Καθηγητής φιλοσοφίας, πρύτανης του αρχαιότερου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας σε δύσκολους για το δημόσιο πανεπιστήμιο καιρούς, υφυπουργός Παιδείας στα επίσης δύσκολα χρόνια των μνημονίων, ο Θεοδόσης Πελεγρίνης επέλεγε πάντα να «μιλήσει» για όλα αυτά και με έναν άλλο τρόπο, όχι μονάχα από το έδρανο αλλά και από σκηνής αφού, όπως λέει και ο ίδιος, θέατρο και φιλοσοφία είναι ομογάλακτα τέκνα της δημοκρατίας.
Έτσι, έπειτα από ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, επιστρέφει σε ένα εμβληματικό για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά ιδιαίτερα για την αθηναϊκή δημοκρατία, κείμενο, την «Απολογία Σωκράτους», του Πλάτωνα, ένα μονόλογο που θα παρουσιάσει από τη σκηνή του Θεάτρου Μπέλος, από τις 2 Οκτωβρίου 2026 και για έξι μονάχα παραστάσεις.
Η «Απολογία Σωκράτους», όπως παρουσιάζεται από τον Θεοδόση Πελεγρίνη, διακρίνεται σε τρεις πράξεις, που αντιστοιχούν στα τρία στάδια της δίκης στην αθηναϊκή αρχαιότητα. Στο πρώτο, ο εγκαλούμενος επιχειρούσε να αντικρούσει την κατηγορία και οι δικαστές αποσύρονταν, προκειμένου να αποφασίσουν για την ενοχή ή την αθώωσή του. Αν αποφάσιζαν υπέρ της ενοχής του, ακολουθούσε το δεύτερο στάδιο, όπου ο κατηγορούμενος πρότεινε την ποινή που έκρινε ότι του άξιζε – εκεί ο Σωκράτης πρότεινε τη διά βίου σίτισή του στο πρυτανείο. Τέλος, οι δικαστές αποσύρονταν πάλι, για να αποφασίσουν την ποινή, για την οποία, στο τρίτο στάδιο, τοποθετείται και ο κατηγορούμενος.
Με αφορμή την επαναφορά του Σωκράτη στη σκηνή του θεάτρου, συζητήσαμε με τον Θεοδόση Πελεγρίνη για τη σχέση φιλοσοφίας και θεάτρου, για τις καλλιτεχνικές επιλογές του κατά την προσέγγιση του έργου, αλλά και για τη άρρηκτη σχέση της υπεράσπισης της παιδείας με την υπεράσπιση της δημοκρατίας…
Τι φέρνει κοντά το θέατρο και την φιλοσοφία; Με ρωτάτε κάτι για το οποίο θα χρειαστεί να μακρηγορήσω λίγο, και σας ζητώ προκαταβολικώς συγνώμη γι’ αυτό. Εκείνο λοιπόν που, καταρχάς, φέρνει κοντά τη φιλοσοφία και το θέατρο είναι η κοινή των μοίρα στην ιστορία. Και τα δυο γεννιούνται την ίδια εποχή, τον 6ο αιώνα π.Χ., από τον ίδιο λαό, τους Έλληνες, καθώς πατέρας μεν της φιλοσοφίας είναι ο Θαλής, ενώ ο Θέσπις είναι εκείνος ο οποίος μετέτρεψε τον διθύραμβο από ένα αυτοσχέδιο χορευτικό λατρευτικό άσμα στην πρώτη μορφή θεάτρου. Και τα δύο φθάνουν στην κορύφωσή των την ίδια εποχή, τον 5ο αιώνα π.Χ.: το μεν θέατρο χάρη στον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη, η δε φιλοσοφία χάρη στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ακολούθως. Και τα δύο στη συνέχεια, καθώς μεταλαμπαδεύονται σε άλλους πολιτισμούς –τον ρωμαϊκό, τον βυζαντινό και τον ευρωπαϊκό, κατά τις διάφορες εκφάνσεις του– ακμάζουν και παρακμάζουν κατά τρόπο παράλληλο και ισόρροπο, σαν να μην μπορούν, λες, να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο.
Να σκεφτούμε τη ζωή διαφορετικά και να τη διεκδικήσουμεΟ στόχος της φιλοσοφίας δεν είναι να μας περιγράψει τα γεγονότα και τις καταστάσεις όπως είναι πράγματι. Αυτό το κάνει η επιστήμη, και το κάνει πολύ καλά
Πέρα όμως από την κοινή των ιστορική καταβολή και πορεία, εκείνο που φέρνει κοντά το θέατρο και τη φιλοσοφία είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν στη ζωή μας. Ο στόχος της φιλοσοφίας δεν είναι να μας περιγράψει τα γεγονότα και τις καταστάσεις όπως είναι πράγματι. Αυτό το κάνει η επιστήμη, και το κάνει πολύ καλά. Η αποστολή της φιλοσοφίας είναι να μας υποδείξει πώς θα έπρεπε ή πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα, έτσι ώστε να αναρωτηθούμε «γιατί, τελικά, να μην είναι τα πράγματα έτσι όπως τα σκεφτόμαστε;». Η φιλοσοφία δεν αποσκοπεί στο να μας περιγράψει τη ζωή σαν ένα βιολογικό φαινόμενο, σαν κάτι που απλώς μας συμβαίνει, αλλά στο να μας κάνει να τη σκεφτούμε διαφορετικά από αυτό που είναι και να τη διεκδικήσουμε ως αίτημα πλέον, σαν κάτι που αξίζει να το αποκτήσουμε, και όχι σαν κάτι που έτυχε να μας έχει δοθεί.
Το ίδιο συμβαίνει και με το θέατρο. Η αποστολή του δεν είναι να μας αναπαραστήσει την πραγματικότητα όπως τη ζούμε στην καθημερινότητά μας, αλλά να μας κάνει άλλους, μετά την επαφή μας μαζί του, έτσι ώστε να αισθανθούμε και να σκεφτούμε διαφορετικά από τον τρόπο που σκεφτόμασταν και αισθανόμασταν πριν δεχθούμε την ευεργετική του επίδραση. Όταν παρακολουθήσεις μια παράσταση στο θέατρο, λέει η σπουδαία Γαλλίδα ηθοποιός Ιζαμπέλ Υπέρ, η καθημερινή σου ζωή σου φαίνεται μετά ακόμα πιο κοινότυπη – και άρα πιο άχαρη. Το θέατρο δεν είναι απλώς η αναπαράσταση της ζωής όπως είναι στην πραγματικότητα η ζωή. Είναι η αναπαράσταση της ζωής όπως θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι η ζωή. Ακόμη κι αν συμβαίνει να μην αναπαρίσταται επί σκηνής η ζωή όπως θα έπρεπε ή όπως θα μπορούσε να είναι, το θέατρο φροντίζει, με τη δραματουργική του δύναμη, ώστε η αναπαράσταση της ζωής όπως είναι στην πραγματικότητα να γίνεται με τέτοιο τρόπο, που να νιώσουμε την ανάγκη να την αλλάξουμε.
Ο διάλογος κοινός τόπος φιλοσοφίας και θεάτρουΤο θέατρο δεν είναι απλώς η αναπαράσταση της ζωής όπως είναι στην πραγματικότητα η ζωή. Είναι η αναπαράσταση της ζωής όπως θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι η ζωή
Και κάτι ακόμη τελευταίο –κατά τη σειρά, και όχι ως προς τη σημασία– που φέρνει κοντά το θέατρο και τη φιλοσοφία. Πρόκειται για τον διάλογο. Ο διάλογος είναι ο κοινός τόπος της φιλοσοφίας και του θεάτρου. Ως προς το θέατρο είναι προφανές πως είναι αδύνατον να υπάρξει έργο χωρίς τα πρόσωπα επί σκηνής να συζητούν. Ακόμη κι αν πρόκειται για μονόλογο, ο ήρωας δεν παύει να συζητεί με κάποιο πρόσωπο που συμβαίνει να μην παρίσταται στην σκηνή ή, μιλώντας, να αναφέρεται ρητώς ή υπαινικτικά στο κοινό.
Η φιλοσοφία, επίσης, από την ώρα της εμφάνισής της ταυτίστηκε με τον διάλογο. Όταν ο Θαλής, ο πρώτος φιλόσοφος, είπε ότι η αρχή του κόσμου είναι το νερό, ο μαθητής του Αναξίμανδρος τον αντέκρουσε λέγοντας ότι αρχή του κόσμου είναι το άπειρο και μετά ο Αναξιμένης, ο μαθητής του Αναξίμανδρου, αντέκρουσε τον διδάσκαλό του προβάλλοντας ως αρχή του κόσμου τον αέρα, και πάει λέγοντας. Η φιλοσοφία διαχρονικά είναι αναπόσπαστα δεμένη με τον διάλογο. Εκφράζοντας τη στενή σχέση της φιλοσοφίας προς τον διάλογο, ο Πλάτων την ταύτισε με τη «διαλεκτική», με «το δούναι και δέξασθαι τον λόγο», με τη δυνατότητα να λέει κανείς απερίφραστα τη γνώμη του, δίνοντας παράλληλα την ευκαιρία στον άλλο να υποστηρίξει ελεύθερα τη δική του άποψη. Ο φιλόσοφος που αρνείται να συμμετάσχει σε συζήτηση μοιάζει, λέει ο Βιτγκενστάιν, με πυγμάχο που δεν θέλει να μπει στο ριγκ.

Σε μορφή θεατρικού μονολόγου ανεβαίνει η «Απολογία Σωκράτους» στο Θέατρο Μπέλλος, με τον Θεοδόση Πελεγρίνη να ερμηνεύει επί σκηνής το εμβληματικό κείμενο της αρχαίας φιλοσοφίας.
Η απόφασή μας να ανεβάσουμε την Απολογία Σωκράτους έγινε κατά κύριον λόγο με καλλιτεχνικά κριτήρια. Είναι ένα έξοχο κείμενο, όπως μάλιστα το έχουμε επεξεργαστεί δραματουργικά, με κύριο στόχο να προκαλέσει στον θεατή αισθητική απόλαυση, όπως άλλωστε είναι ο ρόλος κάθε έργου τέχνης. Ένα έργο τέχνης όμως, πέρα από την αισθητική απόλαυση που προσφέρει, δεν παύει να δημιουργείται στους κόλπους μιας κοινωνίας και να απευθύνεται στα μέλη της, να έχει δηλαδή κοινωνική διάσταση, και κατά τούτο το ανέβασμά του να επηρεάζει τη ζωή μας.
Ένα θεατρικό έργο, λοιπόν, δεν νοείται να είναι αποκομμένο από την κοινωνία. Στην αρχαία Ελλάδα, στην οποία αναφέρεται η Απολογία Σωκράτους, έλεγαν ότι παρουσιάζοντας ο δραματουργός το έργο του διδάσκει. Ο Σοφοκλής εδίδαξε –δεν έγραψε ούτε ανέβασε απλώς στην σκηνή– τον Οιδίποδα Τύραννο. Παρακολουθώντας κανείς την απολογία του Σωκράτη, όπως εξελίσσεται επί σκηνής, δεν μπορεί παρά να δει πώς η καταστολή της παρρησίας, του δικαιώματος να λέει κανείς ελεύθερα τη γνώμη του, που αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατίας, οδηγεί στη διάπραξη ενός εγκλήματος, στην καταδίκη του Σωκράτη εις θάνατον. Κι αυτός ο κίνδυνος διάπραξης εγκλημάτων, όπως μπορεί να καταλάβει κανείς παρακολουθώντας την Απολογία Σωκράτους, ελλοχεύει σε κάθε δημοκρατία όταν αυτή παραβιάζεται – μηδέ εξαιρουμένης, ασφαλώς, και της δικής μας σήμερα δημοκρατίας, η οποία, επειδή η δικαιοσύνη, η οποία είναι επιφορτισμένη με την προστασία της, αδυνατεί να ανταποκριθεί στην αποστολή της, δέχεται, δυστυχώς, αλλεπάλληλα χτυπήματα.

«Ένα έργο τέχνης όμως, πέρα από την αισθητική απόλαυση που προσφέρει, δεν παύει να δημιουργείται στους κόλπους μιας κοινωνίας και να απευθύνεται στα μέλη της, να έχει δηλαδή κοινωνική διάσταση, και κατά τούτο το ανέβασμά του να επηρεάζει τη ζωή μας», αναφέρει ο κ. Θεοδόσης Πελεγρίνης.
Πρωτίστως, η επιλογή έγινε για λόγους αισθητικής. Θα έχανε πολύ, πιστεύω, από το ύψος της η απολογία του Σωκράτη αν, παραδείγματος χάριν, απευθυνόμενος αυτός στους δικαστές του, τους προσφωνούσε «κύριοι δικαστές», αντί «κύριοι δικασταί». Ούτε νομίζω ότι η γλώσσα που αποφασίσαμε να μεταχειριστούμε είναι τέτοια που να μην την καταλαβαίνει ένας θεατής με στοιχειώδη γλωσσική επάρκεια. Θα μπορούσε, βεβαίως, κανείς να ρωτήσει: γιατί η μετάφραση του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, και όχι η μετάφραση σε απλή καθαρεύουσα κάποιου άλλου συγγραφέα;
Εδώ, δεν σας κρύβω, υπάρχει ένα ζήτημα ηθικής τάξεως. Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ήταν μια κάθε άλλο παρά αμελητέα πνευματική προσωπικότητα του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ού. Και διηγηματογράφος υπήρξε, και φιλόλογος, και δημοσιογράφος, και δραματουργός, και μυθιστοριογράφος, και μεταφραστής, και δοκιμιογράφος. Είχε την ατυχία όμως να είναι εξάδελφος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, κάτω από τη σκιά του οποίου υποβαθμίστηκε η συμβολή του στα γράμματα, αν και αυτός, σε αντίθεση προς τον Παπαδιαμάντη, και το πτυχίο του έλαβε, και παντρεύτηκε, και μοναχός έγινε.
Κατά τον Πλάτωνα, η παιδεία είναι το άλφα και το ωμέγα, όχι μόνο για να προοδεύσει μια κοινωνία, αλλά ακόμη και για να σταθεί στα πόδια της
Η αλογόμυγα, κύριε Κακουριώτη, πάει γυρεύοντας και γίνεται ενοχλητική με δική της πρωτοβουλία. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών όμως, στην περίοδο στην οποίαν αναφέρεστε, «δεν πήγε γυρεύοντας», αλλά δέχθηκε απρόκλητη επίθεση από την κυβέρνηση τότε, η οποία απέλυε σχεδόν τους μισούς υπαλλήλους του, με ορατό τον κίνδυνο να μην μπορεί να λειτουργήσει. Κι εγώ ως πρύτανης είχα καθήκον να το υπερασπιστώ. Έχοντας εντρυφήσει στη φιλοσοφία του Ιμμάνουελ Καντ, είχα γαλουχηθεί με την ιδέα του ότι η ύψιστη ηθική υποχρέωση του ανθρώπου είναι να πράττει σύμφωνα προς το καθήκον του, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες του, τα συναισθήματά του ή τις συνέπειες της πράξης του.
Υπάρχουν όμως στιγμές που η τέλεση του καθήκοντος και τίποτα παραπάνω δεν είναι αρκετή. Κι αυτή η στιγμή για μένα ήταν η εποχή της πρυτανείας μου και τα χρόνια που ακολούθησαν. Κανένα εγκώμιο, λέει ο Ιερός Αυγουστίνος, δεν οφείλουμε σε εκείνους που κάνουν το καθήκον τους μόνο και τίποτε παραπάνω. Ξέρετε πότε ξεμπέρδεψα από τις διώξεις που υπέστην λόγω των γεγονότων της περιόδου εκείνης; Πριν από τρία – τέσσερα χρόνια. Αλλά δεν μετανιώνω – ούτε κατ’ ελάχιστον. Κι ας συνεχίζουν να γκρινιάζουν ορισμένοι μήπως και δικαιολογήσουν την ύπαρξή των.
Έχετε υπηρετήσει στο παρελθόν, σε χρόνια δύσκολα για τη χώρα, τόσο ως υφυπουργός Παιδείας όσο και ως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα έλεγε κανείς ότι, συνδυάζοντας και τις δύο ιδιότητες, είστε ο καταλληλότερος για να αποφανθείτε κατά πόσον το σχήμα της πλατωνικής Πολιτείας, που θέλει τον φιλόσοφο να ασκεί την εξουσία, ανάγεται στη σφαίρα της ουτοπίας ή, τελικά, διαθέτει ψήγματα ρεαλισμού.Συνήθως εστιάζομε στην άποψη του Πλάτωνα, σύμφωνα προς την οποία η εξουσία του κράτους πρέπει να ανατεθεί στους φιλοσόφους – πράγμα, βέβαια, ουτοπικό. Ωστόσο, η σημαντική πλευρά της διδασκαλίας του Πλάτωνα εν προκειμένω είναι ότι είναι αδύνατον η κοινωνία να υπάρξει χωρίς τάξεις, με την κατηγορηματική επισήμανση όμως ότι η διάκριση των τάξεων πρέπει να γίνεται ανάλογα προς την παιδεία που μπορούν να τύχουν οι πολίτες, και όχι βάσει οικονομικών, κληρονομικών και άλλων τέτοιων κριτηρίων.
Κατά τον Πλάτωνα, η παιδεία είναι το άλφα και το ωμέγα, όχι μόνο για να προοδεύσει μια κοινωνία, αλλά ακόμη και για να σταθεί στα πόδια της. Με θλίψη παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια τη, θέσπιση από την πολιτεία, αλλεπάλληλων νομοθετημάτων και οδηγιών που οδηγούν προοδευτικά στον ευτελισμό της παιδείας, από την στοιχειώδη έως την ανώτατη βαθμίδα της, «ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί». Απελπισία!
Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης παρουσιάζει το εμβληματικό κείμενο της αρχαίας φιλοσοφίας «Απολογία Σωκράτους» στο Θέατρο Μπέλλος, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
Πρεμιέρα: 2 Οκτωβρίου 2026
Παραστάσεις: Παρασκευή και Σάββατο, στις 21:00. Κυριακή, στις 18:00
Προπώληση εισιτηρίων εδώ