Ώρα αφού έχει τελειώσει η συνέντευξή μας και το κινητό δεν ηχογραφεί πια, δεν θες να σταματήσεις να ακούς τις ιστορίες του Θοδωρή Βλαχάκη, ιδρυτικού μέλους και drummer των Magic de Spell, που μας έχει χαρίσει μερικούς από τους πιο διαχρονικούς στίχους στην ιστορία της ελληνικής ροκ. Ο Θοδωρής Βλαχάκης ήταν εκεί όταν δεν υπήρχε καν “σκηνή” για αυτό που ήθελαν να κάνουν οι “μαυροφορεμένοι” τότε, πιτσιρικάδες Magic de Spell, που άκουγαν Stranglers και Joy Division και ήθελαν να κάνουν τη δική τους punk.
Φυσικά, από τότε έχουν αλλάξει πολλά και δεν θα γινόταν αλλιώς όταν μιλάμε για μια μπάντα που μετρά πάνω από 45 χρόνια παρουσίας. Τους πρωτοποριακούς new wave αγγλόφωνους δίσκους, ακολούθησε μια “στροφή” στα ελληνικά που καθιέρωσε τους Magic de Spell ως μια από τις πιο καθοριστικές φωνές στο ελληνικό rock. Από το (ανησυχητικά επίκαιρο ακόμα) “Διακοπές στο Σαράγεβο” που έβαλε τον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας σε ακόμα περισσότερα στόματα κακ το “Εμένα οι φίλοι μου” που σύστησε σε πολλούς της νέας γενιάς την ποίηση της Κατερίνας Γώγου, φτάνουμε στο πιο πρόσφατο τραγούδι τους “Σπουργίτι” που αποδεικνύει ότι οι Magic de Spell έχουν ακόμα πολλά να πουν και εμείς είμαστε εδώ για να τους ακούσουμε.
Μιλώντας με τον Θοδωρή Βλαχάκη ένα από τα τελευταία ηλιόλουστα πρωινά της περασμένης εβδομάδας σε ένα από τα παλιά στέκια της μπάντας στα Εξάρχεια, συνειδητοποιώ ότι, μέσα από την κουβέντα μας για την ιστορία των Magic de Spell, ουσιαστικά κάναμε μια μικρή αναδρομή στην ιστορία του ελληνικού rock.
Λογικό, αν σκεφτείς ότι οι Magic de Spell είναι από αυτά τα συγκροτήματα, που όταν λες πως έχουν μεγαλώσει γενιές και γενιές, δεν υπερβάλλεις. Από τους νέους που άκουγαν για πρώτη φορά «ελληνικό punk» στα 80s μέχρι τους σημερινούς νέους που εμπνέονται από τους στίχους των τραγουδιών τους, παλιών και νέων, αυτά τα 45 χρόνια, οι Magic de Spell έχουν υπηρετήσει όσο κανείς το καλό, ελληνικό rock τραγούδι. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγάλη επετειακή συναυλία τους για τα 45 χρόνια Magic de Spell έχει μετατραπεί σε μια πραγματική γιορτή για την ελληνική rock σκηνή, με guests από τις σημαντικότερες ελληνικές μπάντες του είδους – και όχι μόνο.
Λίγο πριν το, αναπόφευκτα sold out, live τους στο Κύτταρο το Σάββατο 31 Οκτωβρίου, ο Θοδωρής Βλαχάκης μάς μιλά για το παρελθόν, το παρόν, αλλά και το μέλλον της μπάντας που μας έμαθε να φωνάζουμε όταν «η ζωή μας χάνεται, πάει».

Ο Θοδωρής Βλαχάκης δεν φανταζόταν ποτέ ότι κάποτε θα μιλούσαμε για 45 χρόνια Magic de Spell. Φωτογραφία: Ηλίας Μωραΐτης
Εντάξει, αυτό δεν το φανταζόμουν ποτέ. Άκουγα ελληνική ροκ από πολύ μικρός, αν ονειρευόμουν κάτι ήταν να μπορέσω να παίξω σε μία μπάντα, σε κανένα φοιτητικό πάρτι. Μέχρι εκεί. Αργότερα, γνώρισα τον τότε τραγουδιστή μας, Αλέξη Κυριακάκη, που ήταν συμφοιτητής μου και είχε το ίδιο όνειρο: να παίξει σε μια μπάντα. Αποφασίσαμε, λοιπόν, να βρούμε μουσικούς και να στήσουμε την μπάντα που ονειρευόμασταν. Βάλαμε μια αγγελία στο περιοδικό Μουσικό Εξπρές – που τη δεκαετία του ‘80 στήριζε πολύ τη σκηνή – και έτσι βρήκαμε τον πρώτο μας μπασίστα τον Γιώργο Σκαρλάτο και έναν κιθαρίστα. Και ξεκινήσαμε. Παρότι εγώ, ως πιτσιρικάς, άκουγα πολύ 70s, αλλά και 60s μουσική, τότε ζούσαμε την έκρηξη του punk από την Αγγλία, η οποία έφτασε βέβαια στην Ελλάδα πολύ καθυστερημένα – τότε τα πράγματα δεν γινόντουσαν τόσο γρήγορα, όπως γίνονται σήμερα. Είχαμε ξετρελαθεί, λοιπόν, με κάποια αγγλικά γκρουπ, όπως είναι οι Stranglers και οι Joy Division και θέλαμε να φτιάξουμε μια μπάντα που να μοιάζει σε αυτές.
Πώς έμοιαζε η ελληνική σκηνή τότε; Η ελληνική κοινωνία πώς αντιμετώπιζε μια μαυροφορεμένη μπάντα με dark ήχο;Εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλά συγκροτήματα στην Ελλάδα, όμως όλα ήταν προσανατολισμένα στα 70s και μάλιστα ήταν cover bands. Πολύ σπάνια έβλεπες ένα συγκρότημα να έγραφε ένα δικό του κομμάτι. Εμείς, λοιπόν, από την αρχή αποφασίσαμε ότι θα γράφουμε δικά μας κομμάτια, ότι θα παίξουμε punk – έτσι το είπαμε μεταξύ μας – και ότι θα φοράμε μαύρα. Και αυτό κάναμε. Το “μαύρο” βέβαια ήταν κάτι πάρα πολύ προκλητικό στις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Για μερικούς ήταν αδιανόητο. Έκανε τρομερή εντύπωση – τώρα για να κάνεις τέτοια εντύπωση, θα πρέπει να κάνεις κάποιο τρελό show.
Πώς κάνετε, λοιπόν, τα πρώτα σας βήματα σε ένα τέτοιο κλίμα;Εμείς από την αρχή είχαμε αποφασίσει ότι θα γράφουμε δικά μας κομμάτια και ότι θα παίζουμε punk – έτσι το είπαμε μεταξύ μας
Αρχικά, έπρεπε να βρούμε έναν χώρο για να κάνουμε πρόβες. Την εποχή εκείνη, όμως, δεν υπήρχαν προβάδικα. Δεν υπήρχαν studios που μπορούσες να κλείσεις, ούτε βέβαια μπορούσες να κάνεις πρόβα στο σπίτι σου, θα έτρωγες έξωση. Βλέπεις, το rock δεν ήταν και πολύ αγαπητό στους μεγάλους ανθρώπους. Έτσι, λοιπόν, βγαίναμε κάθε μέρα και ψάχναμε παντού, μέχρι που εντοπίσαμε στο Μπραχάμι ένα υπόγειο χωρίς ισόγειο, δηλαδή ένα οικόπεδο, όπου άνοιγε μια καταπακτή και έβγαινες στο υπόγειο. Είδαμε κάποιον να κατεβαίνει την καταπακτή, τον ρωτάμε “τι είναι εδώ;” και μάς απαντά… “Έχω έναν στάβλο με κουνέλια”! Το νοικιάσαμε, με την προϋπόθεση να το καθαρίσουμε και έτσι γεννήθηκε το πρώτο μας προβάδικο, με έναν αυτοσχέδιο ενισχυτή που μας έφτιαξε ο φίλος μας, ο Γιάννης Μαράκης, γνωστός σκηνοθέτης σήμερα, ενώ τα ηχεία τα φτιάξαμε σε ξυλουργείο – δεν υπήρχαν λεφτά, βλέπεις, τότε. Έτσι, εξοπλίσαμε το στούντιο μας, στο οποίο τελικά κατέληξαν να κάνουν πρόβα κι άλλα συγκροτήματα, όπως η Παρθενογένεσις, το πρώτο συγκρότημα που έδωσε ένα στίγμα, μη παίζοντας 70s. Ήταν κι αυτοί κάπου μεταξύ punk και new wave.
Δηλαδή, στήσατε μία σκηνή σχεδόν από την αρχή.Ναι, βέβαια όσο υπήρχε αυτή η σκηνή, τόσο υπήρχε και η εχθρική προς αυτή τάση, που ήταν αυτοί που εμείς λέγαμε “70άδες”. Όταν παίζαμε μπάντες της ίδιας σκηνής ήμασταν οκέι, αλλά σε μεγάλες συναυλίες, που συμμετείχαν γκρουπ από blues, 70s, 60s, και παίζαμε κι εμείς, το βράδυ μπορούσε εύκολα να τελειώσει με πολύ ξύλο, με μεγάλα επεισόδια. Οι παλιότεροι δεν δεχόντουσαν αυτό το νέο κύμα.

Φωτογραφία: Κατερίνα Αδραχτα
Η Happening ήταν η μοναδική εταιρεία που δέχτηκε να κυκλοφορήσει το πρώτο μας EP “Nightmare”. Ήταν πάρα πολύ ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι, έκαναν κι άλλες ανεξάρτητες παραγωγές – μάλιστα, εκείνοι διοργάνωσαν το 1981 τη συναυλία του Ρόρι Γκάλαχερ, αυτή με τα μεγάλα επεισόδια στη Νέα Φιλαδέλφεια. Αυτό για εμάς ήταν ένα πολύ δυνατό ξεκίνημα. Γιατί αυτό ήταν το πρώτο 45άρι δισκάκι του είδους που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Επομένως, παρότι ήταν ανεξάρτητη παραγωγή, πούλησε αρκετά, πήρε καλές κριτικές στα περιοδικά τότε. Το έπαιξε και ο Γιάννης Πετρίδης στο ραδιόφωνο, φυσικά κάτι πολύ σπουδαίο εκείνη την εποχή. Έτσι, προχωρήσαμε σε μια μεγαλύτερη εταιρεία, τη Music Box, όπου κάναμε άλλα δύο άλμπουμ. Αργότερα κάναμε ακόμη ένα άλμπουμ και πάλι σε μια ανεξάρτητη εταιρεία, την Enigma. Αυτή ήταν η αγγλόφωνη περίοδός μας, όταν κάναμε πια dark wave.
Είχαμε την τύχη να παίξουμε σε πολύ μεγάλες συναυλίες. Παίξαμε το 1982 σε ένα τριήμερο που έγινε στο Σπόρτινγκ, όπου συμμετείχαν οι Birthday Party του Nick Cave, οι Fall, οι New Order και από Έλληνες παίζαμε εμείς, οι Metro Decay και οι Forward Music Quintet που ήταν μια μπάντα που προέκυψε από τη διάλυση των Παρθενογένεσις. Επίσης πολύ σημαντικό για εμένα ήταν το 1984 που παίξαμε στο διήμερο στο Άκτιο στην Πρέβεζα που ακούγεται ακόμα σήμερα ως το ελληνικό Γούντστοκ. Ήταν κάτι πρωτοφανές για την εποχή. Έπαιζε 36 ώρες non-stop μουσική, είχε μια προσέλευση περίπου 2.500 κόσμου – και παραπάνω – και εκεί είχαμε την τύχη να παίξουμε στην ίδια σκηνή με τον Τζίμη Πανούση και με τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τους Απροσάρμοστους.
Το 1984 παίξαμε στο διήμερο στο Άκτιο στην Πρέβεζα που ακούγεται ακόμα σήμερα ως το ελληνικό Γούντστοκ. Ήταν κάτι πρωτοφανές για την εποχή.
Ήταν μια δύσκολη απόφαση. Σιγά σιγά βλέπαμε ότι πρώτον οι ελληνικές μπάντες λειτουργούσαν σαν υποκατάστατο στις ξένες μπάντες, που δεν μπορούσε κανείς να ακούσει εύκολα live στην Ελλάδα. Δεύτερον ωραίο το στυλ, ωραίο το ύφος, αλλά εμείς λέγαμε κάποια πράγματα στα τραγούδια μας, είχαμε κάποια νοήματα, που όμως δεν περνούσαν στον κόσμο. Γιατί, πολύ απλά ο κόσμος τότε δεν ήξερε τα αγγλικά που ήξερε σήμερα – όπως ούτε κι εμείς. Κάποιοι από εμάς σκεφτήκαμε ότι θα ήταν καλύτερα να γράψουμε τραγούδια στη γλώσσα μας. Στη μητρική σου γλώσσα δεν χρειάζεται να κάνεις μετάφραση, είναι το αυτονόητο. Αν το καλοσκεφτείς, όταν ονειρεύεσαι, δεν ονειρεύεσαι στα αγγλικά ή στα γερμανικά, ονειρεύεσαι στα ελληνικά. Η μισή μπάντα όμως είχε διαφορετική άποψη και εκεί δημιουργήθηκε τριβή, η οποία διήρκησε χρόνια. Φτάσαμε να τρέχουμε δύο παράλληλα project, ένα αγγλόφωνο και ένα ελληνόφωνο, για να πάψει ο τσακωμός στο συγκρότημα. Εγώ, παρότι επέλεξα το ελληνόφωνο, έπαιζα και στα δύο συγκροτήματα. Στη συνέχεια ηχογραφήσαμε demos και κάποια στιγμή μάλιστα υπήρχε η σκέψη να βγάλουμε ένα βινύλιο και με ελληνικά και με αγγλικά τραγούδια, κάτι που φυσικά δεν έγινε.

Φωτογραφία: Κατερίνα Αδραχτα
Στο μεταξύ ήρθαν οι Stranglers στην Ελλάδα και έπαιξαν στο Ρόδον. Ο τραγουδιστής μας τότε, ο Ηλίας Ασλάνογλου έγραφε και σε ένα περιοδικό και κατάφερε να εξασφαλίσει μια συνέντευξη στον Ζαν Ζακ Μπερνέλ, τον μπασίστα της μπάντας. Πήγαμε λοιπόν στο Ρόδον και κάποιος από εμάς πρότεινε να του δώσουμε ένα demo, μη τυχόν και θελήσει να κάνει αυτός την παραγωγή. Εγώ γέλαγα, πίστευα ότι θα το πετάξει ο άνθρωπος – έλεγα σιγά μην κάνει ο μπασίστας των Stranglers την παραγωγή σε μια ελληνική μπάντα. Το δώσαμε, όμως και αυτός πριν ακούσει καν το demo, μάς είπε “ελπίζω να είναι στη γλώσσα σας, όπως κι εμείς τραγουδάμε στη γλώσσα μας, στα αγγλικά”. Αυτό φυσικά επέδρασε σε εμάς, έπαιξε μεγάλο ρόλο. Τελικά, μετά από μερικές μέρες μάς παίρνει τηλέφωνο και μας λέει ότι δέχεται να κάνει την παραγωγή! Εμείς, τρελή χαρά για λίγο και μετά θλίψη. Λέμε “ποιος θα τον πληρώσει;”. Ήμασταν όμως σε μεγάλη εταιρεία τότε, την Warner. Λέγαμε ότι θα τους το πούμε και θα μας πουν όχι – το ελληνικό rock ποτέ δεν ήταν κυρίαρχο είδος μουσικής τότε, όπως δεν υπήρξε ποτέ κυρίαρχο μουσικό είδος στον πλανήτη και καλύτερα, αν με ρωτάς. Τελικά, η δισκογραφική δέχτηκε να τον πληρώσει, αν και δεν πίστευαν ότι θα έρθει. Μας έλεγαν “έτσι σας το είπε, σιγά μην έρθει ο Ζαν Ζακ Μπερνέλ από τους Stranglers Ελλάδα, για να σας κάνει την παραγωγή”. Κι όμως ήρθε. Και έτσι οι δύο πρώτοι ελληνόφωνοι δίσκοι μας, το “Διακοπές στο Σαράγεβο” και το “Νίψον ανομήματα”, ήταν σε δική του παραγωγή. Μάλιστα, στο ομώνυμο κομμάτι του δεύτερου δίσκου, μπασίστας είναι ο ίδιος – θυμάμαι ότι σκεφτόμουν τότε “ποπο με τι μπασίστα παίζω εγώ τώρα”.
Το ελληνικό rock ποτέ δεν ήταν κυρίαρχο είδος μουσικής. Και καλύτερα.
Στην αρχή ήταν λίγο δύσκολο. Ειδικά πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος. Εξάλλου, εκτός από τη γλώσσα, είχαμε αλλάξει και το μουσικό ύφος. Στο μεταξύ είχαμε ακούσει Pearl Jam, είχαμε ακούσει Nirvana, βασίλευε τότε το grunge. Είχαμε και έναν νέο κιθαρίστα, τον Νίκο Γεωργούλη, ο οποίος ήταν πάρα πολύ καλός σε αυτά τα είδη. Αυτό σήμαινε ότι οι παλιοί μάς εγκατέλειψαν και οι καινούργιοι δεν υπήρχαν. Όλα αυτά μέχρι που βγήκε το άλμπουμ και άλλαξαν όλα μέσα σε μερικούς μήνες.
Πότε καταλάβατε στην μπάντα πρώτη φορά ότι σας αναγνωρίζουν; Ότι έχετε κοινό;Το καλό είναι ότι από τότε που βγάλαμε το πρώτο μας single το 1981, υπήρξε κοινό για εμάς. Στην αγγλόφωνη περίοδο, η καλύτερη φάση μας ήταν στο πρώτο μεγάλο άλμπουμ μας, το “Α body in a snare”, που μας καθιέρωσε στην αγγλόφωνη σκηνή της Ελλάδας. Στην ελληνόφωνη φάση μας, το μεγάλο “μπαμ” έγινε φυσικά με το “Διακοπές στο Σαράγεβο”. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1993 και αρχές του 1994, θυμάμαι σε μία συναυλία ότι έβλεπα τον κόσμο από κάτω να τραγουδάει τα τραγούδια μας και δεν μπορούσα να το πιστέψω. Σκεφτόμουν “σε εμάς συμβαίνει τώρα αυτό;”. Εκεί, κατάλαβα ότι κάτι έχει αλλάξει.

Φωτογραφία: Κατερίνα Αδραχτα
Το κομμάτι αυτό το ηχογραφήσαμε στην αρχή, χωρίς να περιέχει αναφορά στο Σαράγεβο, στο ελληνόφωνο πρότζεκτ της μπάντας, που ονομαζόταν Τα παιδιά του Ήλιου. Ήταν μια ανεξάρτητη παραγωγή που κυκλοφόρησε και κανείς δεν το πήρε χαμπάρι. Όταν αργότερα, έγινε ο εμφύλιος στη Γιουγκοσλαβία, εμείς ευαισθητοποιηθήκαμε πάρα πολύ και λέγαμε ότι κάτι πρέπει να κάνουμε. Τότε έπεσε η ιδέα αυτό το κομμάτι να επανενορχηστρωθεί, με τη βοήθεια όλης της μπάντας πλέον και ιδιαίτερα του Νίκου Γεωργούλη, του κιθαρίστα μας, και να προσανατολίσουμε το ρεφρέν σε αντιπολεμικό μήνυμα προς τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία. Αυτη η διαδικασία αφορούσε όλη τη μπάντα. Εγώ μεν το έγραψα, αλλά το συγκρότημα είναι συγκρότημα και όλοι είχαν τις ιδέες τους και βοήθησαν σε αυτό.
Είχατε καταλάβει από την αρχή τη δυναμική του τραγουδιού αυτού;Το βίντεο κλιπ για το “Σαράγεβο” έγινε με τη μεσολάβηση του Ζαν Ζακ Μπερνέλ, χωρίς τη βοήθεια της δισκογραφικής μας. Θεωρούσε ότι η “μόδα” με τα αντιπολεμικά κινήματα είχε τελειώσει με το Woodstock.
Λέγαμε ότι είναι ένα ωραίο τραγούδι, όμως εδώ ο κόσμος δεν είχε ακόμα ευαισθητοποιηθεί με τη Γιουγκοσλαβία. Έτσι, όταν ψάχναμε ένα δεύτερο single για τον δίσκο μας, μετά την μεγάλη επιτυχία της διασκευής μας του “Μαθητή” του Γιώργου Ζαμπέτα, εγώ πρότεινα το “Σαράγεβο”. Κανείς, όμως, δεν έδειξε ενθουσιασμό. Η μεν μπάντα δεν ήταν σίγουρη, ενώ η εταιρεία αρνήθηκε, γιατί θεωρούσε ότι η “μόδα” με τα αντιπολεμικά κινήματα είχε τελειώσει με το Woodstock. Φυσικά, αυτό ήταν μεγάλο λάθος, γι’ αυτό κι εγώ επέμενα. Ο Νίκος Μαϊντάς που έπαιζε πλήκτρα τότε και ο Ζαν Ζακ Μπερνέλ το κατάλαβαν αυτό. Μάλιστα, το βίντεο κλιπ έγινε με τη μεσολάβηση του Μπερνέλ, χωρίς τη βοήθεια της δισκογραφικής εταιρείας γιατί δεν πίστευαν σε αυτό το τραγούδι καθόλου. Βέβαια με το βίντεο κλιπ αυτό, το τραγούδι απογειώθηκε. Μάλιστα, θελω να σου πω ότι υπήρχε λόγος που το γυρίσαμε στα Μάταλα. Ακριβώς γιατί εκεί μαζευόντουσαν οι χίπις στο τέλος της δεκαετίας του ‘60 και στις αρχές του ‘70, εκεί κυκλοφορούσαν οι ιδέες και τα αντιπολεμικά μηνύματα, αλλά επίσης είχαμε και το άχτι του ότι «μάς λέτε ότι αυτό είναι ντεμοντέ; Ε πάμε, λοιπόν, εμείς να το τερματίσουμε».
Και τελικά, 33 χρόνια αργότερα, το “Σαράγεβο” παραμένει επίκαιρο.Ναι, μέχρι σήμερα είναι επίκαιρο, δυστυχώς. Και βλέπουμε ότι παρότι γράφεις κάτι θέλοντας κι εσύ να βάλεις το δικό σου λιθαράκι, να βοηθήσεις προς την κατεύθυνση της ειρήνης, τελικά αυτό δεν αρκεί.
Τέτοια τραγούδια εμπνέουν, όμως. Όπως και το τελευταίο σας τραγούδι, το “Σπουργίτι”, είναι πολύ επίκαιρο, πολύ δυναμικό.Αυτό το τραγούδι αγκαλιάστηκε πραγματικά. Πιστεύω ότι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα αγκαλιάζεται τελικά. Αυτό το τραγούδι το έγραψα, σε μια περίοδο που είχα μαυρίσει πολύ μέσα μου. Τα τελευταία χρόνια, με όλα αυτά που γίνονται σε όλα τα επίπεδα, με την επιβολή των ισχυρών, με τους πολέμους, τη γενοκτονία στη Γάζα, τον πόλεμο στο Ιράν, τα Τέμπη. Έτσι είχα την ιδέα να προσπαθήσω να γράψω ένα παραμυθάκι, το οποίο να λέει ότι μπορούμε να νικήσουμε τον φόβο μας προς τον ισχυρό, ότι αν είμαστε μαζί, ενωμένοι μπορούμε και να τον κερδίσουμε. Ή τουλάχιστον μπορούμε να επιβιώσουμε αξιοπρεπώς.
Τι σημασία έχει ένα τραγούδι σαν το “Σπουργίτι”, σε μια εποχή σαν τη σημερινή, που δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει, που είμαστε στα πρόθυρα ενός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου;Οι άνθρωποι σε ολόκληρη την Ευρώπη σιγά – σιγά βλέπουν ότι πρέπει να κινηθούν για να αλλάξει κάτι στη ζωή τους
Αυτή είναι πραγματικά μια εποχή, που κάποιος πρέπει να μας ωθήσει να νικήσουμε τους φόβους μας. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, δεν έχουμε πια σαν κοινωνία τα οράματα και τα ζητούμενα που υπήρχαν κάποτε. Δηλαδή τώρα υπάρχει απογοήτευση. Αν ρωτήσεις έναν νέο άνθρωπο πώς θα είναι μετά από μερικά χρόνια φοβάμαι ότι θα σου απαντήσει “χειρότερα”. Ενώ όταν εγώ ήμουν πιτσιρικάς, ποντάραμε στο “καλύτερα”. Τώρα, λοιπόν, χρειάζεται πραγματικά μια ώθηση. Τώρα είναι που πρέπει να πούμε όχι στον φόβο και στην απάθεια.
Τα γεγονότα στη Γαλλία, στην Αλβανία, εδώ στην Ελλάδα με τις πρόσφατες κινητοποιήσεις των φοιτητών, πώς τα βλέπεις;Νομίζω ότι αυτά τα γεγονότα κάπου καλά θα οδηγήσουν. Αυτό πιστεύω. Δηλαδή οι άνθρωποι σε ολόκληρη την Ευρώπη σιγά – σιγά βλέπουν ότι πρέπει να κινηθούν για να αλλάξει κάτι στη ζωή τους.
Πώς απαντάς σε αυτούς που λένε ότι οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να εκφράζονται πολιτικά; Πρόσφατα και ο James Hetfield των Metallica καταδίκασε τους καλλιτέχνες που τοποθετούνται πολιτικά, δημόσια.Δεν είναι όλα τα τραγούδια για να χαιρόμαστε και να περνάμε καλά. Υπάρχει και το κοινωνικό τραγούδι, το οποίο μπορεί να μας εκφράσει, να μας εμπνεύσει και να μας αφυπνίσει απέναντι σε αυτό που ζούμε
Εγώ προσωπικά, αλλά και όλη η μπάντα διαφωνούμε απόλυτα. Δεν είναι όλα τα τραγούδια για να χαιρόμαστε και να περνάμε καλά. Νομίζουμε ότι υπάρχει κοινωνικό τραγούδι, το οποίο μπορεί να μας εκφράσει, να μας εμπνεύσει και να μας αφυπνίσει απέναντι σε αυτό που ζούμε. Αν με ρωτάς, πιστεύω ότι ολόκληρο το ελληνικό ροκ “υπάρχει” εξαιτίας των στίχων του. Το ελληνικό ροκ έχει να πει πράγματα, διαχρονικά, από τις Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά μέχρι τους Ενδελεχεια και τα Μωρά στη Φωτιά, τα ελληνικά ροκ τραγούδια έχουν νοήματα, που ίσως δεν τα βρίσκεις τόσο συχνά σε άλλα μουσικά είδη. Βέβαια, θα πρέπει κι εμείς που γράφουμε αυτά τα πράγματα να είμαστε ειλικρινείς και να πιστεύουμε στην αλήθεια των τραγουδιών μας. Βλέπουμε, δηλαδή, κάποιους που άλλα λένε και άλλα κάνουν και πιστεύουν. Ένα τραγούδι που κάτι έχει να πει, μπορεί και επηρεάζει συνειδήσεις. Είναι άσχημο, όταν μετά ο ίδιος ο καλλιτέχνης με τον τρόπο που ζει, απογοητεύει αυτούς τους ανθρώπους που έχει επηρεάσει.
Ακόμα και το τραγούδι που θα επιλέξεις να πεις, δεν έχει μια πολιτική προέκταση; Για παράδειγμα, βλέπουμε την τραπ να προάγει τη χλιδή, τα ναρκωτικά κ.λπ.Το ελληνικό ροκ “υπάρχει” εξαιτίας των στίχων του. Τα τραγούδια έχουν νοήματα που ίσως δεν βρίσκεις τόσο συχνά σε άλλα είδη
Απορώ μερικές φορές πώς η τραπ γνώρισε τόσο μεγάλη άνθηση. Όπως επίσης μου κάνει εντύπωση η επιλεκτική λογοκρισία στις μουσικές πλατφόρμες – γιατί πλέον είμαστε στο έλεος των μουσικών πλατφορμων. Εμάς, παραλίγο να μας “κόψουν” ένα κομμάτι – τη διασκευή μας στο «Φαντασία στην Εξουσία». Δεν είναι περίεργο αυτό; Στους Κοινούς Θνητούς, το ίδιο. Από την άλλη, βλέπω ότι η τραπ, παρότι περιέχει συχνά αρκετά σεξιστικά, φαλλοκρατικά και λοιπά νοήματα, ζει και βασιλεύει στις πλατφόρμες και μάλιστα την προωθούν κιόλας.
Όταν οι Magic De Spell μπαίνουν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν, τι νοήματα θέλουν να επικοινωνήσουν;Εξαρτάται τι είναι αυτό που ηχογραφούμε. Έχουμε ηχογραφήσει και τραγούδια, τα οποία δεν είναι κινηματικά, όπως είναι το «Τέρμα το Διάλειμμα» για παράδειγμα. Αλλά συνήθως από κάτι έχουμε επηρεαστεί και άρα, κάτι θέλουμε να πούμε. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβρη του 2008, όταν δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος και ξέσπασαν οι κινητοποιήσεις των μαθητών, των φοιτητών, των νέων ανθρώπων, εμείς ετοιμαζόμασταν να κυκλοφορήσουμε τον δίσκο μας «Οκέι Πατέρα». Είδαμε, όμως, ότι κάτι έχει αλλάξει. Οπότε ο δίσκος δεν κυκλοφόρησε και θεωρήσαμε ότι τότε έπρεπε να διασκευάσουμε – με τον τρόπο που διασκευάσαμε – τον “Κυρ Παντελή” του Πάνου Τζαβέλλα, ο οποίος δυστυχώς δεν έζησε να ακούσει τη δική μας διασκευή, διότι όταν εμείς είχαμε έτοιμο το τραγούδι, εκείνος ήταν με κώμα στο νοσοκομείο.
Έχετε κάνει αρκετές διασκευές στην πορεία σας όλα αυτά τα χρόνια. Με τι «στόχο» γίνονται οι διασκευές αυτές;Εμείς δεν θέλουμε να πούμε στον άλλο «Έλα εδώ να σου μάθουμε κάτι», σε καμιά περίπτωση. Ας πάρουμε ως παράδειγμα το «Σφαγείο» του Μίκη Θεοδωράκη. Θέλαμε να προσπαθήσουμε να του δώσουμε μια, κατά τη γνώμη μας, σημερινή μορφή. Ελπίζω να το καταφέραμε, γιατί αυτοί οι στίχοι του Θεοδωράκη δεν εκφράζουν μόνο τα σφαγεία της εποχής εκείνης, αλλά και τα σημερινά σφαγεία, τα οποία μπορεί να είναι λίγο διαφορετικά, λίγο πιο κυριλέ – ή και όχι – αλλά όμως μάλλον είναι χειρότερα. Δηλαδή ζούμε εποχές αγριότητας που ίσως δεν έχουμε ξανά ζήσει. Γι’ αυτό θέλησαμε να επαναφέρουμε το συγκεκριμένο κομμάτι.
Ακόμα περισσότερο σας έχουμε συνδέσει με πολύ αγαπημένες μελοποιήσεις. Εσείς ήσασταν οι πρώτοι που μελοποιήσατε Κατερίνα Γώγου, για παράδειγμα.Η Κατερίνα Γώγου μάς είχε επηρεάσει, όπως και πολύ κόσμο. Βρίσκαμε μια επαναστατικότητα αλλά και τρυφερότητα, ρομαντισμό, ευαισθησία στα ποιήματά της.
Η Γώγου όσο ζούσε είχε απαγγείλλει ποίηματα σε έναν δίσκο του Κυριάκου Σφέτσα, με τίτλο «Στον δρόμο». Ήταν ένας πολύ ωραίος δίσκος, αλλά δεν ήταν μελοποίηση, ήταν απαγγελία σε μουσικά θέματα. Κάποιοι από εμάς διαβάζαμε Κατερίνα Γώγου. Μας είχε επηρεάσει, όπως και πάρα πολύ κόσμο, γιατί βρίσκαμε μια επαναστατικότητα αλλά και τρυφερότητα, ρομαντισμό, ευαισθησία στα ποιήματά της. Ήταν πάρα πολύ δυνατά και συνεχίζουν να είναι. Ο τότε μάνατζερ μας, λοιπόν, ο Γιώργος Ψωμόπουλος, που πια δεν είναι στη ζωή, έριξε την ιδέα. Μας είπε “αφού διαβάζετε, γιατί δεν προσπαθείτε να μελοποίησετε;” Έτσι, λοιπόν, διαλέξαμε το ποίημα και μπήκαμε στο στούντιο. Αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Εμείς δεν είχαμε μελοποιήσει ποτέ κάτι άλλο, δεν είχε μελοποιηθεί ξανά και η ποιητρία και λέγαμε “τώρα τι θα κάνουμε εμείς; Θα είναι καλό;” Δεν θέλαμε να κάνουμε κακό στο ποίημα. Τέλος πάντων, έγινε η ηχογράφηση, βγήκε ο δίσκος, έκανε ο Νίκος Σούλης ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον βιντεοκλιπ, αγκαλιάστηκε αμέσως από τον κόσμο, οπότε χαλαρώσαμε και εμείς και είπαμε ότι μάλλον, κάτι καλό κάναμε. Στον επόμενο δίσκο μελοποιήσαμε Κώστα Καρυωτάκη, το “Gala”, και από τότε έχουμε κάνει αρκετές μελοποιήσεις. Θα σταθώ επίσης στον Ιάσονα Σταυράκη, έναν Κύπριο ποιητή που έγραψε το ποίημα «Είμαι» που μελοποιήσαμε εμείς το 2020. Το είχε ανεβάσει στο Facebook, εμείς το είδαμε, εξατρελαθήκαμε, μάθαμε ότι αυτό το ποίημα είχε αποσπάσει πρώτο παγκόσμιο βραβείο ποίησης το 2018 σε παγκόσμιο διαγωνισμό στην Κροατία και λέμε «Αυτό θέλουμε να το κάνουμε». Είχαμε την τύχη ο Ιάσονας να είναι οπαδός της μπάντας που ερχόταν στις συναυλίες μας από πολύ πιτσιρικάς. Χάρηκε πάρα πολύ. Μας πήρε περίπου 1,5 χρόνο για να μπορέσουμε να το φέρουμε εκεί που νομίζαμε ότι έπρεπε να φτάσει. Νομίζω ότι τα καταφέραμε.
Τι σημασία έχει η ποίηση στη σημερινή εποχή;Τώρα με τα social media, νομίζω, ότι οι τέχνες έχουν λίγο εκφυλιστεί. Δηλαδή δεν ξέρουμε πια ποιοι είναι ποιητές και ποιοι δεν είναι. Δεν ξέρω αν στην εποχή του facebook θα μπορούσε να αναδειχθεί η Κατερίνα Γώγου ή ο Κώστας Καρυωτάκης. Αυτά είναι κάποια ερωτήματα που με απασχολούν. Όμως σίγουρα η ποίηση παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή μας. Η ποίηση είναι πολιτισμός. Τα ποιήματα συνήθως είναι διαχρονικά. Δεν είναι χρονογραφήματα. Δεν είναι στιχάκια που γράφονται και περνάνε. Και νομίζω ότι μια κοινωνία που διαβάζει ποίηση, στέκεται σε ένα ποιοτικότερο επίπεδο.
Πώς κρίνεις τον τρόπο που τα social media έχουν διαμορφώσει τη μουσική; Τώρα οι καλλιτέχνες πρέπει να είναι και influencers, να ξέρουν να χρησιμοποιήσουν τα social media, να διαφημίζουν τη μουσική τους.Με τα social media οι τέχνες έχουν λίγο εκφυλιστεί. Δεν ξέρω αν στην εποχή του facebook θα μπορούσε να αναδειχθεί η Κατερίνα Γώγου ή ο Κώστας Καρυωτάκης.
Εμείς δεν το είχαμε αυτό. Βεβαίως επειδή υπήρξαμε ένα συγκρότημα DIY στην αρχή μας, φτιάχναμε τα αφισάκια μας εμείς, τα φωτοτυπούσαμε, τα κολλάγαμε, αλλά αυτό ήταν λίγο πιο φυσιολογική διαδικασία από ό,τι γίνεται τώρα με τα social media. Εμείς δεν νομίζω ότι είμαστε τόσο καλοί στα social media, αν και προσπαθούμε. Και επίσης δεν ζούμε πια τη μεγάλη εποχή της μουσικής. Δηλαδή έχουμε περάσει στη μουσική της εικόνας. Είμαστε στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα. Νομίζω ότι ήταν πιο αληθινά και πιο όμορφα παλιότερα. Τώρα αυτό ως μεγάλος το λέω, μπορεί και να μην ισχύει.
Φωτογραφία: Κατερίνα Αδραχτα
Συμβαίνουν δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι επειδή ακριβώς υπάρχει το χάος στις πλατφόρμες και κυκλοφορούν κάθε μέρα εκατοντάδες χιλιάδες τραγούδια παγκόσμια, όταν βγάζεις ένα τραγούδι σήμερα είναι σαν να ρίχνεις ένα μπουκάλι στη θάλασσα με ένα μήνυμα μέσα κι όποιος το βρει. Αυτό λοιπόν δυσκολεύει πάρα πολύ τα πράγματα για νέες μπάντες. Γιατί εμείς έχουμε ακούσει επανειλημμένα πολύ όμορφα τραγούδια από νέα συγκροτήματα τα οποία τελικά τα ακούσαμε μόνο εμείς. Είναι πιο δύσκολο το να έχουμε μια νέα μεγάλη μπάντα στην ελληνόφωνη ροκ σκηνή. Επίσης συμβαίνει και το άλλο, το οποίο για μένα είναι καλό. Ότι στο hip-hop, και το διαχωρίζω από το trap, τα περισσότερα συγκροτήματα σήμερα έχουν τα ίδια νοήματα της ελληνικής ροκ. Δηλαδή, θεωρώ ότι είναι συγγενή τα είδη αυτά και ότι πιθανότατα αποτελούν και μια συνέχεια.
Ξεχωρίζετε κάποιο συγκρότημα της νεότερης γενιάς;Εμείς έχουμε γίνει πάρα πολύ φίλοι με τους Κοινούς Θνητούς. Συναντηθήκαμε, πριν από δυο-τρία χρόνια σε μια εκδήλωση για την Παλαιστίνη. Εκεί γνωριστήκαμε. Τα παιδιά μας είπαν ότι όταν ξεκινούσαν να κάνουν πρόβες έπαιζαν και κάνα δικό μας κομμάτι για να μάθουν. Ήταν πολύ συγκινητικό αυτό. Και έτσι φτάσαμε να έχουμε κάνει ένα κοινό κομμάτι μαζί τους, το «Δρομος» και επίσης ένα remake του «Εμένα οι φίλοι μου» με επιπλέον πολύ ωραίους στίχους του Μητσο Φου. Επίσης ένα άλλο συγκρότημα το οποίο πάντα μας άρεσε είναι οι Social Waste. Μόλις τους είπαμε να έρθουν να μας τιμήσουν στη γιορτή μας στο Κυτταρο, ανταποκρίθηκαν αμέσως.
Τι θα δούμε στο Κύτταρο; Απ’ ό,τι φαίνεται θα έχετε πολλούς guests.Ναι, θα έχει πολύ κόσμο. Αυτό που θέλαμε να κάνουμε είναι κατά κάποιον τρόπο να αντιπροσωπεύονται όλες οι δεκαετίες της ελληνικής ροκ στη σκηνή. Και τελικά αυτό θα γίνει, γιατί όλοι σε όσους απευθυνθήκαμε να συμμετέχουν, δέχτηκαν μας είπαν ναι. Ο Νίκος Δαπέρης λοιπόν, των Πελομα Μποκιου, εκτός από το ότι προσωπεί τη δεκαετία του 1970 σε αυτή τη γιορτή, εκπροσωπεί και τη δεκαετία του 1960, διότι έπαιζε στο συγκρότημα Loubogg, που το 1967 άνοιξε τους Rolling Stones στην Αθήνα. Από τη δεκαετία του 1980 έχουμε τον Οδυσσέα Γαλανάκη τον κιθαρίστα των Απροσάρμοστων, από τη δεκαετία του 1990 έχουμε τον Δημήτρη Καλαντζή, πρώην τραγουδιστή των Tsopana Rave και νυν των “Εγώ”. Είναι ο Δημήτρης ο Μητσοτάκης, που έπαιζε στους Ενδελεχεια και σήμερα διαγράφει μια πολύ όμορφη solo πορεία. Μετά έχουμε την Τζώρτζια Κεφαλά από τους Μπλε και για τις τελευταίες δύο δεκαετίες είναι μαζί μας οι Social Waste και οι Κοινοί Θνητοί. Επίσης μαζί μας θα είναι η ηθοποιός Δανάη Παπουτσή, με την οποία θα κάνουμε ένα μίνι μουσικό-θεατρικό στην έναρξη της συναυλίας αλλά θα απαγγείλει και ποίηση του Σταύρου Σταυρόπουλου, πάνω σε μια ακουστική εκδοχή ενός κομματιού μας. Αυτό έγινε πριν από μερικούς μήνες εδώ στα Εξάρχεια και μας άρεσε τόσο πολύ που αποφάσισαμε να το εντάξουμε και στη γιορτή στο Κύτταρο.

Εικόνα από παλαιότερη συναυλία των Magic de Spell στο Κύτταρο, Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Σαλασίδης
Αυτό είναι για εμάς είναι πάρα πολύ συγκινητικό. Πραγματικά δεν ξέρουμε πώς να ανταποδώσουμε την αγάπη. Επίσης πάρα πολύ συγκινητικό για εμάς είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε πάρα πολλά νέα παιδιά στο κοινό, κάτι το οποίο πριν από δέκα χρόνια δεν ήταν δεδομένο. Φοβόμασταν δηλαδή ότι αυτό κάποια στιγμή μπορεί να τελειώσει. Σήμερα όμως φαίνεται πως όχι. Βλέπουμε νέα παιδιά που ξέρουν τους στίχους των τραγουδιών, που συμμετέχουν και εμπνέονται. Και λέμε ότι αφού αυτό το είδος έχει αντέξει ήδη εξήντα χρόνια γιατί να σταματήσει;
Θα μου άρεσε αν είχε νόημα να ακουστούν τα τραγούδια μας. Ελπίζω να μην είναι το “Σαράγεβο” αυτό το τραγούδι, ελπίζω δηλαδή να μην έχει νόημα να ακουστεί μετά από τόσα χρόνια ξανά. Γενικά, εμείς δεν κάνουμε μεγάλα σχέδια για το μέλλον. Δηλαδή, τώρα σχεδιάζουμε μια κυκλοφορία κάποιους μήνες μετά το Κύτταρο. Επίσης, ετοιμάζουμε κάποιες εμφανίσεις στην Πάτρα, στα Τρίκαλα, στη Λάρισα, στη Θεσσαλονίκη, στη Δράμα και άλλες πόλεις και ίσως μια ακόμη έκπληξη, που θα ανακοινώσουμε αργότερα.
Άρα, δεν σταματάτε ποτέ;Αυτό δεν είναι για να σταματάει.
Οι Magic de Spell θα ανέβουν στη σκηνή του Κυττάρου για μια μεγάλη συναυλία το Σάββατο 31 Οκτωβρίου. Τα εισιτήρια είναι sold out.
Μπορείτε να ακούσετε το τελευταίο τους τραγούδι “Σπουργίτι” εδώ.