Τα παιδικά μου χρόνια δεν τα θυμάμαι και πολύ καλά για να είμαι ειλικρινής. Εκείνο που μου έχει μείνει έντονα ήταν το συναίσθημα τη μοναξιάς. Μένουμε λίγο πιο έξω από την πόλη οπότε δεν είχα παιδάκια να παίξω ή κάποια δραστηριότητα να ενταχθώ. Ήταν διακαής ο πόθος μου να επικοινωνήσω. Ευτυχώς λίγο πριν γίνω 9, ήρθε στη ζωή μου ο αδελφός μου και έτσι είχα κάποιον να βασανίζω.
Κατάλαβα από πολύ μικρός πώς θέλω να γίνω ηθοποιόςΗ μια μου γιαγιά πήγαινε συνέχεια θέατρο. Το νησί επισκέπτονταν εκείνα τα χρόνια επιθεωρήσεις, παιδικές παραστάσεις και με πήγαινε σε όλες. Επίσης, είχαμε την τύχη να είναι καλλιτεχνικός διευθυντής στο θέατρο του Αργοστολίου ο Πάνος Βαρδάκος, γνωστός θεατράνθρωπος, που ανέβαζε παραστάσεις με τις ομάδες του δήμου. Μια χρονιά λοιπόν είχε ανεβάσει το «Μυστικό της Κοντέσσας Βαλαίρενας» με τη Τζένη Ρουσσέα. Στις τελευταίες σκηνές λοιπόν η Βαλαίρενα έκανε πέρα δώθε κρατώντας μια λάμπα πετρελαίου. Στην αίθουσα ήμασταν πάνω από 400 άτομα και δεν ακουγόταν τίποτα. Όλοι κοίταζαν τη Ρουσσέα να κάνει πάνω κάτω τη σκηνή κι εγώ ήμουν 10 χρονών και είχα ανατριχιάσει από την επιρροή που ασκούσε αυτή η εικόνα σε τόσο πολύ κόσμο.
Η επαφή με τόσους πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους. Θα έρθετε κοντά, θα γίνετε σχεδόν οικογένεια, θα μοιραστείτε όμορφες και δύσκολες στιγμές και μετά θα απομακρυνθείτε. Είσαι σε ένα συνεχές πένθος σε αυτή η δουλειά αλλά και ταυτόχρονα έχεις την ανάγκη να βουτήξεις μέσα σε αυτό. Να τους γνωρίσεις όλους, να πάρεις όσα πιο πολλά πράγματα μπορείς από τον καθένα, να δεθείς μαζί του παρόλο που ξέρεις πως αυτό θα κρατήσει μόνο μερικούς μήνες – τουλάχιστον σε αυτήν την ένταση. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που έχω συνεργαστεί μέχρι τώρα, μου έχουν αφήσει το αποτύπωμα τους. Κάποιοι έχουν αφήσει πολύ κακό και είναι παράδειγμα προς αποφυγή, κάποιοι άλλοι όμως με βοήθησαν όχι μόνο να γίνω καλύτερος επαγγελματίας αλλά και καλύτερος άνθρωπος και νιώθω μόνο ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς.
Ανακαλύπτω τα όρια μου. Αν και δεν θεωρώ πως το θέατρο πρέπει να είναι ψυχοθεραπεία για τους ηθοποιούς – υπάρχουν ειδικοί γι’ αυτό. Αντιλαμβάνομαι ότι τώρα στα 35 αντιδρώ και σκέφτομαι διαφορετικά απ’ ότι θα έκανε ο Κυριάκος των 30 και των 25 – ευτυχώς δηλαδή. Αντιμετωπίζω πιο σφαιρικά τα πράγματα και προσπαθώ να μου επιτρέψω να κάνω λάθη. Ακόμα το φοβάμαι αυτό το κομμάτι αλλά θεωρώ πως είμαι στη σωστή κατεύθυνση. Προσπαθώ να εξηγήσω σε αυτή την εσωτερική φωνούλα, ότι μέσα από τα λάθη θα γίνω καλύτερος αλλά ο φόβος ότι δεν θα φανώ «άριστος» με μπλοκάρει.
Αυτό που απολαμβάνω κάθε φορά που ανεβαίνω στην θεατρική σκηνή, είναι η σύνδεση που δημιουργείται με το κοινόΣυντονιζόμαστε, γινόμαστε ένα σκηνή και πλατεία. Για μένα εκεί καταλαβαίνεις ότι το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, μια συνομιλία μεταξύ του κοινού και των ηθοποιών. Γι’ αυτό άλλωστε λέμε πως κάθε παράσταση δεν είναι η ίδια ή όταν πάμε στα καμαρίνια σχολιάζουμε πώς ήταν το κοινό.

Η παράσταση «Το Χελιδόνι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη ανεβαίνει στο Θέατρο ΕΛΕΡ © Θεόφιλος Τσιμάς
Όταν διάβασα για πρώτη φορά το «Χελιδόνι», ένιωσα ότι ο Κλούα δεν έγραψε απλώς ένα θεατρικό κείμενο — έγραψε έναν καθρέφτη. Έναν καθρέφτη που τον στρέφει απευθείας στην κοινωνία μας και σε ρωτά: “Τι βλέπεις;”. Αυτό που με τράβηξε δεν ήταν μόνο η δραματουργική δύναμη του έργου, αλλά η επιτακτική ανάγκη που νιώθω ως ηθοποιός να λέω ιστορίες που έχουν κάτι να πουν — ιστορίες που δεν σβήνουν όταν πέσει η αυλαία. Ζούμε σε μια εποχή που πολλά πράγματα ειπώνονται δυνατά αλλά λίγα ακούγονται πραγματικά. Το θέατρο, και ειδικά ένα έργο σαν αυτό, έχει την ικανότητα να σε αναγκάσει να ακούσεις.
Με αγγίζει πάρα πολύ η θεματική του έργουΣτο σχολείο ήμουν ο χοντρούλης, με γυαλιά, που έπαιζε με τα κορίτσια στα διαλείμματα και είχε κολλητό Αλβανό… μπορείτε να φανταστείτε φαντάζομαι για τις επιθέσεις που γίνονταν σε βάρος μου. Αυτά τα θέματα με αγγίζουν πάρα πολύ και είναι ο λόγος που κάνω θέατρο. Θέλω να μιλάω γι’ αυτά με την ελπίδα πως κάποιοι θα βγουν από την αίθουσα και θα αρχίσουν να σκέφτονται λίγο διαφορετικά. Τι θα πει διαφορετικός; Σε σχέση με ποιόν και με τι; Γιατί πρέπει συνέχεια να κοιτάμε τι κάνει ο διπλανός μας και να μην εστιάζουμε σε εμάς; Οι φίλοι μου με λένε γραφικό, αλλά για μένα είναι καθαρά έλλειψη παιδείας όλο αυτό.
Το θέατρο δεν σου επιτρέπει να κλείσεις την οθόνη, να κάνεις scroll, να αποφύγεις. Είσαι εκεί, με σάρκα και οστά, απέναντι σε μια αλήθεια που αναπνέει. Το έργο γράφτηκε με αφορμή την επίθεση στο Pulse nightclub το 2016. Αυτό που συνέβη εκεί δεν ήταν απλώς μια τραγωδία — ήταν μια στιγμή που αποκάλυψε πόσο βαθιά μπορεί να πηγαίνει το μίσος απέναντι σε αυτό που δεν καταλαβαίνουμε ή φοβόμαστε. Μόνο αν δούμε το πρόβλημα είμαστε σε θέση να το καταλάβουμε και στη συνέχεια να το θεραπεύσουμε.

Ο Κυριάκος Μαρκάτος υποδύεται τον Ραμόν στην παράσταση «Το Χελιδόνι» © Θεόφιλος Τσιμάς
Φοβήθηκα. Δεν ήξερα από που να αρχίσω μαζί του. Ναι έχω νιώσει διαφορετικός, έχω νιώσει πένθος, πόνο, θυμό αλλά όχι σε τέτοια ένταση. Ο Ραμόν έχει ανάγκη για αποδοχή για κατανόηση. Νομίζω πως αυτόν τον χαρακτήρα θα τον κρατήσω για πάντα στην ψυχή μου γιατί με βοήθησε να συμφιλιωθώ και να αγκαλιάσω κάποια κομμάτια τους δικού μου εαυτού, τα οποία ξαναέφερα στην επιφάνεια δουλεύοντας τον.
Αυτό που θέλω να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση, είναι μια ατάκα της Αμέλια που για μένα είναι όλο το έργοΠιστεύω πως είναι ικανή να ταρακουνήσει τον καθένα: «Αυτό που μας κάνει στ’ αλήθεια ανθρώπους είναι η ικανότητα μας να νιώθουμε δικό μας τον πόνο των άλλων».
Με αυτούς τους ανθρώπους που θα φέρουν νέες, καθαρές ιδέες, που θα μιλήσουν για το μέλλον, που θα ασχοληθούν με το πως μπορούν να προσφέρουν και να κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Που θα μιλήσουμε για τέχνες, που θα διαφωνήσουμε πάνω σε αυτές κι έτσι θα μάθω περισσότερα πράγματα, που θα σχεδιάσουμε ταξίδια, θα μιλήσουμε για έρωτες, για τη σημασία της ζωής. Όλοι αυτοί είναι που με εμπνέουν και με κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
O Κυριάκος Μαρκάτος πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Το Χελιδόνι» που ανεβαίνει στο Θέατρο ΕΛΕΡ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη.
Παραστάσεις: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 21:00
Προπώληση εισιτηρίων εδώ