται σε διαφορετικό χρόνο και υπό διαφορετικές συνθήκες. Για εμάς τα αυθεντικά κοστούμια δεν είναι μουσειακά αντικείμενα, αλλά φορείς μνήμης. Κάθε φθορά, κάθε ραφή, κάθε χρωματική αλλοίωση στα κοστούμια της παραγωγής του 1961 αφηγείται μια ιστορία. Η παρουσία των αυθεντικών κοστουμιών μέσα στη νέα παραγωγή δημιουργεί έναν πραγματικό διάλογο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Δεν επιχειρήσαμε να τα αντιγράψουμε μηχανικά, αλλά να κατανοήσουμε τη λογική που τα ενέπνευσε και να τη μεταφέρουμε στη σκηνή με σεβασμό. Η αναβίωση δεν είναι αντιγραφή· είναι μια πράξη μετάφρασης από μια εποχή σε μια άλλη», τονίζει – σε μια, σχεδόν, ιδεολογική ταύτιση με τον σκηνοθέτη της παράστασης Παναγή Παγουλάτο. Δημιουργείται, δηλαδή, «μια γέφυρα ανάμεσα στις γενιές των καλλιτεχνών που υπηρέτησαν το έργο».

Η Τότα Πρίτσα επί τω έργω. @Γιάννης Αντώνογλου
Φυσικά, ακόμα και με τα σωσμένα τεκμήρια από το βεστιάριο της ΕΛΣ, την εκτεταμένη έρευνα και μελέτη τους, οι δυσκολίες δεν έλειψαν. Όπως επισημαίνει η κ. Πρίτσα, πολλά από τα υλικά του 1961 δεν υπάρχουν πλέον ή δεν παράγονται με τον ίδιο τρόπο, οπότε έπρεπε να αναζητηθούν λύσεις που να αποδίδουν το ίδιο οπτικό και αισθητικό αποτέλεσμα. «Ιδιαιτέρως απαιτητική υπήρξε και η διαδικασία των βαφών. Με συνεχείς δοκιμές και έρευνα καταφέραμε να φτάσουμε πολύ κοντά στις χρωματικές αναφορές του έργου. Μέσα από τη μελέτη των αυθεντικών κοστουμιών, των σχεδίων και των φωτογραφιών επιδιώξαμε να προσεγγίσουμε όσο το δυνατόν ακριβέστερα το αρχικό αποτέλεσμα», συμπληρώνει.
Όπως και οι υπόλοιποι συντελεστές είχαν σημεία αναφοράς κορυφαίους καλλιτέχνες, έτσι και η Τότα Πρίτσα δούλεψε με λαμπρό φανό το τσαρουχικό έργο, ένα κλασικό κεφάλαιο για τον ελληνικό εικαστικό κόσμο. «Υπήρξε μια μοναδική φυσιογνωμία που κατάφερε να ενώσει τη βυζαντινή παράδοση, τη λαϊκή τέχνη και τη σύγχρονη εικαστική σκέψη σε μια απολύτως προσωπική γλώσσα. Για μένα είναι ένας δημιουργός που απέδειξε ότι η ελληνικότητα δεν είναι αναπαράσταση μορφών, αλλά τρόπος σκέψης». Η ίδια δε, κατά την διάρκεια της έρευνας επισκέφθηκε την Παντάνασσα, για να δει από κοντά τις αγιογραφίες που είχαν συντηρήσει ο Τσαρούχης και ο δάσκαλός του Φώτης Κόντογλου – όταν ο ίδιος ήταν ακόμη μαθητής του. «Η μοναδική αυτή εμπειρία με βοήθησε να κατανοήσω βαθύτερα τη σχέση του με τη βυζαντινή τέχνη και τον τρόπο με τον οποίο αυτή διαπερνά ολόκληρο το έργο του», εκμυστηρεύεται.
Η προσωπική ματιά της Τότα Πρίτσα, ετοιμάζοντας τα κοστούμια της «Μήδειας» του 21ου αιώνα, υπάρχει μόνο «στον τρόπο που πλησιάζω αυτόν τον θησαυρό. Στην έρευνα, στη φροντίδα της λεπτομέρειας, στην προσπάθεια να ξαναβρεί το έργο την ανάσα του. Γιατί κάποιες φορές το πιο δύσκολο δεν είναι να δημιουργήσεις κάτι καινούργιο, αλλά να ακούσεις μια φωνή που έρχεται από μακριά και να τη βοηθήσεις να ακουστεί ξανά». Η ίδια εδώ αναγνωρίζει στο ρόλο της αυτόν του θεματοφύλακα. Λέει χαρακτηριστικά: «όταν δουλεύεις πάνω σε ένα λευκό χαρτί, όλα σου ανήκουν. Οι ιδέες, τα λάθη, οι διορθώσεις, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες. Είναι μια προσωπική διαδρομή από την πρώτη γραμμή μέχρι το τελικό αποτέλεσμα. Εδώ όμως δεν είχα μπροστά μου ένα λευκό χαρτί, αλλά ένα έργο που κουβαλά τη μνήμη εξήντα πέντε χρόνων και διαφυλάχθηκε με αγάπη και φροντίδα από γενιές ανθρώπων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Μπροστά σε αυτό αισθάνεσαι περισσότερο θεματοφύλακας παρά δημιουργός».
Συνετέλεσε στις ιστορικές σκηνοθεσίες του Σπύρου Ευαγγελάτου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου ως βοηθός της Μαρίας Χορς. Κι αυτό το θεωρεί μεγάλη τύχη. Εμπειρία που σίγουρα συνέβαλλε στην παρουσία της Γιάννας Φιλιπποπούλου – σε συνεργασία με την Κέλλη Ζαμπέλα – στη μεγάλη πρόκληση ανασύνθεσης της «Μήδειας», με καθήκον να ανασυστήσει τον κινησιολογικό χάρτη της Χορς – η οποία και είχε συγκεντρώσει μια τεράστια εμπειρία στην κινησιολογία των αρχαίων τραγωδιών: υπολογίζεται ότι είχε χορογραφήσει περισσότερες από 120 παραστάσεις αρχαίου δράματος εντός κι εκτός Ελλάδας. «Την ένιωσα, κατάλαβα την προβληματική της. Την απασχολούσε τρομερά η ποιητική, η εκφραστική κίνηση των ηθοποιών και είχε έναν εκπληκτικό τρόπο να τους καθοδηγεί. Δεν επένδυε μόνο στην κίνηση αλλά και στην ανθρώπινη επικοινωνία. Αντιλαμβανόταν πως ο ηθοποιός δεν είναι πιόνι, τουλάχιστον όχι αν πρέπει να εκφραστεί αληθινά στη σκηνή. Ήταν μια καταπληκτική χορογράφος, μια έντονη προσωπικότητα που αγαπούσε πολύ τη δουλειά της και την αντιμετώπιζε με τρομερό χιούμορ. Νομίζω ήταν έτσι και στη ζωή της», εξηγεί η κ. Φιλιποππούλου που, περνώντας και από την «σχολή» της Ζουζούς Νικολούδη, κατάφερε να απορροφήσει πολλά από τα ερεθίσματα των δασκάλων χορού που μεσουράνησαν την δεκαετία του ’60.
Τα εχέγγυα ήταν πολλά αλλά η πρόταση της ΕΛΣ, η «καθόλα τιμητική», παρέμενε πολυσύνθετη. «‘‘Τι είναι αυτό Θεέ μου!” σκέφτηκα, πόσο μάλλον έχοντας σύντομες συνεργασίες με την ΕΛΣ και καμιά εμπειρία στην χορογραφία της όπερας, παρότι είχα χορέψει σε έργα του Γκλουκ στο παρελθόν. Παρόλα αυτά, η ιδέα με κέντρισε απίστευτα. Και το κυριότερο δεν θεώρησα στιγμή ακατόρθωτη την υλοποίηση της». Ένα πολύ σύντομο βίντεο από την ερμηνεία της Κάλλας έδωσε κάποια στοιχεία για την παρουσία του Χορού στη «Μήδεια» του 1961, όπου η κίνηση ταυτιζόταν απόλυτα με τη μουσική, σχετιζόταν απόλυτα με τον τραγικό λόγο. «Δεν είχε σχέση με τη σημερινή κινησιολογική ελευθερία. Με αυτό το υλικό και τις πολύ προσεκτικές σημειώσεις πρόβας της Χορς ξεκινήσαμε να ανασυνθέτουμε. Τι σημαίνει αυτό; Να προσθέσουμε, να αφαιρέσουμε, να φανταστούμε τη χορογραφία, πάντα δεσμευμένοι στα παλιά θέματα».

Η Γιάννα Φιλιπποπούλου στις εγκαταστάσεις της ΕΛΣ. @Γιάννης Αντώνογλου
Η Γιάννα Φιλιπποπούλου και η Κέλλη Ζαμπέλα έγιναν συστηματικές παρατηρήτριες φωτογραφιών, προκειμένου να ζωντανέψουν συγκεκριμένες στάσεις σώματος, να μείνουν στο ύφος της Χορς και στο γενικότερο πνεύμα εκείνου του ανεβάσματος. «Επιστρέφουμε σε μια αρχαϊκή κατάσταση στην αναπαράσταση του Χορού κι αυτό ήταν δεδομένο. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε ο,τιδήποτε εφόσον πρόκειται για μια αναβίωση, όχι για κάτι το καινούργιο ή το πρωτοποριακό». Το δεδομένο αυτό προβλημάτισε την κ. Φιλιπποπούλου υπό την έννοια της αντίδρασης και των αντανακλαστικών του κοινού απέναντι στο παλιό. «Κατέληξα, όμως, στη διαπίστωση πως είναι πολύτιμη εμπειρία η αναβίωση μιας παλιάς, ιστορικής εικόνας. Θα είναι μια σπάνια εμπειρία για τους θεατές να καταλάβουν πολλά περισσότερα για το περιεχόμενο του μύθου και της όπερας του Λουίτζι Κερουμπίνι, σε μια εποχή που τα έργα αναπαρίστανται πολύ λιγότερο περιγραφικά και πολύ περισσότερο μέσα από τους συμβολισμούς τους». Παραδέχεται, εντούτοις, πως βρήκε το χώρο να αναπνεύσει και το δικό της χορογραφικό ιδίωμα μέσα στη «Μήδεια». «Δίνω μεγάλη έμφαση στην κίνηση των χεριών, από εκεί πιστεύω ότι γεννιέται και πηγάζει όλη η κίνηση του σώματος. Υπό αυτήν την έννοια – και στο πλαίσιο εγγύτητας με την αισθητική της Μαρίας Χορς – υπήρξε μια προσωπική ματιά. Η δουλειά της αισθάνομαι πως επιτρέπει να εντάξεις και κάτι δικό σου, αφού η κινησιολογία διδάσκεται πάνω στη μουσική και πάνω στο σημερινό σώμα».
Έχει και η ίδια χορέψει στην Επίδαυρο, εμπειρία που είναι αδύνατον να απωλέσει δουλεύοντας για το μεγάλο αυτό εγχείρημα: «Ήταν πάλι σε παράσταση του Ευαγγελάτου, στις ‘Βάκχες’ του και θυμάμαι πως, μόλις έσβησαν τα φώτα, αισθάνθηκα ότι μπαίναμε μέσα σε ένα σκοτεινό, ακίνητο σύμπαν. Ένιωσα δέος που ακόμα και σήμερα – ενώ γνωρίζω πως θα είμαι έξω από αυτό – με τρομάζει. Με κάνει να αισθάνομαι πως τίποτα δεν είναι αρκετό για την Επίδαυρο· αλλά αυτό είναι κι ένα κομμάτι της μαγείας της».
Υπάρχει μια φωτογραφία όπου οι γονείς του εικονίζονται μαζί με τη Μαρία Κάλλας στη διάρκεια των προβών της «Μήδειας» στην Επίδαυρο του 1961. Έχει ακούσει πολλές φορές από το στόμα τους, ιστορίες για την αφάνταστη εργατικότητα της Κάλλας που πάλευε για πάνω από μια ώρα μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο και ν’ ακουμπήσει το χέρι της σε μια πέτρα του μνημείου. Το γεγονός ότι ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος ερμηνεύει το ρόλο του βασιλιά Κρέοντα στην ανασύνθεση της παράστασης – «παιδί» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, όχι μόνο ως δημιουργός σε παραγωγές της τα τελευταία 35 χρόνια, αλλά και ως γιος του πρώην προσωπάρχη της ΕΛΣ Ιωάννη Χριστογιαννόπουλου – λαμβάνει σχεδόν ένα μεταφυσικό χαρακτήρα. «Αυτή η παράσταση ζωντανεύει ξανά με άξονα τη σημασία της μνήμης», λέει ο ίδιος. Περιττεύει ίσως να μιλήσει για τον ενθουσιασμό του να συμμετέχει σε αυτήν, αν και με χιούμορ παραδέχεται πως «πέταξα τη σκούφια μου! Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία και μια υπέροχη συνάντηση», εξηγεί. Η προοπτική της Επιδαύρου τον γεμίζει δέος – και δεν θα είναι η πρώτη φορά. Ήταν ο Κορυφαίος του Χορού στην σκηνοθεσία του Νίκου Κούνδουρου το 1993 στην «Αντιγόνη», ήταν ο Ερμής στην αριστοφανική «Ειρήνη» του Εθνικού Θεάτρου με ανατρεπτικό πρωταγωνιστή τον Τζίμη Πανούση. «Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου ήταν όταν αντίκρισα φωτογραφία μου από επιδαύρια παράσταση στη συλλογή του ‘Λεωνίδα’. Φανταστείτε, λοιπόν, να επιστρέφω σε αυτά τα ιερά χώματα, ποτισμένος, όπως όλοι μας, από την ενέργεια της Κάλλας στη ‘Μήδεια’».

Ο βασιλιάς Κρέων, Τάσης Χριστογιαννόπουλος. @Γιάννης Αντώνογλου
Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος θα ερμηνεύσει το ρόλο του Κρέοντα, μια απαιτητική αναμέτρηση που έχει ορίσει από γραφής ο Λουίτζι Κερουμπίνι. Ο ίδιος εντοπίζει μιαν ακόμα δυσκολία: «συνήθως, ο Κρέων ανατίθεται σε βαθύφωνους ερμηνευτές, προκειμένου να αποδώσουν το κύρος του βασιλιά. Εγώ, από την άλλη, διαθέτω μια ενδιάμεση φωνή και ελλοχεύει ο κίνδυνος να παρασυρθώ στην προσπάθεια μου να προσδώσω το ανάλογο βάρος. Αν υπάρχει, λοιπόν, μια δυσκολία είναι να βρω τη χρυσή τομή, να διατηρήσω τον έλεγχο προκειμένου η δυναμική του ρόλου να προκύψει από την συνολική μου παρουσία, από το βλέμμα, τη σωματικότητα κι όχι μόνο από τη φωνή μου», παρατηρεί.
Λίγη ώρα πριν στην πρόβα, έχει καταφτάσει το αυθεντικό στιλέτο, με το οποίο η Μαρία Κάλλας ως Μήδεια δολοφόνησε τα παιδιά της. Αρκεί ένα σκηνικό αντικείμενο για να κάνει τον Τάση Χριστογιαννόπουλο να σκεφτεί τη διαρκή αλληλεπίδραση του τότε και του σήμερα που φέρει αυτή η παράσταση. «Δεν διαχειριζόμαστε τα παλιά αντικείμενα ως μουσειακά κι ούτε πρόκειται να παρουσιάσουμε μια μουσειακή παράσταση. Το στιλέτο μου υπενθύμισε πόσο άμεσα και βιωματικά σχετιζόμαστε με το ανέβασμα του ’61, πόσο μάλλον όταν θα το παρουσιάσουμε στο ίδιο θέατρο, στον, αμετάβλητο μέσα στους αιώνες, θαυμαστό αυτό χώρο».
Ο διακεκριμένος λυρικός τραγουδιστής πιστεύει κάθε παράσταση έχει το δικό της ενεργειακό φορτίο κι αυτό οφείλεται στους δημιουργούς της. «Από τη στιγμή που άλλα σώματα θα την ζωντανέψουν, η παράσταση θα ταξιδέψει στον κόσμο του σήμερα και θα αποκτήσει μιαν άλλη ζωή. Δεν μπορεί παρά να μπαίνει η αισθητική του κάθε φορέα της παράστασης – απλώς διαπλάθεται και μεταβάλλεται μέσα από την ιστορία. Εγώ, λόγου χάρη, θα φορέσω το αυθεντικό κοστούμι του Κρέοντα από τα χέρια του Γιάννη Τσαρούχη. Θα γεννηθεί ένας νέος κώδικας», εκτιμά.
Παρόλα αυτά, θεωρεί εξαιρετικά πολύτιμη τη συνομιλία της τέχνης με το παρελθόν της, πιστεύοντας ακράδαντα στη φράση του Βέρντι: «ας πάμε προς τα πίσω· θα είναι μια πρόοδος». «Έχω καταλήξει πως με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο το ‘πίσω’ από εγχειρήματα που, στην προσπάθεια τους να αποφύγουν το κλασικό ύφος, καταλήγουν να παρουσιάζουν κάτι κενό νοήματος».