Η Αθήνα έχει τον δικό της τρόπο να αφηγείται ιστορίες και δεν χρειάζεται πάντα να κατεβούμε από το ταξί για να τις ανακαλύψουμε. Στο ντοκιμαντέρ «Αλλού ο Δρόμος», η σκηνοθέτρια Ειρήνη Βουρλούμη μας βάζει στη θέση του συνοδηγού και μας συστήνει τρεις οδηγούς ταξί: τον Σάνι, τον Γιώργο και τον Κωνσταντίνο, γνωστό ως Πούμα. Μέσα από τις καθημερινές τους διαδρομές, τις προσωπικές τους ιστορίες και τα όνειρα που εξακολουθούν να κυνηγούν, ξεδιπλώνεται μια διαφορετική εικόνα της πρωτεύουσας, μακριά από τις συνηθισμένες διαδρομές και τα γνώριμα αστικά τοπία.
Μια Αθήνα γεμάτη αντιθέσεις, νυχτερινές περιπλανήσεις, μικρές εξομολογήσεις και ανθρώπινες στιγμές που εύκολα προσπερνάμε. Είδαμε το «Αλλού ο Δρόμος» και είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με την Ειρήνη Βουρλούμη για την ιδέα πίσω από την ταινία, τους ανθρώπους που συνάντησε στη διαδρομή της δημιουργίας της και όσα ανακάλυψε μέσα από αυτή την ξεχωριστή κινηματογραφική διαδρομή.
Η ιδέα για αυτή ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης που δούλευα σαν φωτορεπόρτερ καλύπτοντας τα γεγονότα. Ήθελα να εξερευνήσω τι βίωναν μέσα από τα ταξί, οι οδηγοί των οποίων είναι στην πρώτη γραμμή και βλέπουν πώς αλλάζει η πόλη πρώτοι. Μεταξύ 2 ετών γυρισμάτων και δύο ετών μοντάζ, αντί να εικονογραφεί τις κρίσεις της Αθήνας, η ταινία εστιάζει στην ευθραυστότητα της καθημερινότητάς της και στην ανθεκτικότητα εκείνων που συνεχίζουν να φαντάζονται ζωές με νόημα και ομορφιά παρά την αβεβαιότητα μέσα από όλα αυτά που έχουμε περάσει σαν χώρα. Και ήθελα να φτιάξω μια ταινία για δύο πράγματα που αγαπώ: τη γενέτειρά μου, την Αθήνα και τα ταξί που συχνά αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση από τους κατοίκους. Τους αγαπάω τους ταξιτζήδες από μικρή. Τους βλέπω σαν τη λυρική φωνή της πόλης—σαν αφηγητές του ρυθμού, του αγώνα και της ψυχής της.
Ηθελα να φτιάξω μια ταινία για δύο πράγματα που αγαπώ: τη γενέτειρά μου, την Αθήνα και τα ταξί που συχνά αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση
Άρχισα έρευνα το 2020 και μέσα σε έξι μήνες πήρα συνεντεύξεις από περισσότερους από 50 οδηγούς σε όλη την Αθήνα. Εστίασα σε τρεις από αυτούς: τον Κωνσταντίνο (Πούμα), τον Γιώργο και τον Σάνι. Αποφάσισα να εστιάσω στην “παλιά σχολή” των ταξιτζήδων καθώς το επάγγελμα αλλάζει και με τη νέα γενιά αρχίζουμε να χάνουμε τον κλασικό οδηγό ταξί. Ο Σάνι αντιπροσωπεύει την αφρικανική κοινότητα και τους μετανάστες στην Αθήνα. Μέσα από την ιστορία του αποτυπώνεται η σκληρή πραγματικότητα του δρόμου, αλλά και το πώς η αγάπη για την οικογένεια γίνεται ασπίδα και εσωτερική δύναμη. Ο Γιώργος την αυθεντική, νυχτερινή Αθήνα των λαϊκών μαγαζιών. Σπάει το στερεότυπο του «σκληρού άντρα» (alpha male), δείχνοντας έναν άνθρωπο που δεν φοβάται να μιλήσει ανοιχτά για τον πόνο και τον έρωτα, εκφράζοντας τον εαυτό του μέσα από το τραγούδι. Ο Πούμα συνδέεται με τη μεταφυσική πλευρά και την ιστορία της πόλης, αντιπροσωπεύοντας τη σχέση της Αθήνας με το παρελθόν και τη φύση που οι Αθηναίοι συχνά προσπερνούν. Η κουκουβάγια που την ακολουθεί συμβολίζει μια πνευματική καθοδήγηση και την πίστη ότι κάτι μεγαλύτερο μας κρατά όρθιους στις δυσκολίες.

Σκηνή από το ντοκιμαντέρ της Ειρήνης Βουρλούμη: Αλλού ο Δρόμος
Ο στόχος μου ήταν να αναδείξω μια πιο εσωτερική, ανθρώπινη και ευάλωτη πλευρά της Αθήνας. Ήθελα να αποτυπώσω την ιστορία μας μέσα από την παρουσία του Παρθενώνα και να μας υπενθυμίσω αυτή την ιδιαίτερη ενέργειά του, αλλά ταυτόχρονα να αναδείξω και την “άγρια”, εναλλακτική γοητεία που κάνει την Αθήνα τόσο ξεχωριστή. Στην καθημερινότητά μας, τρέχουμε τόσο γρήγορα που συχνά προσπερνάμε την ανθρώπινη σύνδεση. Δεν βλέπουμε ότι πίσω από το τιμόνι ενός ταξί κρύβεται ένα ολόκληρο κινούμενο καταφύγιο, ένα “εξομολογητήριο” γεμάτο προσωπική ιστορία. Κινούμαστε διαρκώς μέσα στην Αθήνα, αλλά χάνουμε τις μικρές, ποιητικές λεπτομέρειες των δρόμων της και τις βαθιές ιστορίες των ανθρώπων που τη ζουν και τη διαμορφώνουν κάθε νύχτα και μέρα.

Σκηνή από το ντοκιμαντέρ της Ειρήνης Βουρλούμη: Αλλού ο Δρόμος
Αυτό που με συγκίνησε στους τρεις πρωταγωνιστές είναι ότι, παρά τις δυσκολίες και την εξαντλητική δουλειά τους, εξακολουθούν να έχουν επιθυμίες και όνειρα που δεν εγκαταλείπουν. Τελικά, η ταινία μιλάει για την εργασία, την κοινωνική θέση, την ανάγκη για έκφραση, τα όνειρα που αναβάλλονται, αλλά και την επιθυμία να αλλάξει κανείς τη ζωή του. Και νομίζω ότι μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των τριών πρωταγωνιστών μπορεί κανείς να δει κάτι ευρύτερο για την Αθήνα και την κοινωνία στην οποία ζούμε μετά από όσα έχουμε περάσει. Είναι μια ταινία για την ελπίδα.
Οι τρεις οδηγοί μοιράζονται μαζί μας στιγμές από την καθημερινότητά τους, αλλά και πιο προσωπικές πτυχές της ζωής τους. Πώς προσεγγίσατε τη σχέση σας μαζί τους πίσω από την κάμερα και πώς βρήκατε την ισορροπία ανάμεσα στην καταγραφή της πραγματικότητάς τους και στη δική σας σκηνοθετική ματιά;Παρά τις δυσκολίες και την εξαντλητική δουλειά, οι τρεις πρωταγωνιστές εξακολουθούν να έχουν επιθυμίες και όνειρα που δεν εγκαταλείπουν
Η προσέγγισή μου βασίστηκε εξολοκλήρου στον σεβασμό και τον χρόνο. Αφού επέλεξα τους τρεις οδηγούς, πέρασα 6 μήνες μαζί τους γνωρίζοντάς τους χωρίς να κάνουμε καθόλου γυρίσματα, ώστε να χτίσουμε μια φιλία και μια σχέση εμπιστοσύνης. Δεν ήθελα να είμαι απλώς ένας ξένος με μια κάμερα που εισβάλλει στη ζωή τους. Αυτή η περίοδος ήταν που καθόρισε και την ισορροπία της ταινίας. Η εμπιστοσύνη που αναπτύχθηκε μου επέτρεψε να καταγράψω την πραγματικότητά τους με απόλυτη ειλικρίνεια και αυθεντικότητα, χωρίς αυτοί να νιώθουν ότι “παίζουν” κάποιον ρόλο.
Ήξερα από την αρχή ότι ήθελα αυτή η ταινία να καθοδηγείται από τη μουσική, να έχει έντονα στοιχεία μιούζικαλ, και γι’ αυτόν τον λόγο έψαχνα συγκεκριμένα έναν οδηγό που να είναι και τραγουδιστής. να. Μου αρέσουν πολύ τα ελληνικά βίντεο κλιπ και η αρχική ιδέα ήταν να παίξουμε με αυτό το cult ύφος. Κινηματογραφικά, η μουσική λειτούργησε ως μια γέφυρα ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο. Hθελα και να δώσω μια μικρή ανάσα στον θεατή, αλλά και να προσθέσω ακόμα ένα επίπεδο, μια άλλη διάσταση στην ταινία.

Σκηνή από το ντοκιμαντέρ της Ειρήνης Βουρλούμη: Αλλού ο Δρόμος
Όσο για το πρωτότυπο τραγούδι μας, Δεν με νίκησε η πόλη , γράφτηκε ειδικά για να αντανακλά τις ιστορίες και των τριών πρωταγωνιστών, αλλά και για να μεταδώσει ένα μήνυμα ελπίδας στο κοινό και σε κάθε Αθηναίο. Παρά το συλλογικό τραύμα που βιώσαμε ως χώρα με την οικονομική κρίση και την πανδημία, το τραγούδι υπενθυμίζει ότι είμαστε ένας εξαιρετικά ανθεκτικός λαός. Ήθελα να δείξω ότι, ως Έλληνες, μπορούμε ακόμα να να κυνηγάμε τα όνειρά μας και ότι η πόλη μπορεί να μας πιέζει, αλλά τελικά δεν μας νικά.
Με εντυπωσίασε το πόσο απαιτητική είναι πραγματικά η δουλειά τους. Πόσες ώρες περνούν στον δρόμο, πόση υπομονή χρειάζεται και πόση αντοχή απαιτεί αυτή η καθημερινότητα
Με εντυπωσίασε περισσότερο το πόσο απαιτητική είναι πραγματικά η δουλειά τους. Πόσες ώρες περνούν στον δρόμο, πόση υπομονή χρειάζεται και πόση αντοχή απαιτεί αυτή η καθημερινότητα, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Μέσα από την ταινία απέκτησα ακόμη μεγαλύτερο σεβασμό για αυτούς τους ανθρώπους και για την προσπάθεια που καταβάλλουν καθημερινά. Και κρατάω πόσο έχουμε δεθεί και πλέον είμαστε μια οικογένεια με όλους τους χαρακτήρες. Είμαστε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι ο ένας στη ζωή του άλλου, και αυτός ο ανθρώπινος δεσμός είναι για μένα ο πιο σημαντικός και πολύτιμος.
Πού προβάλλεται το «Αλλού ο Δρόμος»