MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΣΑΒΒΑΤΟ
13
ΙΟΥΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ελένη Ράντου: Ένιωσα πως δεν είχα τίποτε άλλο να δώσω στο θέατρο, πως τελείωσα

Η Ελένη Ράντου, εν μέσω μιας ακόμα μεγάλης επιτυχίας στο θέατρο, πιστεύει πως κανείς δεν έχει «το κοινό του». Και πως αυτή η πεποίθηση ότι είναι τερατώδες ψέμα

KEIMENO: Στέλλα Χαραμή | 01.02.2023 STYLE EDITOR: ΣΙΣΣΗ ΣΟΥΒΑΤΖΟΓΛΟΥ/ PHOTOGRAPHER: ΜΑΡΙΑ ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ / MAKE UP: ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΗΣ

Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε φέτος, ήταν στο καμαρίνι της, στο θέατρο Διάνα. Η παράσταση το «Πάρτυ της ζωής μου» είχε μόλις τελειώσει. Είχαν προηγηθεί τέσσερις ή πέντε υποκλίσεις – έχασα το μέτρημα. Είχε αλλάξει κιόλας ρούχα – φορούσε ένα πορτοκαλί πουκάμισο – κι είχε ανάψει τσιγάρο. Το πρόσωπο της αναψοκοκκινισμένο, μα χαμογελαστό. Για ένα ακόμα βράδυ, της συνέβαινε κάτι απρόσμενο. Τουλάχιστον, αν το συγκρίνεις με όσα πίστευε για καιρό.

Πριν από μερικούς μήνες, με την πανδημία να σολάρει, η Ελένη Ράντου ήταν πεπεισμένη ότι θα εγκατέλειπε το θέατρο, πως δεν είχε τίποτε άλλο να προσφέρει και πως καμιά θεατρική σύμβαση δεν θα ήταν ικανή να την ανεβάσει ξανά στη σκηνή. Τελικά, αποφάσισε να μαζέψει τα κομμάτια της και να γράψει ένα νέο κείμενο, απόλυτα προσωπικό, απόλυτα εξομολογητικό. Και όταν ξεκινούσε τις πρόβες – με τις σκηνοθετικές οδηγίες του Ανέστη Αζά – ήταν σίγουρη πως το έργο δεν θα ενδιαφέρει, πως θα ‘πατώσει’ και θα πάει το πολύ μέχρι τα Χριστούγεννα.

Τέλη Ιανουαρίου και συναντιόμαστε ξανά. Η Ελένη έχει ρεπό από το θέατρο, είναι πιο ξεκούραστη αλλά πάντα χαμογελαστή. Και ανάμεσα σε γουλιές καφέ και σοκολάτας, αρχίζει να μιλάει για το θαύμα μιας παράστασης, που έγινε και δικό της θαύμα – παρότι μιλάει για επώδυνα πράγματα που έχει νιώσει και βιώσει. Και εννοείται πως καμιά μας, δεν ονομάζει ‘θαύμα’ τo trend του sold out· αλλά αυτό που τελικά διαμείβεται μεταξύ της ίδιας και των θεατών που γεμίζουν το θέατρο, κάθε μα κάθε βράδυ. Μια σχέση για την οποία ελάχιστοι καλλιτέχνες μπορούν να μιλούν στην ελληνική σκηνή – μια σχέση που την έχει βάλει σε κατάσταση πλήρους ελευθερίας αλλά και ύποπτης απομόνωσης. «Το θέατρο είναι ο ζωτικός μου χώρος για να κάνω υπαρξιακές υπερβάσεις» λέει, καθώς παραδέχεται πως η τέχνη έχει, κατά καιρούς, λειτουργήσει σαν υπενθύμιση της ύπαρξης της. Και ναι, η Ελένη Ράντου είναι μια γυναίκα, καλλιτέχνις που υπάρχει παρά τα πατριαρχικά κολλήματα, τα στερεότυπα, τις ταμπέλες και την διάχυτη αμφισβήτηση για πλάσματα του είδους της. Γιατί μάλλον είναι ένα ξεχωριστό είδος. Αλλά, καλύτερα, να μην της κολλήσω άλλη μια ετικέτα, σκέφτομαι.

Η Ελένη Ράντου, σε έναν ακόμη προσωπικό θρίαμβο, στην σόλο περφόρμανς “Το πάρτυ της ζωής μου” στο θέατρο Διάνα.

Πώς νιώθεις μετά το τέλος κάθε παράστασης του «Πάρτυ»;

Μπορώ να διαχειριστώ το ψυχικό βάρος. Όσο κι αν η παράσταση έχει αλήθειες μέσα της, την αντιμετωπίζω ως ρόλο. Έχω εκπαιδευτεί αφού πάντα στο θέατρο παλεύω με τους δαίμονες μου και οι παραστάσεις μου – ακόμα κι αν δεν είναι εμφανές στο κοινό – έχουν, πάντα, ένα δικό μου “γιατί”. Ωστόσο, δυσκολεύομαι και σωματικά μ’ αυτή τη παράσταση. Μέχρι που δυσκολεύομαι ν’ ανέβω τα σκαλιά της εξόδου. Οπότε, στο τέλος της, ανακούφιση νιώθω, ότι τα κατάφερα και σήμερα. Ξέρεις, για να μην αγχώνομαι έχω βάλει ως στόχο να βγαίνει το σήμερα και να μην σκέφτομαι το αύριο. Άλλωστε, η στιγμή του χαιρετισμού απαλύνει πολύ την κούραση. Εκεί η ψυχή λυτρώνεται και αντέχει.

Τι άλλο έχεις εκπαιδεύσει όλα αυτά τα χρόνια στο θέατρο;

Έχασα πολύ χρόνο να αναρωτιέμαι που ανήκω, σε ποια μεριά του θεάτρου – μέχρι να καταλάβω πως ανήκω στο θέατρο! Είναι πρόβλημα των άλλων να διαχωρίζουν το θέατρο σε πλευρές, σε ομάδες. Συνειδητοποίησα ότι το όφελος της δικής μου πορείας είναι για το θέατρο – δεν είναι ούτε για μένα, ούτε για τους γνώστες του θεάτρου. Ξεμπέρδεψα, λοιπόν, με αυτό, μετά από πολύ κόπο.

Έχασα πολύ χρόνο να αναρωτιέμαι που ανήκω, σε ποια μεριά του θεάτρου – μέχρι να καταλάβω πως ανήκω στο θέατρο! Είναι πρόβλημα των άλλων να διαχωρίζουν το θέατρο σε πλευρές, σε ομάδες

Πότε κατέληξες σ’ αυτό το συμπέρασμα;

Μέσα στην πανδημία, νομίζω. Μέσα μου υπάρχει πάντα μια φωνή που μου λέει τι αγαπάω: Είναι πολύ έντονη και δεν μπορώ να της αντισταθώ. Γιατί δεν μπορώ να εκτελέσω πράγματα που δεν αγαπάω. Από την άλλη, δεν μπορούσα να δώσω απαντήσεις σε απορίες τρίτων, δεν μπορούσα να διαχειριστώ τους μεταξύ μας, θεατρικούς ρατσισμούς. Διάβαζα πράγματα για μένα που έλεγα «δεν είμαι αυτό». Ξέρεις, η αγάπη του κόσμου, η δημοφιλία δεν σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης λαϊκίζει. Το κοινό – που πολλοί επαΐοντες έχουν ενοχοποιήσει και διασύρει – μόνο καλύτερη με έχει βοηθήσει να γίνω. Το κοινό με έχει ακολουθήσει σε πολύ δύσκολες διαδρομές και δεν μου έχει ζητήσει να κάνω εύκολη κωμωδία. Εξαρτάται, λοιπόν, πως θέλεις να διαχειριστείς το κοινό σου ή αν είναι πρόθυμος να ακούσεις μόνο τα «μπράβο».

Φόρεμα: Eating +he Goober / Κολάν: OYSHO/ Μποτάκια: Ζara

Πάντως, είσαι καλομαθημένη από τα μπράβο του κοινού.

Δεν μπορείς να μην τα εισπράξεις, είναι ηχηρά. Απλώς, στην δική μου περίπτωση, μου δημιούργησαν μεγάλη ευθύνη για το παρακάτω. Κατάλαβα, ότι υπάρχει μια συμπόρευση που έλαβα σοβαρά υπόψιν. Οπότε, έκανα τα «μπράβο», προσφορά. Κι εκεί βρήκα ένα κουράγιο. Πολλές φορές, θυσίασα τα καλλιτεχνικά μου όρια γι’ αυτό το μπράβο, αφού αποφάσισα να καίγομαι πάνω στη σκηνή. Αντί να αισθάνομαι ασφαλής, εγώ απασφαλίζω στη σκηνή. Δεν προστατεύομαι από το κοινό, δηλαδή.

Με τι κόστος;

Να χάσω τα όρια. Είναι δύσκολο να είσαι δοτικός.

Και αυτή τη σεζόν γιατί το έκανες με κάτι τόσο προσωπικό;

Ένιωθα πως δεν άξιζε να ανέβω στη σκηνή για κανέναν άλλο λόγο. Χρειαζόμουν κάτι που να έχει μια ανατριχιαστική σχέση με την αλήθεια, να με αφορά τόσο πολύ ώστε να βρίσκω λόγο να φτάνω εδώ, κάθε μέρα. Ήταν ένα υπαρξιακό αίτημα.

Το οποίο αποφάσισες να μοιραστείς μ’ έναν άγνωστο, σε σένα, συνεργάτη, τον σκηνοθέτη Ανέστη Αζά.

Δεν έχω νιώσει μεγαλύτερη συγγένεια με συνεργάτη. Ένιωσα τέτοια ταύτιση, σύμπνοια, κοινή ματιά, πράγματα που κρατάνε έξω τις ταμπέλες. Ευτυχώς που βρεθήκαμε με τον Ανέστη γιατί θα ήταν τόσο άδικο – όχι μόνο για εμάς, αλλά και για το θέατρο.

Η αγάπη του κόσμου, η δημοφιλία δεν σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης λαϊκίζει. Το κοινό – που πολλοί επαΐοντες έχουν ενοχοποιήσει και διασύρει – μόνο καλύτερη με έχει βοηθήσει να γίνω. Το κοινό με έχει ακολουθήσει σε πολύ δύσκολες διαδρομές

Το αναφέρεις γιατί ο Ανέστης Αζάς έρχεται από ένα πιο ερευνητικό θέατρο;

Ναι και γιατί γενικά, δεν καταλαβαίνω τις ετικέτες που βάζει ο χώρος. Το θέατρο μας ξεπερνάει όλους, δεν μπορείς να το περιορίσεις σε μικρές συνθήκες. Ας τελειώνει αυτός ο ρατσισμός πια.

Σχολιάζοντας τις ταμπέλες που βάζει η θεατρική κοινότητα λέει: “Το θέατρο μας ξεπερνάει όλους, δεν μπορείς να το περιορίσεις σε μικρές συνθήκες. Ας τελειώνει αυτός ο ρατσισμός πια”.

Μιλάς σαν να σε έχεις βασανιστεί από αυτόν το ρατσισμό.

Ναι. Με έχει αποκλείσει από χαρές. Οι άνθρωποι δεν είμαστε είδη και ταμπέλες· είμαστε πολύ περισσότερα. Οι αναζητήσεις μου είναι πολύ βαθιές και το αποδεικνύουν όλα τα έργα μου – ακόμα και τα πιο πρώιμα. Διδάχθηκα το χιούμορ και την κατανόηση για τα ανθρώπινα από τον Τσέχωφ, δεν το διδάχθηκα από τον Μπένι Χιλ. Επομένως, οι ταμπέλες αυτές έχουν κάτι πονηρό. Γιατί όταν ένας καλλιτέχνης είναι δημοφιλής, έχει και μια εξουσία – η οποία ενοχλεί. Είναι και πολιτικό το θέμα. Αναρωτιούνται κάποιοι: Γιατί μια ηθοποιός να έχει δική της φωνή, δική της σκηνή, τη δική της ματιά; Ενοχλεί πολύ αυτό. Είναι μια αυτονομία που δεν θέλουν να μου τη δώσουν. Γιατί ξαφνικά η Ράντου μαζεύει πολλές εξουσίες κι ένας σκηνοθέτης π.χ. θα αισθανθεί πολύ άβολα με μια ηθοποιό που έχει τόσες εξουσίες. Είμαι βαθιά συγκινημένη, λοιπόν, που ο Ανέστης δεν κουβαλάει τέτοια κόμπλεξ· ίσως επειδή δουλεύει στο εξωτερικό χρόνια, έχει μια φυσική αγνότητα και συστολή. Στις πρόβες, πραγματικά, αισθανθήκαμε ο ένας απέναντι στον άλλο, πολύ ισότιμα. Δεν χρειάστηκε κάποιος από τους δυο μας να πηδήξει το ποτάμι, δεν χρειάστηκε να σκεφτούμε ποιος θα κερδίσει από τον άλλον. Δεν έγινε συναλλαγή – έγινε ανταλλαγή. Αντίθετα, οι ταμπέλες αυτού του χώρου φτιάχνουν συναλλαγές. Υπάρχει πάντα από πίσω η υποψία ότι «αυτός πήγε εκεί για τα φράγκα» ή «η άλλη εκμεταλλεύτηκε την πειραματική του ματιά». Όμως, όλα αυτά σχετίζονται με την καχυποψία των ανθρώπων που δεν έχουν νιώσει το άγγιγμα της αγάπης από το κοινό.

Αισθάνεσαι πως το κοινό σου είναι πιστό;

Κανείς δεν έχει «το κοινό του». Δεν υπάρχει η έννοια «κοινό μου». Σε μια παράσταση που γεμίζει κάθε βράδυ ένα θέατρο, θα έρθουν όλα τα κοινά. Άρα, η πεποίθηση ότι κάποιος έχει το κοινό του είναι τερατώδες ψέμα.

Διδάχθηκα το χιούμορ και την κατανόηση για τα ανθρώπινα από τον Τσέχωφ, όχι από τον Μπένι Χιλ

Σε ικανοποιεί που είσαι ακατάτακτη, που έχεις πολλές χωρητικότητες;

Αυτή είναι η απόλυτη ελευθερία. Με στενοχωρεί, ωστόσο, αν μάθω ότι έχει πέσει το όνομα μου για μια παραγωγή στο Εθνικό και έχει απορριφθεί με το επιχείρημα πως «όχι, είναι πολύ εμπορική». Ή γίνεται μια πρόταση για την Επίδαυρο και λένε πάλι «όχι, γιατί θα στιγματιστούμε».

Έχουν φτάσει τέτοια πράγματα στ’ αυτιά σου;

Ναι, συμβαίνουν τέτοια πράγματα, αλλά έπαψαν να είναι δικό μου πρόβλημα. Από την στιγμή που έχω το χώρο να κάνω αυτά που αγαπώ, θα μπορούσα ν’ ανοίξω κι άλλο τη βεντάλια μου. Δεν μου το επιτρέπουν, μα δεν θα κάτσω να σκάσω κιόλας. Έχω κερδίσει την ανεξαρτησία μου – κι αυτό είναι πολύ σπάνιο.

“Δεν είμαι το παιδί του σκηνοθέτη, είμαι το παιδί του εαυτού μου. Αυτό το έχω κερδίσει”, τονίζει.

Κι αν, παρόλα αυτά, σου έρθει μελλοντικά μια πρόταση από το Εθνικό;

Μα, στα 30 χρόνια που δουλεύω, μια φορά μου έχει προταθεί το Εθνικό για την «Φιλουμένα Μαρτουράνο». Επίσης, ποτέ δεν μου έχει προταθεί η Επίδαυρος.

Το σχολιάζεις με πικρία;

Όχι, χαμογελάω. Χαμογελάω, πια. Το μόνο που σκέφτομαι είναι πως μεγαλώνω και πως όταν μου έρθει η πρόταση θα έχουν περάσει τα χρόνια και δεν θα μπορώ να την υλοποιήσω με τις δυνάμεις που χρειάζεται. Από την άλλη, καταλαβαίνω και την πίκρα του άλλου που δεν έχει πάρει όσα, πολύ γενναιόδωρα, έχω πάρει εγώ. Οπότε, δεν θέλω να πάρω κάτι από κάποιους που μπορεί να τους είναι αναγκαίο.

Αισθάνεσαι μοναξιά σε αυτό το περιβάλλον;

Χμ, έχει πολλή μοναξιά. Βέβαια, όταν έχω έμπνευση και γράφω, η μοναξιά χάνεται· αλλά υπάρχουν και περίοδοι που στερεύεις. Ειδικά στην δική μου περίπτωση, που είμαι μοναχική καβαλάρισσα, χρειάζεται να κάνω διαρκώς υπερβάσεις.

Άρα είναι και συνειδητή επιλογή αυτή η μοναξιά;

Ναι, δεν θα θυσίαζα την ελευθερία που έχω κατακτήσει. Δεν είμαι το παιδί του σκηνοθέτη, είμαι το παιδί του εαυτού μου. Αυτό το έχω κερδίσει. Δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω με το καθεστώς ενός Πυγμαλίωνα που θα θελήσει να με πλάσει. Επιτρέπω στον εαυτό να αναλαμβάνει το ρόλο του Πυγμαλίωνα και να τον προτρέπει να πάμε για πιο δύσκολα και πιο απαιτητικά. Και μόνο η σκέψη ενός μονολόγου στα 57 μου χρόνια είναι μια τέτοια κατάσταση, μια βουτιά στο κενό. Πίστεψε με, μάλλον από αυτοκαταστροφή το επιχείρησα – παρά από τόλμη. Γιατί περνάω και φάσεις όπου θέλω να καταστραφώ και να ξεκινήσω από την αρχή, να ξαναγεννηθώ. Όταν ξεκινούσα τον Σεπτέμβριο δεν είχα καθόλου αυτοπεποίθηση, η λογική μου έλεγε ότι θα φάω τα μούτρα μου και τον Ιανουάριο θα κατεβάσω την παράσταση. Μέχρι που είχα σκεφτεί και το επόμενο έργο.

Αναρωτιούνται κάποιοι: Γιατί μια ηθοποιός να έχει δική της φωνή, δική της σκηνή, τη δική της ματιά; Ενοχλεί πολύ αυτό. Είναι μια αυτονομία που δεν θέλουν να μου δώσουν

Ενώ τώρα μετράς βραδιές ενός γεμάτου Διάνα. Είπες, πως ψάχνεις τρόπους για να ξαναβρίσκεις τη χαρά και τον ενθουσιασμό σου στο θέατρο.

Ναι, υπάρχουν στιγμές που αδειάζεις. Αλλά, ξέρεις πως αυτές οι στιγμές γεννούν την επόμενη ευτυχή συγκυρία. Αυτή ήταν μια εμπειρία που έζησα στη φάση της πανδημίας. Πίστεψα πως όλα είχαν τελειώσει για μένα: Πίστεψα πως είχα φύγει εκτός ράγας και δεν θα ξανατρέξει μέσα μου το θέατρο. Κι εκεί δεν υπάρχει κανένας να σπρώξει. Γιατί όταν κάποιος έχει βγάλει λεφτά μαζί σου σε αγαπάει και σε φροντίζει – γιατί είσαι ‘αγελάδα’ του. Όταν, όμως, λειτουργείς μόνη σου δεν σε στηρίζουν, γιατί δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν. Εκεί συναντώ κι άλλη μοναξιά. Κι αν συνδυαστεί με έλλειμα έμπνευσης – ακόμα κι αν μέσα σου επωάζεται το επόμενο θαύμα – λες «εντάξει, τελείωσε το θέατρο».

Για την σχέση της με το κοινό: “Έκανα τα «μπράβο» του κοινού, προσφορά. Πολλές φορές, θυσίασα τα καλλιτεχνικά μου όρια γι’ αυτό το μπράβο, αφού αποφάσισα να καίγομαι πάνω στη σκηνή”.

Έφτασες σε τέτοιες συνειδητοποιήσεις;

Μετά τα 50 μου, είπα πως «και τώρα να τελειώσει το θέατρο δεν έγινε και τίποτα». Έχοντας κάνει τόσες υπερβάσεις, μπορεί να στερεύουν οι δυνάμεις.

Είσαι συμφιλιωμένη με αυτή την ιδέα, λοιπόν;

Φαντάζομαι πως όταν έρθει η στιγμή, θα περάσω κρισάρα. Ωστόσο, στην καραντίνα το είδα ως σοβαρό ενδεχόμενο· ένιωθα πως δεν είχα τίποτε άλλο να δώσω, πως τελείωσα. Ευτυχώς, μου έτυχε να ξαναγαπήσω μια κατάσταση, να γεννηθεί ένα έργο.

Έχεις κερδίσει χρήματα από το θέατρο;

Ναι, μπορώ να βιοπορίζομαι από το θέατρο, να πληρώνω καλά τους ανθρώπους που δουλεύουν μαζί μου, να μην καταφεύγω σε μιζέριες, να προσφέρω συνθήκες εργασίας που δεν μου προσφέρθηκαν ως ελεύθερη επαγγελματίας και συγχρόνως – χωρίς να αγοράζω σπίτια ή αυτοκίνητα – να μπορώ να έχω έναν πολύ αξιοπρεπή τρόπο δουλειάς συγκριτικά με την τηλεόραση. Μπορώ να πω, ότι το θέατρο με βιοπορίζει καλύτερα από την τηλεόραση.

Είναι η απόλυτη ελευθερία να θεωρούμαι ακατάτακτη. Με στενοχωρεί, ωστόσο, αν μάθω ότι έχει πέσει το όνομα μου για μια παραγωγή στο Εθνικό και έχει απορριφθεί με το επιχείρημα πως «όχι, είναι πολύ εμπορική».

Είσαι μια γυναίκα με τις ρωγμές της εκτεθειμένες, αλλά και μια γυναίκα μαχήτρια και τελικά χειραφετημένη. Πώς εγγράφεται αυτό στους άλλους;

Φαντάζομαι ενοχλεί. Πάντα υπάρχει η σκέψη πως «αυτή για να τα καταφέρει κάτι πονηρό έχει κάνει. Κάτι πλαγίως. Κάπως έσπασε το κατεστημένο». Όμως, για μένα το ότι κάνω θέατρο σε μια κεντρική σκηνή της Αθήνας δεν σημαίνει ότι κάνω σούπερ μάρκετ. Έχω διαφυλάξει να μην κάνω θέατρο – σούπερ μάρκετ και από πάνω να είμαι και χειραφετημένη. Οπότε, υποθέτω, πως προστίθεται στο πλαίσιο της αμηχανίας με την οποία με αντιμετωπίζει το σύστημα. Καμιά φορά κι εγώ τα χάνω με τον εαυτό μου. Εκεί που νομίζω ότι έχω τερματίσει έρχεται κι άλλο.

Πώς το εξηγείς;

Όπως εξηγώ την αγάπη. Λατρεύω το θέατρο· έχω παραδοθεί στην αγάπη του θεάτρου σε σημείο αυτοθυσίας. Εδώ, κάθε χειμώνα, παίζω με την υγεία μου, δίνομαι απόλυτα. Πιστεύω πως αυτό κινητοποιεί το κοινό. Κι όχι ότι με γνώρισαν από την τηλεόραση. Αισθάνομαι ότι τους φέρνει εδώ ο τρόπος μου, ότι τίποτα από όσα κάνω δεν είναι safe και αναμενόμενο.

“Έχω διαφυλάξει να μην κάνω θέατρο – σούπερ μάρκετ” ξεκαθαρίζει.

Εγώ πάλι πιστεύω πως επειδή στις παραστάσεις σου, όπως και στο «Πάρτυ της ζωής μου» μοιράζεσαι ανοιχτά τη θλίψη σου και λες σε όλους «είναι εντάξει να φοβάσαι και να πονάς», κάπως συνδέονται μαζί σου.

Πρωτοανακάλυψα αυτό που λες όταν έκανα τη «Νύχτα ραδιοφώνου». Θυμάμαι πως είχα βρεθεί με τη Δήμητρα Παπαδοπούλου και είχαμε μια συζήτηση λέγοντας πως «εμείς που κάνουμε κωμωδία, δεν είναι ανάγκη να κυνηγάμε το γέλιο, αλλά να βγάζουμε την σκοτεινιά και μέσα από την κωμωδία». Έκτοτε, πίστεψα ότι δεν θα χάσω το θεατή μου, αν του πω κάτι δυσάρεστο – αρκεί να βρω τον τρόπο να του το πω. Γιατί μου έφερνε τρέλα, η σκέψη πως όποιος κάνει κωμωδία πρέπει να έχει πάρει το χάπι της ευτυχίας! Υπάρχει, λοιπόν, τρόπος να χωράει η κωμωδία κι εμάς τους ζορισμένους.

Αυτό το μοίρασμα, αισθάνεσαι πως έχει να κάνει και με τη δοτικότητα σου;

Πρέπει πάντα να ήμουν από την μεριά των givers κι όχι των takers. Έχω το σύνδρομο της φροντίστριας. Ακούω – κι αυτός είναι άλλος ένας λόγος για τον οποίο με πλησιάζει ο κόσμος. Παρατηρώ και νοιάζομαι πολύ. Ακόμα κι αν συμβαίνει μια αδικία εις βάρος μου, πιο άμεσα κινητοποιούμαι όταν η αδικία πλήττει κάποιον άλλο.

Πάντως, μου φαίνεται παράξενο που ενώ λες «φλέγομαι για το θέατρο», βλέπεις και το τέλος να έρχεται.

Μα τι μπορώ να κάνω; Το θέατρο γεννιέται από ανάγκη. Αν μου τελειώσει αυτή η ανάγκη, θα περιφέρω το σαρκίο μου στο θέατρο; Δεν θέλω να δώσω τέτοια απογοήτευση ούτε στον κόσμο, ούτε στον εαυτό μου. Δεν γίνεται να μην έχω το 100% της παρουσίας στη σκηνής.

Το θέατρο γεννιέται από ανάγκη. Αν μου τελειώσει αυτή η ανάγκη, θα περιφέρω το σαρκίο μου στο θέατρο; Δεν θέλω να δώσω τέτοια απογοήτευση ούτε στον κόσμο, ούτε στον εαυτό μου

Στην παράσταση, η ηρωίδα σου φτιάχνει μια λίστα με πράγματα που την κάνουν ευτυχισμένη. Το θέατρο είναι στην κορυφή της δικής σου λίστας;

Όχι, προηγούνται οι άνθρωποι. Το θέατρο θα το συναντήσεις κάπου στο Νο10 μου. Οι άνθρωποι είναι η κόλαση και ο παράδεισος μου. Με αυτούς παλεύω.

Η ηρωίδα σου ξεκινάει την αφήγηση της ζωής της από παιδί. Θυμάσαι ποια ήσουν μικρούλα;

Η μικρή Ελένη πάντα έπαιζε και το ρόλο της μαμάς της. Ένιωθα ότι φρόντιζα τους άλλους. Αν χάνονταν πράγματα στο σπίτι, τους έλεγα που είναι – είχα φωτογραφική μνήμη. Επίσης, όταν έβλεπα ότι η μητέρα μου ζοριζόταν να με φροντίσει – για παράδειγμα, ζοριζόταν να ξυπνήσει το πρωί για να με πάει σχολείο – αισθανόμουν πως έπρεπε να την απαλλάξω από την ευθύνη μου και να φροντίσω μόνη μου τον εαυτό μου. Ως δεύτερο παιδί της οικογένειας, πίστευα ότι οι γονείς μου αντέχουν να φροντίσουν μέχρι ένα παιδί και έδινα αυτή την άφεση. Δεν ζητούσα ποτέ να μου φτιάξουν το αγαπημένο μου φαγητό· αντίθετα τους έλεγα «μη νοιάζεστε για μένα – εγώ θα φάω ένα γιαούρτι». Έχω φάει πισίνες γιαούρτι με κρακεράκι για ν’ απαλλάξω τη μάνα μου από το μαγείρεμα.

“Πρέπει πάντα να ήμουν από την μεριά των givers κι όχι των takers. Έχω το σύνδρομο της φροντίστριας” εξομολογείται.

Κι όλα αυτά από τα οποία απάλλαξες τους γονείς σου, πώς εξαργυρώθηκαν αργότερα;

Κάποια στιγμή, κατέρρευσα. Γιατί αν δεν παίρνεις από πουθενά, διαλύεσαι. Για να δίνεις, πρέπει και να παίρνεις. Παρόλα αυτά, είχα τρομερή ελπίδα ως παιδί. Πίστευα πως αν κανείς είναι δυνατός μπορεί να κινήσει βουνά. Είχα θέληση.

Άρα στην παράσταση, το πορτρέτο της μητέρας σου είναι αρκετά αληθινό.

Έχει ντυθεί και με μυθοπλασία – η μητέρα μου, ας πούμε, δεν έχει κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Δεν περιγράφω βιώματα, όσο προσωπικά συναισθήματα. Όλα τα συναισθήματα είναι αληθινά, όλα τα έχω ζήσει. Απλώς, τους έβαλα ένα δραματουργικό περιτύλιγμα.

Υπήρξαν φάσεις στη ζωή σου που ανέβαλλες να ζήσεις, όπως λες και στην παράσταση;

Μου έχει συμβεί 2-3 φορές. Άλλοτε από έρωτα, από απλή νευρολογική κούραση κι άλλοτε από ορμονική. Πολλές φορές, κλάταρε το σώμα μου. Ή ένας έρωτας με απείλησε περισσότερο από μια πραγματική τραγωδία. Έχω φλερτάρει και με το μπαλκόνι.

Κυριολεκτικά;

Ναι.

Πολλές φορές, κλάταρε το σώμα μου. Ή ένας έρωτας με απείλησε περισσότερο από μια πραγματική τραγωδία. Έχω φλερτάρει και με το μπαλκόνι

Και τι σε ξαναέφερε πίσω σε ασφαλή ζώνη;

Ο χρόνος και 2-3 άνθρωποι που είχα δίπλα μου οι οποίοι μου είπαν τη σωστή κουβέντα, στη σωστή στιγμή. Δεν είναι πως δεν νοιάζονται οι άνθρωποι για εμάς, αλλά ίσως δεν μπορούν να πουν την σωστή κουβέντα όταν την έχεις ανάγκη. Ήμουν ευλογημένη που εκείνες τις στιγμές άκουσα τα σωστά λόγια.

Ποια ήταν αυτά;

Μια φορά, κάποιος με έβαλε σε ένα αεροπλάνο με το ζόρι για να πάω κάπου μόνη μου, πιστεύοντας ότι θα μου κάνει καλό. Πήγα στην Ινδία – και ήταν σωτήριο. Το ίδιο άτομο, σε άλλη φάση, μου είπε «κανείς δεν πέθανε από αυτό, μην φοβάσαι». Άκουσα πρακτικά πράγματα κι επέστρεψα. Η τελευταία οδηγία επιβίωσης που μου έδωσε αυτός ο γκουρού μου ήταν «προτού είναι μη αναστρέψιμο λύσε τα θέματα με τη μαμά σου. Κάν’το προτού φύγει».

Στην τέχνη μέχρι τελικής πτώσης; “Έχω παραδοθεί στην αγάπη του θεάτρου σε σημείο αυτοθυσίας. Εδώ, κάθε χειμώνα, παίζω με την υγεία μου” απαντά η Ελένη Ράντου.

Μια σχέση που βάζεις και στο κέντρο της παράστασης. Πώς θα περιέγραφες τη σχέση με τη μητέρα σου;

Την έχω συγχωρέσει. Έχω συμφιλιωθεί με τις ελλείψεις που ένιωσα από εκείνη. Ενώ πολλοί θεατές που βλέπουν την παράσταση έρχονται στο καμαρίνι και μου λένε «εγώ δεν την έχω συγχωρέσει ακόμα». Βέβαια, το θέμα μάνας-κόρης μπήκε στην παράσταση εξαιτίας και των μικρών θανάτων που ζούμε καθημερινά. Η σχέση μάνας-κόρης είναι η πιο κοντινή σχέση με το δημιουργό σου, άρα και η πιο κοντινή σχέση με το δίπολο ζωής – θανάτου. Όταν, λοιπόν, ο δημιουργός σου είναι κοντά στο θάνατο είναι σαν να φλερτάρεις διαρκώς με την είδηση πως «ο Θεός πέθανε».

Η μητέρα σου ήταν η θεά σου;

Είχα, πάντα, μια μεγάλη αδυναμία στον πατέρα μου. Νόμιζα ότι εκείνος είχε στιγματίσει τη ζωή μου – παρόλα αυτά, μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως με είχε στιγματίσει η μάνα μου. Υπάρχει κάτι πιο πυρηνικό στη σχέση με τη μάνα. O πατέρας μου με ανακούφιζε, η μητέρα μου όχι.

Έχω συγχωρέσει τη μητέρα μου. Έχω συμφιλιωθεί με τις ελλείψεις που ένιωσα από εκείνη

Σήμερα, η μητέρα σου πάσχει από άνοια, σωστά;

Ναι. Κι εκεί τερματίζει μέσα μου, η έννοια του φροντιστή που λέγαμε νωρίτερα. Αν πάντα στη ζωή μου είχα την έγνοια των άλλων, τώρα παίρνω και πτυχίο. Φτάνεις κοντά στην τρέλα φροντίζοντας ένα άτομο με άνοια. Δεν αντέχω να βλέπω τέτοια απαξίωση της ζωής. Στην αρχή κάνεις το λάθος να πιστεύεις ότι ο ασθενής, σου επιτίθεται και είναι εναντίον σου. Μέχρι να καταλάβω ότι ο άλλος παλεύει με την αρρώστια του, έχασα χρόνο. Πληγωνόμουν από πράγματα που άκουγα, αλλά κάποτε συνειδητοποίησα πως το σώμα του δικού μου ανθρώπου δεν έχει από μέσα τον δικό μου άνθρωπο, πλέον. Χρειάζεται πολύς χρόνος για να εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου να το αντέξει. Είναι φορές που μένω στο δωμάτιο μου και αρνούμαι να την αντιμετωπίσω. Ματαιώνεται ο λόγος της ύπαρξης όταν γίνεσαι παρατηρητής μιας τέτοιας κατάστασης. Παίζεις με πολύ ευαίσθητες περιοχές του «υπάρχω – δεν υπάρχω». Κι εκεί κατάλαβα ότι, πολλές φορές, οι άνθρωποι γύρω μας, δεν αδιαφορούν για εμάς. Απλώς, δεν αντέχουν αυτό που μας συμβαίνει.

Πρόλαβες να λύσεις τα θέματα με τη μητέρα σου, λοιπόν, όπως σε συμβούλεψε εκείνος ο καλός γκουρού;

Ναι, ευτυχώς. Δεν θα μπορούσα να γράψω αυτό το έργο και να το υποστηρίζω κάθε βράδυ στη σκηνή, αν δεν τα είχα λύσει.

Μιλώντας για την φροντίδα της μητέρας της που πάσχει από άνοια: “Φτάνεις κοντά στην τρέλα φροντίζοντας ένα άτομο με άνοια. Δεν αντέχω να βλέπω τέτοια απαξίωση της ζωής. Χρειάζεσαι πολύ χρόνο για να εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου να το αντέξει”.

Καταλαβαίνεις μέσα από αυτήν την δουλειά καλύτερα την κόρη σου;

Η κόρη μου, μου έχει βάλει κάποια όρια και μαθαίνω να την ακούω. Πλέον, οι ανάγκες των παιδιών είναι άλλες. Εγώ μεγάλωσα με μια ανάγκη να απεξαρτηθώ από τους γονείς μου ενώ τώρα – έχω την αίσθηση – πως τα παιδιά θέλουν να εξαρτηθούν και πάλι. Με την κόρη μου, πάντα έχω την διάθεση να προσφέρω και να είμαι παρούσα, αρκεί να μην λάβω σήμα πως ενοχλώ. Το σίγουρο είναι πως την ακούω.

Την έχεις πληγώσει;

Σαφέστατα. Δεν υπάρχει περίπτωση ένας γονιός να μην δημιουργήσει τραύματα στο παιδί του. ΄Ασε που και η υπερπροστασία είναι τραύμα και δίνει και το σήμα ότι δεν εμπιστεύεσαι το παιδί σου. Όποιος, πάντως, έχει στόχο να γίνει τέλειος γονιός, του έχω νέα: Δεν υπάρχει περίπτωση να το καταφέρει.

Αφιερώνεις την παράσταση στη μητέρα σου;

Είναι ένας πολύ τρυφερός αποχαιρετισμός. Και μέσα εκεί – καθώς στην πανδημία έχασα κι άλλους δικούς μου ανθρώπους – αποχαιρετώ και φίλους. Έκανα την υπέρβαση να ξορκίσω με χιούμορ όποια απώλεια με περιέβαλλε τα τελευταία δύο χρόνια. Πρόσφατα, έχασα και μια συμμαθήτρια μου με την οποία τα βράδια, ξαπλώναμε, λέγοντας αστείες ιστορίες. Θυμάμαι, ένα βράδυ της έλεγα «σταμάτα, να πάμε για ύπνο». Και μου απάντησε «εγώ έχω λίγο γέλιο ακόμα!». Αυτή η φράση μπήκε αυτούσια στο έργο που είδε και ο άνδρας και η κόρη της.

Θυμάμαι πως, σε μια στιγμή νοσηλείας μου όπου υπέφερα πολύ, έκανα τη σκέψη πως και να φύγω είμαι γεμάτη. Κι αυτό μου έφερε τρομερή ανακούφιση, ότι δεν φοβήθηκα το θάνατο. Κι αμέσως έγινα καλά

Πώς αντιμετωπίζεις το τέλος;

Πρόσφατα αποφάσισα να το διαχειριστώ κι αυτό. Να το διαχειριστώ, με ευγνωμοσύνη. Αντί να κλαίω για κάποιον που χάνεται, να αισθάνομαι ευγνώμων που τον γνώρισα. Προτιμώ να μην βλέπω την απώλεια, αλλά κάτι που είχα την τύχη να ζήσω. Βλέπω τη ζωή και τα νιάτα σαν μια ευλογία που έχω ζήσει. Δεν μπορώ να είμαι αχάριστη με αυτό. Έχω μια σχιζοφρενική διάθεση ώστε το ποτήρι να μην το βλέπω ούτε μισογεμάτο, ούτε μισοάδειο, βλέπω και τα δύο μαζί. Οπότε τώρα, στα 57 μου χρόνια, προσπαθώ να το δω μόνο γεμάτο. Και κάπως έτσι, συμφιλιώνομαι με το χρόνο και με το τέλος. Δουλεύω για να με βρει προετοιμασμένη το οποιοδήποτε τέλος. Ξέρω πως ποτέ δεν θα με βρει προετοιμασμένη, αλλά τουλάχιστον θα έχω προσπαθήσει. Θυμάμαι πως, σε μια στιγμή νοσηλείας μου όπου υπέφερα πολύ, έκανα τη σκέψη πως και να φύγω είμαι γεμάτη. Κι αυτό μου έφερε τρομερή ανακούφιση, ότι δεν φοβήθηκα το θάνατο. Κι αμέσως έγινα καλά. Όλη μου η πορεία μοιάζει με μια προετοιμασία για τον οποιοδήποτε θάνατο – είτε το δικό μου, είτε των δικών μου. Και καθώς αυτό το έργο είναι αποχαιρετισμός, κάτι παίρνω για τα δικά μου φινάλε.

Υπάρχουν πράγματα που έχεις απωλέσει οριστικά;

Αποχαιρετώντας ανθρώπους ή συνθήκες, πυροδοτούνταν μέσα μου ένα θέμα αυτοεκτίμησης. Μπορεί να έκλαιγα ακόμα και για χαμένα αντικείμενα. Πλέον, συνειδητοποιώ ότι δεν χρειάζεται να θρηνείς όσα φεύγουν, γιατί έχουν κλείσει τον κύκλο τους.

Με απόλυτη ειλικρίνεια μοιράζεται πως “καμιά φορά όταν φτάσεις στην απόλυτη απελπισία, ο μόνος δρόμος η αισιοδοξία. Υπήρξαν στιγμές – πολύ πρόσφατα – που πάτησα την απελπισία στη ρίζα της. Κι έτσι, δεν είχα άλλη επιλογή από το ν’ ανέβω προς τα πάνω”.

Ποιος κύκλος έκλεισε και δεν είχε τόσο πένθος;

Καμιά φορά όταν φτάσεις στην απόλυτη απελπισία, ο μόνος δρόμος η αισιοδοξία. Υπήρξαν στιγμές, λοιπόν – και πολύ πρόσφατα – που πάτησα την απελπισία στη ρίζα της. Κι έτσι, δεν είχα άλλη επιλογή από το ν’ ανέβω προς τα πάνω.

Από ότι καταλαβαίνω έχεις κάνει πολλές ψυχικές καταδύσεις.

Ναι, αλλά αυτή ήταν η πιο βαθιά. Σχετίζεται και με την ηλικία που συμβαίνουν. Όσο πιο πολύ μεγαλώνεις, οι καταδύσεις είναι πιο μεστές και έχεις πιο βαθιά επιχειρήματα να μείνεις εκεί κάτω και να μην ανέβεις ποτέ ξανά. Οπότε και το ανέβασμα έχει τρομερή φόρα.

Τι σε κρατάει στο αφρό αυτόν τον καιρό;

Νιώθω σαν να έχω βρει μια πατέντα ασπιρίνης που μοιράζομαι με τον κόσμο. Το μοίρασμα με κρατάει στον αφρό.

Αφού η ψυχή μου ρισκάρει και είναι ανοιχτή, καταλαβαίνει και συνεννοείται με αυτό που έρχεται, δεν γερνάω. Υπάρχει μέσα μου μια φλόγα που δεν τρεμοπαίζει. Δεν έχω εγκλωβιστεί σε αυτά που έζησα

Εδώ και ώρα σε ακούω να μιλάς για την ηλικία σου ανοιχτά, σχεδόν με υπερηφάνεια.

Πιο παλιά, νόμιζα ότι το 2000 θα είμαι ήδη γριά. Έχει φτάσει 2023 και κάνω μια παράσταση που απαιτεί ένα 25χρονο σώμα. Οπότε ναι, μόνο με περηφάνεια μιλάω για την ηλικία μου.

Έχεις νιώσει ή πει «μαμά, γερνάω»;

Όχι, δεν το έχω νιώσει. Αφού η ψυχή μου ρισκάρει και είναι ανοιχτή, καταλαβαίνει και συνεννοείται με αυτό που έρχεται, δεν γερνάω. Αν το είχα νιώσει, θα το είχα ομολογήσει. Υπάρχει μέσα μου μια φλόγα που δεν τρεμοπαίζει. Δεν έχω εγκλωβιστεί σε αυτά που έζησα. Ακόμα, το αύριο κοιτάζω.

Αφού μου είπες, ότι δεν θέλεις πια να αγχώνεσαι για το αύριο.

Είναι αλήθεια πως, μετά την πανδημία, σκέφτομαι το σήμερα. Το μόνο που με νοιάζει είναι να βγάλω την παράσταση σήμερα. Είναι μάταιο να προγραμματίζω το οτιδήποτε. Αφήνω το αύριο να έρθει μόνο του. Δεν θέλω να ζω το άγχος του αύριο, όταν ακόμα δεν έχει γεννηθεί.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Η Ελένη Ράντου πρωταγωνιστεί στην  performance “Το πάρτυ της ζωής μου”. Η παράσταση ανεβαίνει στο θέατρο Διάνα (Ιπποκράτους 7, τηλ.: 2103626596).

Κείμενο: Ελένη Ράντου
Σκηνοθεσία: Ανέστης Αζάς
Σκηνικά: Μαγιού Τρικιεριώτη
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Κίνηση: Αντιγόνη Γύρα
Κοστούμια: Κική Γραμματικοπούλου
Εισηγητής δραματολογίου: Αντώνης Γαλέος
Μουσική: String Demons/ Κωνσταντίνος και Λυδία Μπουτούνη
Παραστάσεις: Τετάρτη: 20.00, Πέμπτη: 20.30, Παρασκευή- Σάββατο: 21.00, Κυριακή: 19.30
Εισιτήρια: €18, €15.

Art director, Fashion Editor: Σίσσυ Σουβατζόγλου
Phοtographer: Μαρία Χατζηαθανασιάδη
Production Director: Mάρη Τιγκαράκη
Makeup & Hair: Nίκος Καζής

Ρούχα: Eating +he Goober  Πραξιτέλους 15, Σύνταγμα
Κολάν: OYSHO/ Μποτάκια: ΖARA

 

Ευχαριστούμε θερμά τον κύριο Παναγιώτη Σαμαντά για τη φιλοξενία της φωτογράφισης στο εργαστήριο μαρμάρου του.

 

Περισσότερα από Πρόσωπα