MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
30
ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Νίκος Πουρσανίδης: Αφού δεν ψωνίστηκα με τον Αγγελόπουλο, δεν θα το πάθω ποτέ

Ο ηθοποιός, συγγραφέας και σεναργιογράφος Νίκος Πουρσανίδης δεν μπορεί και δεν θέλει να τοποθετήσει κάπου τον εαυτό του. Ξέρει πως αυτό απαιτεί περισσότερη δουλειά για να τον αποδεχτεί ο κόσμος ως ανένταχτο, ή ως ένα δημιουργό με μεγάλη γκάμα.

KEIMENO: Στέλλα Χαραμή | 30.10.2026 STYLE EDITOR: ΣΙΣΣΥ ΣΟΥΒΑΤΖΟΓΛΟΥ/ PHOTOGRAPHER: ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης

Προσθήκη του monopoli.gr στην Google

Στην τέντα του vintage καφενείου που μας φιλοξενεί για μερικές ώρες, ο ήχος της δυνατής βροχής ακούγεται σαν ποδοβολητό από άγρια ζώα που πλησιάζουν. Όμως, τίποτα δεν μοιάζει να μπορεί να ησυχάσει τη φωνή του Νίκου Πουρσανίδη, που διανύει ίσως την πιο πυκνή, παραγωγική και ευτυχή περίοδο της πορείας του ως ηθοποιός.

Αλλά στον Νίκο Πουρσανίδη δεν φτάνει να είναι ηθοποιός, θέλει να είναι πολύ-δημιουργός – και το κάνει. Πρωταγωνιστεί σε νέα σειρά της Amazon και τον Δεκέμβριο προωθεί την κυκλοφορία του δεύτερου βιβλίου. Γράφει σενάριο για μίνι σειρά με μέντορα τον Γκαμπόρ Κίρκλερ – ναι, τον πρώην διευθυντή στο HBO – και έχει ήδη ολοκληρώσει το πρώτο κινηματογραφικό του σενάριο. Παίζει στο θέατρο – μόλις έκαναν πρεμιέρα στο θέατρο Μαβίλη τα «Άσπρα άλογα» του Ίψεν όπου και πρωταγωνιστεί – παίζει σε σειρά του Alpha, αλλά στο βιογραφικό της τελευταίας δεκαετίας έχει συνεργασίες με τον Μάρτιν Σκορσέζε, τον Στίβεν Φρίαρς, τον Μάρτιν Κάμπελ.

Όλα άρχισαν πολύ νωρίς για τον Νίκο Πουρσανίδη, όταν μόλις στα 18 του χρόνια, θα γινόταν ο επίλεκτος του Θόδωρου Αγγελόπουλου για το «Λιβάδι που δακρύζει»  (και μάλιστα χωρίς κάστινγκ) αποσπώντας υποψηφιότητα Α’ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ της Μπερλινάλε∙ κι αυτό είναι ένα φως που ακόμα λάμπει στο βλέμμα και στην ψυχή του. Το καλό είναι πως το φως έκτοτε δεν έσβησε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΆσπρα Άλογα: Το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης στο Θέατρο Μαβίλη με το σπουδαίο ιψενικό έργο12.09.2018

Πριν από χρόνια, μου λέει, πως είχε αγοράσει μια μηχανή για τις μετακινήσεις του, ξέροντας πως θα την αφήσει ‘κληροδότημα’ στον αδερφό του, τον διεθνή ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Ηλία Πουρσανίδη. «Στη ζωή μου, όλα συνέβαιναν κάτω από ένα σχέδιο φυγής» παραδέχεται, εξηγώντας γιατί άφησε τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου για να μπει για δύο χρόνια στο σετ του Θόδωρου Αγγελόπουλου, γιατί άφησε το ποδόσφαιρο – και φυσικά τον Ολυμπιακό –  αλλά και τις σπουδές στο Ιστορικό Τμήμα του Ιονίου Πανεπιστημίου για να γίνει ηθοποιός, γιατί άφησε την Ελλάδα για την Αγγλία και τούμπαλιν, γιατί άφησε (για λίγο το θέατρο) για να παίξει σε ιρανικό φιλμ. Ο Νίκος Πουρσανίδης έχει πολλές δημιουργικές πατρίδες και καταγωγές και, ενώ ξέρει ότι ζητάει πολλά από τον εαυτό του και τους άλλους, δεν προτίθεται να εγκαταλείψει καμία. Ανήκει όπου ανήκουν και οι επιθυμίες του.

Τα ρούχα της φωτογράφισης είναι THE BOSTONIANS

Στα 18 σου χρόνια συνεργάστηκες με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και ήταν σαν να σου δόθηκε μια ευχή. Ήξερες ότι ο κινηματογράφος θα σε απορροφήσει;

Έκτοτε μέχρι σήμερα το σινεμά είναι το σπίτι μου. Μάλιστα, πριν τον Αγγελόπουλο και το «Λιβάδι που δακρύζει», συνεργάστηκα στο «Κάθε Σάββατο» με τον Βασίλη Βαφέα, στο πλευρό του Κώστα Βουτσά – τότε ήμουν ακόμα μαθητής Β’ Λυκείου. Θυμάμαι πως, πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα, ο Θόδωρος με είχε πάρει τηλέφωνο για τα γενέθλια μου, λέγοντας μου: «εύχομαι αυτή η ταινία να σε μεγαλώσει αλλιώς». Και όντως έτσι έγινε, με καθόρισε πάρα πολύ, αισθητικά και σε επίπεδο στόχων: συνειδητοποίησα τι θέλω να κυνηγήσω, πως θα ξαναβρώ αυτό το επίπεδο συνεργασίας.

Είχες θέσει στόχους για το που θέλεις να υπάρχεις από τόσο νωρίς;

Ναι, αλλά ενστικτώδικα και αυθόρμητα. Φοιτούσα στο πρώτο έτος της δραματικής του Εθνικού και ‘τρωγόμουν’ να φύγω. ‘Καιγόμουν’ να κάνω μια ταινία. Φαντάζεσαι πως αισθάνθηκα όταν με επέλεξε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Ομολογώ πως δεν σκέφτηκα το κόστος του να αφήσω τη σχολή, απλώς έφυγα. Ξέρεις, μπορεί φαινομενικά να φαίνομαι ήρεμος άνθρωπος, αλλά την ίδια ώρα είμαι πολύ περιπετειώδης. Θέλω να αλλάζω, να φεύγω – όπως έφυγα και έζησα στην Αγγλία για τέσσερα χρόνια, όπως πήγα στο Ιράν για να γυρίσω ταινία. Συνεπώς, αφήνοντας το Εθνικό δεν το σκέφτηκα ούτε δεύτερη φορά. Στα δύο χρόνια γυρισμάτων του «Λιβαδιού» αισθανόμουν τόσο μικρός μπροστά στην εμπειρία του Αγγελόπουλου κι εκείνος προσπαθούσε να με καθησυχάσει, μου έλεγε «ηρέμησε, έχεις χρόνια μπροστά σου. Μην ανησυχείς, περίμενε. Όταν βγει η ταινία θα έχεις μια ταυτότητα». Και 22 χρόνια μετά, η ταυτότητα αυτή με ακολουθεί. Ο Αγγελόπουλος μου προσέφερε μια ανεπανάληπτη έμπνευση και είναι, μερικές φορές, που νιώθω γραφικός αναφέροντας τον, τόσο συχνά, μετά από τόσα χρόνια.

Το σινεμά είναι το σπίτι μου

Αλλά τον βρίσκεις διαρκώς μπροστά σου…

Μα ναι! Ξαφνικά πήγα στο Ιράν και όλο το συνεργείο με αναγνώριζε από το «Λιβάδι»∙ όλοι γνώριζαν αναλυτικά τη φιλμογραφία του Αγγελόπουλου, μου τραγουδούσαν τη μουσική της Καραΐνδρου και μου έδειχναν βίντεο με κολάζ από τις ταινίες του. Τέτοια αποδοχή για τη δουλειά μου δεν έζησα ούτε στην Ελλάδα, ούτε αλλού. Αλλά και σε όλες τις συνεργασίες μου στο εξωτερικό, οι συνεργάτες του Σκορσέζε, του Σορεντίνο, του Μπελόκιο, του Γκουαντανίνο με ξέρουν και μου μιλούν γι’ αυτήν την παρουσία μου στο «Λιβάδι». Ο πρώτος βοηθός του Μάτι Λεσέν – του σκηνοθέτη της σειράς του Σκορσέζε – μου έλεγε πόσο πολύ ήθελε να δουλέψει με τον Θόδωρο, ειδικά στον «Μελισσοκόμο». Μέχρι που πρόφερε τον τίτλο της ταινίας στα ελληνικά.

Ο Νίκος Πουρσανίδης πρωταγωνιστεί στο έργο του Ερρίκου Ίψεν «Άσπρα Άλογα» που ανεβαίνει στο θέατρο Μαβίλη, σε νέα σκηνική ανάγνωση του Νικορέστη Χανιωτάκη, καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κρήτης.

Ήσουν μόνο 18 ετών. Μετά τον Αγγελόπουλο, μετά την υποψηφιότητα Α΄Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βερολίνου, πώς διαχειρίστηκες όσα ακολούθησαν;

Δεν ήταν εύκολο. Μόνο τα τελευταία – αρκετά – χρόνια ξαναζώ αντίστοιχα πράγματα. Πήγα στο Βερολίνο – με την Φράνσις ΜακΝτόρμαντ πρόεδρο της κριτικής επιτροπής. Μετά στα Ευρωπαϊκά Βραβεία όπου κινούμουν με τη λιμουζίνα του Ιταλού παραγωγού μας Παγκάνι, στην οποία επέβαινε και Γουόνγκ ΚαρΒάϊ. Έχω εικόνες από συνομιλίες με τον Φατίχ Ακίμ – που τότε έκανε την πρώτη του μεγάλη επιτυχία –  τον Βιμ Βέντερς, τον Πέδρο Αλμοδόβαρ, τον Μάικ Λι. Θυμάμαι, επίσης, πως ενώ όλοι φορούσαμε tuxedos, εμφανίστηκε από μακριά ο Νικίτα Μιχάλκοφ με μπουρνούζι και πούρο. Έχοντας ζήσει όλα αυτά στο ντεμπούτο μου εκτός Ελλάδας, αναρωτιόμουν πως θα ξαναβρεθώ στη ίδια θέση.

Μπορεί φαινομενικά να φαίνομαι ήρεμος άνθρωπος, αλλά την ίδια ώρα είμαι πολύ περιπετειώδης. Θέλω να αλλάζω, να φεύγω

Στα μάτια σου όλα αυτά είχαν μια προσδοκία ή ήσουν γειωμένος;

Τότε, απλώς προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω όσα συνέβαιναν. Αυτό το έφερα και στη συνέχεια. Δεν δυσκόλεψα τη ζωή μου, αλλά σίγουρα την έκανα να μοιάζει με πρόκληση. Δυστυχώς, στο ξεκίνημα μου, δεν είχαμε ατζέντηδες στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να διαχειριστώ το επόμενο βήμα. Οπότε αποφάσισα να δουλέψω με τον εαυτό μου: επέστρεψα στη δραματική σχολή, του Γιώργου Αρμένη αυτή τη φορά, γιατί ήθελα να βελτιωθώ, γιατί δεν ήθελα να πάρουν τα μυαλά μου αέρα: δεν ήθελα να αρχίσω να κάνω σειρές, φοβούμενος μήπως γλυκαθώ από τα χρήματα και μετά αρνούμαι να φύγω. Δεν μου επέτρεπα να εξαργυρώσω έτσι το «Λιβάδι». Έκανα, φυσικά, ένα σίριαλ, την «Πολυκατοικία», το διασκέδασα, έβγαλα χρήματα, τα οποία μας επέτρεψαν να φύγουμε με την Κατερίνα (τη σύντροφό του) για την Αγγλία. Κι όταν πια δούλεψα με τον Στίβεν Φρίαρς – τον πρωτοείδα στο σετ με την τραγιάσκα του να πίνει καφέ, θυμίζοντας μου τον Αγγελόπουλο – έμοιαζε να υπάρχει μια συνέχεια. Ένιωσα για πρώτη φορά ότι επέστρεψα στο σινεμά, ακόμα και με μικρό ρόλο.

“Δεν δυσκόλεψα τη ζωή μου, αλλά σίγουρα την έκανα να μοιάζει με πρόκληση” εξηγεί ο Νίκος Πουρσανίδης αναφορικά με τις ευκαιρίες που κυνήγησε.

Μικραίνεις όσα κάνεις, ως προσωπική άσκηση;

Όχι. Απλώς με την ίδια ευκολία που θα πω ότι εκεί συμμετείχα με ένα μικρό ρόλο, θα πω ότι στο άλλο είμαι πρωταγωνιστής.

Και, τώρα, είσαι πρωταγωνιστής σε σειρά με παραγωγό την Amazon, σωστά;

Ναι.

Έχεις συνεργαστεί με τους Σκορσέζε, Κάμπελ, Φρίαρς, με την ομάδα του Σορεντίνο, έχεις ένα σημαντικό βιογραφικό. Και αναρωτιέμαι: είναι η συνέχεια του νεανικού ονείρου, είναι η επαλήθευση του ταλέντου και της εργατικότητας; Τι από όλα αυτά;

Είναι όλα αυτά και πολλά ακόμα συναισθήματα που δεν μπορώ να βάλω σε λέξεις. Το σινεμά είναι οι ρίζες μου. Κάποτε ο Αγγελόπουλος φρόντισε να γνωρίσω τον Χάρβεϊ Καϊτέλ, γιατί ήξερε πως αγαπούσα πολύ τη δουλειά του Σκορσέζε. Γνωριστήκαμε, λοιπόν, ένα βράδυ στην Επίδαυρο και άρχισε να με ρωτάει «αν είμαι εγώ που θέλω να δουλέψω με τον Ντε Νίρο». Χαιρετώντας τον,  μου είπε: «μόλις σε δουν θα σε πάρουν». Δεν έγινε ακριβώς έτσι, αλλά ένιωσα μια πλήρωση όταν δούλεψα στο «Saints», στη σειρά του Μάρτιν Σκορσέζε και άκουσα γενναιόδωρους επαίνους από όλη την ομάδα του. Ήταν φοβερά συγκινητικό.

Θα ήθελα να συνεργαστώ με τον Κρίστοφερ Νόλαν. Και μια ακόμα επιθυμία, για να γίνει ένα άλλο full circle, είναι να δουλέψω με τον Φατίχ Ακίν και τον Πάολο Σορεντίνο

Για να μην χρησιμοποιήσω τον κακοποιημένο όρο της διεθνούς καριέρας, αφιερώνεις ένα μεγάλο κομμάτι του εργασιακού σου χρόνου εκτός Ελλάδος και σε υψηλή κλίμακα. Με ποιους άλλους σκηνοθέτες θα ήθελες πολύ να βρεθείς;

Με τον Κρίστοφερ Νόλαν. Επίσης, η αλήθεια είναι πως πολλοί συνάδελφοι από το εξωτερικό πίστευαν ότι θα ταιριάζαμε με τον Τομ Κρουζ ως φιλοσοφία δουλειάς. Προοριζόμουν, άλλωστε, να παίξω στο «Age of Tomorrow», το 2014. Είχα προετοιμαστεί για ένα μικρό ρόλο, μα την τελευταία στιγμή άλλαξε το σενάριο και κόπηκαν αρκετοί ρόλοι. Δεν πειράζει, έφτασα κοντά. Και μια ακόμα επιθυμία, για να γίνει ένα άλλο full circle, είναι να δουλέψω με τον Φατίχ Ακίν και τον ίδιο τον Πάολο Σορεντίνο.

“Ενιωσα μια πλήρωση όταν δούλεψα στο «Saints», στη σειρά του Μάρτιν Σκορσέζε και άκουσα γενναιόδωρους επαίνους από όλη την ομάδα του. Ήταν φοβερά συγκινητικό”, ομολογεί.

Ας γυρίσουμε πίσω: πώς πήρες την απόφαση να φύγεις για την Αγγλία;

Έκανα αυτό που είχε παρατηρήσει σε μένα ο Βαφέας: αντιμετώπισα τα πράγματα ως αριστούργημα, ακόμα και τη μεγαλύτερη χαζομάρα. Φυσικά, όχι χωρίς κόστος.

Πώς συνοψίζεις σήμερα την εμπειρία του Λονδίνου;

Καταρχάς, στο Λονδίνο αποκτήσαμε τον γιο μας. Από εκεί και πέρα,  απέκτησα μια μεγάλη ωριμότητα και σιγουριά∙ την αίσθηση ότι αξίζω κάποια πράγματα. Στο Λονδίνο ένιωσα πως έκανα το αγροτικό μου, με απασχολούσε τρομερά να αποδίδω σε ό,τι κάνω κι αυτό μου έμαθε πολλά. Δεν δούλευα κάπου για τα λεφτά, έκανα τα πάντα ολόψυχα. Απόκτησα μια φοβερή εμπειρία πάνω στη δουλειά μου, συμμετείχα σε πολλές παραστάσεις και στο West End, εξοικειώθηκα πολύ με τη γλώσσα, ήμουν έτοιμος να μπω σε κάθε σετ.

Πόσο δύσκολο ήταν, μετά από τέσσερα χρόνια, να τ’ αφήσεις όλα αυτά;

Το κριτήριο ήταν να μεγαλώσει εδώ ο γιος μας, κοντά στους παππούδες του, σε μια πιο ανθρώπινη πόλη, με καλύτερο καιρό. Επίσης, στο Λονδίνο είχα αρχίσει να γράφω και να έχω επαφές για τα βιβλία και για τα σενάρια μου, την ώρα που είχα καλές προτάσεις να εργαστώ εδώ ως ηθοποιός. Αισθάνθηκα ότι αν συνέχιζα να αρνούμαι δουλειές στη χώρα μου, θα με άφηνε εντελώς. Ωστόσο, το πιο δύσκολο ζήτημα που προέκυψε αφορούσε στην Κατερίνα, η οποία στο Λονδίνο είχε αρχίσει να εργάζεται ως ατζέντισσα, με καλά αποτελέσματα. Ευτυχώς, με σταθερά βήματα, ίδρυσε το δικό της γραφείο στην Αθήνα και τώρα τα πάει περίφημα.

Αντιμετώπιζα πάντα τα πράγματα ως αριστούργημα, ακόμα και τη μεγαλύτερη χαζομάρα. Φυσικά, όχι χωρίς κόστος

Αναρωτιέμαι, όμως, για τις ευκαιρίες που έχασες φεύγοντας από την πηγή των γεγονότων.

Είχα μια πολύ σπουδαία ατζέντισσα στο Λονδίνο, την Τζιν Ντάϊμοντ με θητεία σε ηθοποιούς του Μπέργκμαν, με τον Ρότζερ Μουρ και τον Ρίτσαρντ Τσάμπερλέϊν στο πελατολόγιο της. Η Τζιν προσπαθούσε να με αποτρέψει. Όμως, το δίλημμα δεν ήταν Λονδίνο ή Αθήνα, αλλά το ότι πάνω από την καριέρα έβαλα την οικογένεια μου. Όσο φιλόδοξος κι αν είμαι, αυτό είναι το κυριότερο κομμάτι της ζωής μου, η βάση της οικογένειας. Κι έχω μεγαλώσει έτσι. Δεν είναι τυχαίο πως και τα τρία αδέρφια Πουρσανίδη έχουμε κάνει οικογένεια.

Για την εμπειρία του στο Λονδίνο: “Εκεί ένιωσα πως έκανα το αγροτικό μου, με απασχολούσε τρομερά να αποδίδω σε ό,τι κάνω κι αυτό μου έμαθε πολλά. Δεν δούλευα κάπου για τα λεφτά, έκανα τα πάντα ολόψυχα”.

Πώς ισορρόπησες ανάμεσα στην ευρωπαϊκή κουλτούρα εργασίας και την ελληνική;

Πριν από κάποια χρόνια έκανα μια ταινία με τον Μάρτιν Κάμπελ, ο οποίος έχει σκηνοθετήσει, μεταξύ πολλών άλλων, το «Casino Royal» με διευθυντή φωτογραφίας τον Ντέϊβιντ Τάτερσαλ – ο οποίος με τη σειρά του έχει υπογράψει ταινίες του «Starwars», το «Πράσινο μίλι» κ.α. Παράλληλα, δούλευα για μια σειρά την Ελλάδα. Στη διάρκεια των γυρισμάτων, οι Έλληνες οπερατέρ τραβούσαν τη σκηνή και ταυτόχρονα μιλούσαν στο κινητό τους, το οποίο βρήκα απόλυτα αντιεπαγγελματικό. Γιατί έχω μάθει να αντιμετωπίζω κάθε συνεργείο με τον ίδιο σεβασμό. Ρώτησα, λοιπόν, τον Έλληνα οπερατέρ «γιατί με γράφεις;». Δεν ξέρω αν ακούστηκε ως έπαρση ή ως ακραία ειλικρίνεια, αλλά δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Χρειάζεται, λοιπόν, μια διαχείριση ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες που ζω και αυτό είναι ίσως το πιο απαιτητικό πράγμα που πρέπει να κάνω. Θυμάμαι κάτι χαρακτηριστικό: στο British Film Institute, όταν ο Αγγελόπουλος ρωτήθηκε από δημοσιογράφους για τη συγγένεια του με τον Ταρκόφσκι, απάντησε: «έχετε δει το ‘Τοπίο στην Ομίχλη’ όπου εμφανίζεται ένα χέρι πάνω από τον Θερμαϊκό και λείπει ο δείκτης του; Αν την ίδια ταινία σκηνοθετούσε ο Αντρέϊ το χέρι θα έδειχνε». Αυτή η φράση του Αγγελόπουλου, λοιπόν, μας λέει πως δεν έχει σημασία ποιος δημιουργός κάνει καλύτερα κάδρα, αλλά ποια είναι η φιλοσοφία του πίσω από αυτό που κάνει.

Το δίλημμα δεν ήταν Λονδίνο ή Αθήνα, αλλά το ότι πάνω από την καριέρα έβαλα την οικογένεια μου. Όσο φιλόδοξος κι αν είμαι, αυτό είναι το κυριότερο κομμάτι της ζωής μου

Πώς έχει διαμορφωθεί η δική σου φιλοσοφία, πίσω από καθετί που κάνεις;

Θέλω να πιστεύω πως ότι κάνω είναι – αν όχι αριστούργημα – κάτι σημαντικό. Κι αυτό έχει πολύ μεγάλο κόστος, γιατί δεν με αφήνει να κάνω εκπτώσεις. Εκτός πια κι αν το σώμα μου δεν αντέχει άλλο. Πιστεύω, πάντως, ότι πρέπει να έχεις μια πυρετική σχέση με κάθε εγχείρημα, να έχεις σεβασμό προς τον εαυτό σου και τους άλλους. Αν θέλεις να αφήσεις ένα αποτύπωμα, έχει κόστος.

Σχετικά με την επιστροφή στην Ελλάδα: “Αισθάνθηκα ότι αν συνέχιζα να αρνούμαι δουλειές στη χώρα μου, θα με άφηνε εντελώς”.

Μου φαίνεται ακόμα πιο προκλητικό ότι αυτό το καταφέρνεις σε μια ελληνική νοοτροπία που θέλει να κατατάσσει τους ηθοποιούς. Και το λέω γιατί δουλεύεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, παίζεις και γράφεις, κάνεις σινεμά και θέατρο.

Με έχουν στηρίξει πολλοί άνθρωποι σε αυτό: έχει χρειαστεί να φύγω από σειρά του Βασίλη Θωμόπουλου ο οποίος με βοήθησε, όπως έχει χρειαστεί να φύγω από παράσταση για να πάω στο Ιράν και ο Νικορέστης Χανιωτάκης με αντικατέστησε. Ήθελα πάντα να ξαναβρώ το όνειρο μου και να κάνω μεγάλες ταινίες. Αυτό με έκανε λιγότερο συγκεκριμένο για το πού ανήκω∙ και μόνο τώρα τελευταία σταθεροποιούμαι. Χρειάστηκε καιρός για να δουλέψω στο εξωτερικό σε διάφορα project, να αισθανθώ καλά με τον εαυτό μου και να πω «τώρα θα αφοσιωθώ στο θέατρο».

Εκτός από χρόνος τι άλλο χρειάστηκε; Περισσότερη συνειδητότητα;

Πάντα ψάχνω πράγματα που με μετακινούν ως ηθοποιό και ως άνθρωπο. Νιώθω ότι είμαι σε μια ηλικία όπου όλες μου οι ασχολίες ενώνονται. Δεν μπορώ να με τοποθετήσω κάπου και δεν θέλω. Φυσικά, απαιτεί περισσότερη δουλειά να με αποδεχτεί ο κόσμος ως ανένταχτο, ή ως ένα δημιουργό με μεγάλη γκάμα – ακόμα κι αν κάποιες φορές αποτυγχάνω. Τελευταία ένιωσα πως όσο και να επιδιώκω τη δουλειά στο εξωτερικό, είναι μεγάλο πράγμα να κάνω κάτι στη γλώσσα μου.

Πιστεύω, ότι πρέπει να έχεις μια πυρετική σχέση με κάθε εγχείρημα, να έχεις σεβασμό προς τον εαυτό σου και τους άλλους. Αν θέλεις να αφήσεις ένα αποτύπωμα, έχει κόστος

Γι’ αυτό κι επιμένεις στο θέατρο;

Είναι σημαντική για μένα η συνεργασία μας με το Νικορέστη (Χανιωτάκη) – αν και δέχομαι κι άλλες προτάσεις από σκηνοθέτες τους οποίους εκτιμώ και, εν καιρώ, θα συνεργαστούμε. Έχουμε βρει ένα σημείο επαφής όπου ωριμάζουμε μαζί ως άνθρωποι και καλλιτεχνικά, σαν να είμαστε ομάδα. Τα φετινά «Άσπρα άλογα» είναι μια συνέχεια του «Πουπουλένιου», που είχε τόσο μεγάλη αποδοχή.

Δουλεύει στην Ελλάδα γιατί “όσο και να επιδιώκω τη δουλειά στο εξωτερικό, είναι μεγάλο πράγμα να κάνω κάτι στη γλώσσα μου”.

Θα έλεγες πως έχεις καταφέρει να σε αποδεχθούν με τους όρους σου.

Σε ένα μεγάλο βαθμό, ναι. Το μόνο που έχει μείνει σε εκκρεμότητα είναι να με δεχθούν ως δημιουργό στην τηλεόραση. Αν και τα σενάρια μου προχωρούν, το ένα ήδη ετοιμάζεται ως συμπαραγωγή.

Είσαι ικανοποιημένος με την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα, μην προδίδοντας τον τρόπο σου;

Αυτή τη στιγμή κάνω όλα όσα με εκφράζουν, από το θέατρο και τα «Άσπρα άλογα», το «Για σένα», τη σειρά στον Alpha, τη σειρά στην Amazon, τα γραπτά μου. Έχω ρίξει πολλή δουλειά.

Τα κυνήγησες όλα αυτά;

Η τύχη με συνάντησε κατά την επιλογή μου από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Από εκεί και πέρα έχω κυνηγήσει το καθετί και έχω κοπιάσει πάρα πολύ.

Ήθελα πάντα να ξαναβρώ το όνειρο μου και να κάνω μεγάλες ταινίες. Αυτό με έκανε λιγότερο συγκεκριμένο για το πού ανήκω

Που αισθάνεσαι πιο αποτελεσματικός από όλες τις ενασχολήσεις σου;

Είμαι πιο πολύ ο εαυτός μου όταν γράφω.

Πώς ξεκίνησε αυτό;

Έγραφα από μικρός. Κι όταν έκανα την πρώτη μου παράσταση, τον «Ήχο του όπλου» έγραψα γράμμα στη Λούλα Αναγνωστάκη για τις σκέψεις μου πάνω στο ρόλο. Τότε με κάλεσε να γνωριστούμε, όπου μου είπε «αυτό θα ήθελα να το έχω γράψει εγώ». Συστηματικά, πάντως, άρχισα να γράφω στο Λονδίνο∙ εκεί ένιωσα ότι έπρεπε να ακουστεί η δική μου φωνή. Στη συνέχεια, γνώρισα την πρόεδρο του Θεάτρου Τέχνης Καλή Παγουλάτου-Κυπαρίσση που με ενθάρρυνε πολύ, ζητώντας να της στείλω δείγματα δουλειάς μου. Αμέσως με έφερε σε επαφή με τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο κι έτσι εξέδωσαν το «Πέρα από το δάσος/Μαγεμένη καρυδιά» – το οποίο βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας.

Για την γνωριμία του με τη Λούλα Αναγνωστάκη: Όταν έκανα την πρώτη μου παράσταση, τον «Ήχο του όπλου» έγραψα γράμμα στη Λούλα Αναγνωστάκη για τις σκέψεις μου πάνω στο ρόλο. Τότε με κάλεσε να γνωριστούμε, όπου μου είπε «αυτό θα ήθελα να το έχω γράψει εγώ»”.

Ακούγοντας σε συνειδητοποιώ πως ό,τι κάνεις είναι σε ένα πλαίσιο διάκρισης. Ψωνίστηκες ποτέ;

Αφού δεν ψωνίστηκα με τον Αγγελόπουλο ή μετά όταν έπαιζα στα «Εγκλήματα» – και με φώναζαν στο δρόμο με το μικρό μου όνομα – δεν θα το πάθω ποτέ. Γιατί τότε ήμουν μόλις 18. Το μόνο μου άγχος, πλέον, είναι αν όλα αυτά που υπηρετώ μπορούν να συνδυαστούν μέσα μου. Καταλήγω πως είμαι πολύ-δημιουργός.

Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σου βήματα;

Έχω γράψει το δεύτερο μου βιβλίο, το οποίο θα κυκλοφορήσει, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, και πάλι από τις εκδόσεις «Καλειδοσκόπιο», με τίτλο «Ο μύθος του μοναχικού Αϊ Γιώργη». Αφορά στην ιστορία ενός αξιωματικού στη διάρκεια της γενοκτονίας των Ποντίων, ο οποίος επιστρέφοντας στο χωριό του διαπιστώνει πως το μόνο που έχει μείνει άθικτο είναι η σέλα του αλόγου του. Παίρνει την απόφαση να σώσει συμπατριώτες του κι έτσι δημιουργείται ένας τοπικός μύθος πως επέστρεψε ο Αϊ Γιώργης, εκδικητής, αναζητώντας το άλογο του.

Πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Φαντάζομαι έχεις κάνει ιστορική έρευνα.

Εκτενή έρευνα. Βλέπεις, είχα περάσει στο Ιστορικό Τμήμα του Ιόνιου Πανεπιστημίου. Μάλλον, θα ήμουν ιστορικός, αν δεν ήμουν ηθοποιός!

Δεν μπορώ να με τοποθετήσω κάπου και δεν θέλω. Φυσικά, απαιτεί περισσότερη δουλειά να με αποδεχτεί ο κόσμος ως ανένταχτο, ή ως ένα δημιουργό με μεγάλη γκάμα

Δεν ξέρω που να σταθώ στην πολυπραγμοσύνη σου! Έχει και συνέχεια;

Σεναριακά, έχω γράψει μια σειρά με τίτλο ο «Βοσκός», την οποία έχει αναλάβει η Filmiki, κι έχει να κάνει με ένα βοσκό, ο οποίος ανακαλύπτει κοντά στο μαντρί του στη Βεργίνα έναν αρχαίο τάφο. Αυτή είναι μια μίνι σειρά για την οποία έχω ως μέντορα μου τον Γκαμπόρ Κίρκλερ – πρώην διευθυντή στο HBO – που μου εμπιστεύτηκε πως είναι πως είναι ένα από τα καλύτερα σενάρια που έχει διαβάσει. Ξέρω ότι ακούγεται υπερφίαλο, αλλά όταν παίρνω τέτοια σχόλια από καταξιωμένους ανθρώπους, ανακτώ το κουράγιο μου.

Έχεις γράψει και σενάριο για τον κινηματογράφο;

Ναι. Προηγουμένως, θα σκηνοθετήσω ως ταινία μικρού μήκους την «Μεγάλη Καρυδιά». Ξέρεις, καταλαβαίνω πως ζητάω πολλά κι από μένα και από το κοινό. Καταλαβαίνω πως δεν είναι εύκολο να γίνουν όλα.

Για την πολιτική του εμπλοκή: “Ανήκω στα ιδρυτικά μέλη της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Και θεωρώ πως ο καλλιτέχνης πρέπει να παίρνει θέση, όπως, λόγου χάρη, παίρνει θέση ο Χαβιέ Μπαρδέμ”.

Για την ώρα, μια στάση στο  θέατρο με τον Ίψεν στα «Άσπρα άλογα». Υποδύεσαι έναν ήρωα προοδευτικό, παρότι αστό. Είσαι κι εσύ ιδεολόγος;

Ταυτίζομαι με τον ουμανισμό του Ρόσμερ. Είναι πάστορας, παραιτείται από την εκκλησία, χάνει την πίστη του, αλλά όσα πρεσβεύει είναι βαθιά ανθρώπινα. Μιλάει για ισότητα, αγάπη και χαρά. Και είμαι μαζί του. Δυστυχώς, είμαι μαζί του και στο κομμάτι όπου τον απογοητεύει η πραγματικότητα.

Είσαι πολιτικά ενεργός;

Ανήκω στα ιδρυτικά μέλη της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Και θεωρώ πως ο καλλιτέχνης πρέπει να παίρνει θέση, όπως, λόγου χάρη, παίρνει θέση ο Χαβιέ Μπαρδέμ. Εξάλλου, όλα αυτά που γράφω έχουν κοινωνικό βάρος, είναι πολιτειακά παρόντα. Κι αυτό αισθάνομαι πως λείπει πάρα πολύ από την ελληνική τηλεοπτική παραγωγή. Γιατί τα σίριαλ δεν μιλούν γι’ αυτό που ζούμε;

Είμαι πιο πολύ ο εαυτός μου όταν γράφω

Τι απαντάς;

Πως δεν υπάρχει τόλμη, παρά μόνο δικαιολογίες που ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχουν σενάρια. Αλλά, όπως έχει ο Τζον Κασαβέτης, μέσα από τις ιστορίες πρέπει ο θεατής να νιώθει ζεστασιά, οικειότητα, να βλέπει έναν ήρωα με περισσότερα κότσια από τον ίδιο, να εμπνευστεί. Αυτό λείπει από παντού. Λόγου χάρη, το κινηματογραφικό σενάριο που ετοιμάζω αφορά στον Έλληνα μποξέρ, Αντώνη Χριστοφορίδη, που ήταν Ευρωπαίος πρωταθλητής, εντούτοις η ιστορία του παραμένει σχεδόν άγνωστη. Κέρδισε τον Γερμανό πρωταθλητή μπροστά στον Χίτλερ, ο οποίος δεν άντεχε να βλέπει την ήττα και αποχώρησε. Και καθώς το στάδιο ήταν γεμάτο SS, ο διαιτητής φοβόταν να τον ανακηρύξει νικητή. Κι αυτός ο άνθρωπος ήταν πρόσφυγας της Μικράς Ασίας, κυνηγημένος ως Τουρκόσπορος. Ποιος θα παρακολουθήσει αυτή την ιστορία και δεν θα εμπνευστεί;

Εφόσον εμπλέκεσαι με την πολιτική, σημαίνει πως διατηρείς την ελπίδα σου.

Έχω ελπίδα αλλαγής και την πεποίθηση ότι μπορώ κι εγώ να παλέψω. Όμως, δεν θα κατέβαινα υποψήφιος. Εμπλέκομαι ήδη με την πολιτική, μέσα από την τέχνη μου. Οι ήρωες που υποδύομαι είναι σχεδόν πάντα ιδεολόγοι.

Πως ξεκίνησαν όλα; “Ως παιδί ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής. Ήμουν, εξάλλου, στους μικρούς του Ολυμπιακού. Αλλά στο σχολείο, οι δάσκαλοι μου, με παρότρυναν να γράφω. Τελικά, αποφάσισε ο Αγγελόπουλος για μένα. Κι όλο αυτό μοιάζει σαν η ζωή να μου έδωσε πάσες”, λέει.

Η πατρότητα, άρα και το μέλλον του παιδιού σου, σε έστρεψε στην ενεργή σκέψη ή ήσουν πάντα έτσι;

Ήμουν πάντα έτσι. Δεν ήμουν ονειροπόλος, πίστευα και πιστεύω στη δικαιοσύνη έξω από κόμματα.

Έχω ελπίδα αλλαγής και την πεποίθηση ότι μπορώ κι εγώ να παλέψω. Όμως, δεν θα κατέβαινα υποψήφιος

Ο γιος σου πόσο σε άλλαξε;

Ένιωθα σαν να ήμουν πάντα έτοιμος να γίνω πατέρας – παρότι κάνω πολλά λάθη στο μεγάλωμα του. Εκείνο που προσπαθώ είναι να μην δουλεύω τόσο πολύ ώστε να έχω χρόνο μαζί του.

Η πρώτη κενή ώρα διατίθεται στην οικογένεια σου;

Πάντα. Θυμάμαι πως από πολύ μικρός, μαθητής στη σχολή, μόλις τελείωνε το μάθημα έφευγα για να μείνω μόνος μου. Από τότε που γνώρισα την Κατερίνα και αποκτήσαμε το γιο μας, φεύγω από τη δουλειά και επιστρέφω στον πλανήτη μου.

Έχεις αφήσει κάτι άπιαστο;

Θέλω να δω τον γιο μου να μεγαλώνει όπως θέλει εκείνος και θέλω να εξελιχθώ ακόμα περισσότερο ως δημιουργός. Γιατί όλα όσα συζητάμε, τα προσπαθώ εδώ και πολλά χρόνια, με μεγάλη συνέπεια. Προς τα εκεί θέλω να στρίβω τη ζωή μου, γι’ αυτό και έχω πει πολλά «όχι» που, στην αρχή μετάνιωσα για βιοποριστικούς λόγους, αλλά τελικά με δικαίωσαν.

Ένιωθα σαν να ήμουν πάντα έτοιμος να γίνω πατέρας – παρότι κάνω πολλά λάθη στο μεγάλωμα του

Τελικά, από το Ιστορικό πως κατέληξες στην υποκριτική; Σε επηρέασε, ο αδερφός σου, ο ηθοποιός Δημήτρης Αλεξανδρής;

Για να πω την αλήθεια, ως παιδί ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής, όπως ο άλλος αδερφός μου, ο Ηλίας (Πουρσανίδης). Ήμουν, εξάλλου, στους μικρούς του Ολυμπιακού και θα μπορούσα να συνεχίσω για την Εθνική. Αλλά στο σχολείο, οι δάσκαλοι μου, με παρότρυναν να γράφω. Τελικά, αποφάσισε ο Αγγελόπουλος για μένα. Κι όλο αυτό μοιάζει σαν η ζωή να μου έδωσε πάσες.

Αν γυρνούσες πίσω, τι θα διάλεγες: Ολυμπιακό ή Αγγελόπουλο;

Ευτυχώς για μένα, ο Αγγελόπουλος ήταν ο Ολυμπιακός του ελληνικού σινεμά. 

Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης

Προσθήκη του monopoli.gr στην Google
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ο Νίκος Πουρσανίδης πρωταγωνιστεί στα “Άσπρα άλογα” του Ερρίκου Ίψεν, που ανεβαίνουν στο θέατρο Μαβίλη (Δορυλαίου 10-12) σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης.

Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης


Σκηνικά: Άννα Μαχαιριανάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού
Πρωτότυπη μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Βοηθός σκηνοθέτη: Βαρβάρα Μακράκη
Παίζουν επίσης: Αντριάννας Ανδρέοβιτς, Ελένη Κρίτα, Γεράσιμος Σκαφίδας, Νικορέστης Χανιωτάκης, Νικήτας Τσακίρογλου.

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή: 21.00, Σάββατο: 18.15, 21.00, Κυριακή: 19.00


Προπώληση εισιτηρίων: more.com

Ομάδα παραγωγής

Art Director, Fashion Editor: Σίσσυ Σουβατζόγλου


Photographer: Θανάσης Καρατζάς
Production Director: Μάρη Τιγκαράκη
Video editor: Μαρία Βαλτζάκη
Hair & Make up: Νίκος Καζής
Assistant Stylist: Στεφανία Δεκαβάλλα
Commercial team: Unique Era Agency
SOME: Φίλια Λεκαράκου
Tα ρούχα της φωτογράφισης είναι THE BOSTONIANS 

Προσθήκη του monopoli.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google
Περισσότερα από Πρόσωπα
Σχετικά Θέματα
Art & Culture
Ο Ρομπέν των δασών θέλει να ζήσει στην πόλη των δέντρων
Πρόσωπα
Magic de Spell: Υπάρχει κοινωνικό τραγούδι που εμπνέει και αφυπνίζει απέναντι σε όσα ζούμε
Πρόσωπα
Ντένης Μακρής: Έχει μια ιδιαίτερη χαρά να ανακαλύπτεις κάτι που ήταν πάντα εδώ
Art & Culture
Η Αικατερίνη Παπαγεωργίου αναρωτιέται αν η επίπλαστη ευτυχία θα νικήσει το δικαίωμα στην ελευθερία
Art & Culture
Καραμπέτη και Χρυσικόπουλος μιλούν για τη «Φόνισσα»
Πρόσωπα
Μαριάννα Λύρα: Τα γλυπτά αναζητούν έναν σκηνοθέτη
Πρόσωπα
Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης: Θέλω να μην φοβάμαι την περιπέτεια
Art & Culture
Η Νεφέλη Μαϊστράλη και ο Θανάσης Ζερίτης πιστεύουν ότι στη γενιά τους δεν ανήκει τίποτα
Πρόσωπα
Αλέξανδρος Ευκλείδης: «Μπράβο Κολονέλο» χωρίς νοσταλγική πατριωτική διάθεση
Art & Culture
Ο «Χρυσός Δίσκος» της Δανάης Λιοδάκη στέλνει στο Διάστημα κραυγές της Παλαιστίνης
Art & Culture
Ο πολιτισμός ως εμπειρία: Η νέα στρατηγική Hellenic Heritage
Πρόσωπα
Σταμάτης Φασουλής: Έζησα τη ζωή όσο κανείς. Πολλές φορές, παραστράτησα για να τη ζήσω