Ένα ζεστό πρωινό του Ιουνίου, από αυτά που σε πείθουν ότι το καλοκαίρι ήρθε για να μείνει, συναντώ την Ελίνα Τσιορμπατζή για καφέ στο Κουκάκι. Σε ένα μικρό, ήσυχο μαγαζί της γειτονιάς της, καθόμαστε στις χρωματιστές καρέκλες και παραγγέλνουμε καφέ. Εκείνη ζεστό – κλασικά – παρότι η θερμοκρασία αγγίζει τους 30 βαθμούς. Με την Ελίνα έχουμε να βρεθούμε από τον περασμένο Νοέμβριο, οπότε πριν ανοίξω το μαγνητοφωνάκι, πιάνουμε το νήμα από εκεί που το είχαμε αφήσει.
Γνωριζόμαστε από τα φοιτητικά μας χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όταν εγώ σπούδαζα στο Τμήμα Κινηματογράφου και εκείνη στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών. Ξανασυναντηθήκαμε πέρυσι στα γυρίσματα της πτυχιακής ταινίας «Ο γάμος της ξαδέρφης μου» της Σίλβας Τσουμάνα και, όπως λέει και η ίδια αργότερα στη συζήτησή μας, τα γυρίσματα δημιουργούν συχνά δεσμούς που δύσκολα εξηγούνται.
Η κουβέντα ξεκινά από κοινούς φίλους, το περσινό καλοκαίρι και τα σχέδια για το μέλλον, αλλά σύντομα φτάνει στον κινηματογράφο. Άλλωστε, η χρονιά είναι ιδιαίτερη για την Ελίνα. Οι «Μικρές Ανάσες», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί, συγκέντρωσαν πέντε υποψηφιότητες στα βραβεία Ίρις, ενώ η ίδια συνεχίζει να χτίζει βήμα βήμα τη θέση της σε έναν χώρο γεμάτο αβεβαιότητα, αλλά και βαθιά αγάπη για το αντικείμενο. Το αρχικό άγχος για τις υποψηφιότητες και την έκθεση υποχωρεί γρήγορα. Στη θέση του έρχεται η ιστορία ενός κοριτσιού από την Περαία που κάποτε κοιτούσε επίμονα τους θεατρικούς προβολείς και κατάλαβε πολύ νωρίς ότι αυτό που ήθελε να κάνει στη ζωή της ήταν να αφηγείται ιστορίες.
Λοιπόν Ελίνα, από πού ξεκινάει η ιστορία σου; Πες μας λίγα πράγματα που θα έπρεπε να ξέρουμε για εσένα…Γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη και μεγάλωσα στην Περαία, ένα προάστιο της πόλης. Δίπλα στη θάλασσα, μέσα στην φύση, με κήπο, πουλάκια και ηρεμία. Σχολείο πήγα στην Θέρμη, σε ένα ιδιωτικό, γιατί ο μπαμπάς μου το είχε «ψώνιο» να πάω σε ιδιωτικό. Οπότε από την πρώτη δημοτικού μέχρι και την τρίτη λυκείου πήγαινα σε αυτό το σχολείο και μέσα από αυτό γνώρισα και το θέατρο.
Στο σχολείο είχαμε μια πάρα πολύ καλή θεατρική ομάδα, που την διεύθυνε η Ελένη Δημοπούλου (καλλιτεχνική διευθύντρια της ομάδας “Εν δυνάμει”). Το επίπεδο ήταν πολύ υψηλό και είχαμε τα πάντα, κανονική σκηνή, φώτα. Οπότε στην πέμπτη δημοτικού ξεκινάω το θέατρο, το οποίο και συνέχισα μέχρι το λύκειο. Στην τρίτη λυκείου σταμάτησα, όπως έτσι γίνεται – σταματάς τα πάντα για να δώσεις πανελλήνιες – και μαράζωσα εντελώς. Η επιλογή να ξεκινήσω θέατρο ήταν καθαρά δική μου. Στην οικογένεια δεν έχουμε κανέναν που να ασχολείται γενικότερα με τα καλλιτεχνικά. Δεν θυμάμαι πώς μου ήρθε το θέατρο, ήμουν και πολύ εσωστρεφές παιδάκι, αλλά για κάποιον λόγο είχα καταλάβει ότι αυτό θέλω να κάνω. Ένιωθα την ομάδα του σχολείου σαν έναν τόπο που μπορούσα να βγάλω το μέσα μου – πάλι με έναν εσωστρεφή τρόπο – αλλά λειτουργούσε καλά και γινόταν σε ένα πολύ προστατευμένο περιβάλλον.
Θυμάμαι να είμαι στη σκηνή και να κάθομαι μπροστά από τον έναν προβολέα, που συνήθως υπάρχει μια ευαισθησία σαν να μην μπορείς να τον κοιτάξεις κατάματα. Εγώ τον κοιτούσα γιατί με τραβούσε πάρα πολύ. Και ξέρεις, όταν κοιτάς κατευθείαν το φως είναι σαν να μην βλέπεις μετά, βλέπεις ένα λευκό, θολό πράγμα. Και εγώ το κοιτούσα και ένιωθα μια σύνδεση. Κάτι δημιουργήθηκε εκεί, που με συγκέντρωνε και με έκανε να νιώθω καλά.
Άρα κατάλαβες από μικρή πως θέλεις να ασχοληθείς με την υποκριτική;Το θέατρο κατά κάποιον τρόπο σε παραμυθιάζει: Τα τραγούδια, τα κουστούμια, τα φώτα και αυτή η αίσθηση του ανήκειν
Ναι, από πολύ μικρή ήθελα να γίνω ηθοποιός. Έχω ακόμα ένα χαρτάκι από την κατασκήνωση που η ομαδάρχισσά μου έχει γράψει “σου εύχομαι να γίνεις ηθοποιός όπως θέλεις και να σε βλέπουμε και να μας κάνεις να γελάμε”. Ήμουν πολύ τυχερή που ήξερα από μικρή τι ήθελα να κάνω, που είχα μια κλίση και τη βρήκα. Στις παραστάσεις, όταν ήμουν στο γυμνάσιο, είχα μικρούς ρόλους, γιατί δικαιωματικά τα παιδιά που πήγαιναν λύκειο είχαν τους πρωταγωνιστικούς. Θυμάμαι να έχω έναν ρόλο που είχε κυριολεκτικά δύο ατάκες. Πεταγόμουν πίσω από μια γλάστρα, έλεγα τις ατάκες μου και έφευγα. Και ενώ έκανα μόνο αυτό, το περίμενα με τρελή ανυπομονησία. Το θέατρο κατά κάποιον τρόπο σε παραμυθιάζει. Τα τραγούδια, τα κουστούμια, τα φώτα και αυτή η αίσθηση του ανήκειν… Νιώθεις ότι κάνεις, πραγματικά, κάτι σπουδαίο.
Στην πορεία, βρήκα το Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ και είχα αποφασίσει μόνη μου να δώσω Πανελλήνιες με στόχο να περάσω εκεί. Η μαμά μου με στήριξε πολύ τότε. Ήταν και παραμένει πολύ υποστηρικτική σε όλες μου τις αποφάσεις, έχει δει όλες τις παραστάσεις και όλες τις ταινίες μου. Εννοείται με στηρίζει και οικονομικά γιατί «παίζει» πολλή ανεργία στον χώρο, δυστυχώς.
Αν συναντούσες τώρα την 18χρονη εαυτή σου, να νιώθει αγχωμένη με τις Πανελλήνιες, τι θα της έλεγες;Αγχωμένη δεν ήμουν ποτέ με τις Πανελλήνιες, γιατί είχα τρελή άγνοια κινδύνου όταν επέλεγα το τμήμα Θεάτρου. Δεν ανησυχούσα πως δεν θα πετύχω, το ένιωθα μέσα μου ότι θα βγει κάτι καλό. Ίσως να της έλεγα να μην περάσει στη σχολή αυτή και να παλέψει να μπει σε κάποια δραματική σχολή στην Αθήνα. Είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα εδώ. Στην Αθήνα, υπάρχει κόσμος που βλέπει τις πτυχιακές των παιδιών και μπορεί να τους προτείνει έπειτα κάποιον ρόλο. Όσο πιο νωρίς βρεθείς εδώ, τόσο το καλύτερο. Όμως και η σχολή που πέρασα εγώ, έχει άλλες αρετές! Μαθαίνεις να συνεργάζεσαι και να νιώθεις περισσότερο την αίσθηση της ομάδας. Περνάς από όλα τα πόστα μια θεατρικής παραγωγής και έχεις μια άλλη αίσθηση της κατάστασης, πιο ολιστική. Εκτιμάς περισσότερο την δουλειά και των υπολοίπων.
Καλά ήταν όνειρο, ήθελα να βρίσκομαι σε γύρισμα κάθε μέρα! Δεν το περίμενα καθόλου το hype για τα Τσουλάκια. Μια φίλη μου μου είχε πει ότι θα γίνει ένα casting για μια μικρού μήκους του Τμήματος Κινηματογράφου στην Θεσσαλονίκη. Εμείς στην σχολή δεν είχαμε μάθημα υποκριτικής στην κάμερα και οπότε το είδα σαν μια ευκαιρία να μάθω χωρίς να πληρώσω για κάποιο σεμινάριο – όπως κάνουν και πολλοί άλλοι ηθοποιοί, ούτως ή άλλως. Πήγα, λοιπόν, για να πάρω εμπειρία. Κάναμε άπειρες πρόβες και η Δέσποινα (Μαυρίδου) μάς καθοδηγούσε πολύ σιωπηλά και συγκεκριμένα όπου χρειαζόταν. Μάς έδωσε πολύ χώρο και στην ταινία, αλλά και για να δημιουργήσουμε μια σχέση με την Ελένη Γεωργάκη (σ.σ: συμπρωταγωνίστριά της στην ταινία).
Χάρηκα πάρα πολύ με την θετική εξέλιξη της ταινίας και την επιτυχημένη πορεία, όπως είπα δεν το περίμενα καθόλου. Μου έστελναν μηνύματα άτομα που δεν γνωρίζω, λέγοντάς μου ότι τους άγγιξε πολύ η ταινία και ότι συγκινήθηκαν. Με σοκάρει αλλά και με ευχαριστεί ταυτόχρονα που κάνω τους άλλους να βιώνουν αυτά τα συναισθήματα. Επίσης και ως θεάτρια, μου είναι σημαντικό και ζητούμενο να δω κάτι που θα με κάνει να νιώσω, σε μια εποχή που δεν αφήνουμε τους εαυτούς μας να νιώθουν έντονα. Από αυτή την ταινία με είδαν και τα παιδιά (Αμέρισσα Μπάστα και Δημήτρης Νάκος) οπότε είμαι ευγνώμων γιατί μετά από αυτό είχα προτάσεις για δουλειές. Κάτι γίνεται, κάτι χτίζεις σιγά, σιγά και μπαίνεις σε μια ροή.
Ναι, όπως είπα η Αμέρισσα και ο Δημήτρης είχαν δει τα Τσουλάκια και με προσέγγισαν, μου έστειλαν ένα μήνυμα και μου έδωσαν πληροφορίες για την ταινία και το σενάριο, ώστε να επικοινωνήσω μαζί τους. Τους πήρα τηλέφωνο και αρχίσαμε να συζητάμε για την ταινία, το σενάριο και την Λένα. Ακόμα δεν είχε «κλείσει» ο ρόλος και εμείς είχαμε αναπτύξει μια σχέση μέσα από το τηλέφωνο καθώς εγώ βρισκόμουν ακόμα Θεσσαλονίκη και εκείνοι Αθήνα.
Η Αμέρισσα και ο Δημήτρης ήταν πολύ καλοί και γλυκοί μαζί μου. Με φρόντισαν σαν παιδί τους, ειδικά όταν κατέβηκα Αθήνα για τις πρόβες και τα γυρίσματα. Συζητούσαμε, όπως είπα, πολύ για την Λένα, τον χαρακτήρα μου και γενικότερα το σενάριο. Μου είπαν να δω κάποιες ταινίες πχ το Fish Tank, το Rosetta και άρχισα να σκέφτομαι περισσότερο τη Λένα.
Γενικά μου αρέσει πολύ να βρίσκομαι στο σετ. Από την πρώτη φορά, στα Τσουλάκια, είχα περάσει τέλεια. Βέβαια, οι απαιτήσεις σε μια μεγάλου μήκους ταινία είναι προφανώς διαφορετικές. Στην αρχή δεν είχα καταλάβει τι σημαίνει 12 ώρες γυρίσματος, 6 μέρες την εβδομάδα και την άλλη μέρα να χρειάζεται να κάνεις πρόβα. Κάπου κατά την τρίτη εβδομάδα γυρίσματος, το συνειδητοποίησα. Θυμάμαι, ήμουν πιο ευέξαπτη και κουρασμένη… Τα γυρίσματα γίνονταν και στην Αθήνα μέσα Αυγούστου και είχε τρομερή ζέστη που δεν βοηθούσε. Παρ’ όλα αυτά, όταν έχεις πρωταγωνιστικό ρόλο, έχεις και περισσότερο χρόνο να γνωριστείς με όλους, να χτίσεις σχέσεις. Κι αυτό μου αρέσει. Μετά από ένα σημείο, λόγω ιδρυματισμού και λόγω του ότι είστε όλοι μαζί συνέχεια, δημιουργείται μια πιο «οικογενειακή» συνθήκη.
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που συνάντησες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;Θυμάμαι στην αρχή μου λέγανε τα παιδιά ότι η κινηματογράφηση θα γίνει με κάμερα στο χέρι και θα έχει πολλά κοντινά, αλλά δεν μπορούσα να αντιληφθώ ακριβώς τι σημαίνει αυτό. Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων άρχισα να αντιλαμβάνομαι γιατί κρυφο-κοιτούσα το μόνιτορ. Δεν υπήρχε χώρος και χρόνος να ρωτάω πολλά πράγματα στο γύρισμα αλλά μια μέρα είχαμε βγει για κρασί με την Χριστίνα Μουμούρη (Διευθύντρια Φωτογραφίας) και ρώτησα για τους φακούς που θα χρησιμοποιήσουμε στο γύρισμα και τη λειτουργία τους. Χρειάζονται αυτές οι βασικές γνώσεις για να μπορείς μετέπειτα να παίξεις με το μέσο. Η ταινία όλη στραμμένη πάνω μου σημαίνει ότι έπρεπε να είμαι πολύ πειθαρχημένη. Να μην ξενυχτάω για να μην φαίνομαι κομμένη, να φροντίζω την εαυτή μου και να πίνω νερό γιατί ήταν και καλοκαίρι. Να βρίσκω τρόπους να χαλαρώνω όσο είμαι στο σετ. Το πρωί καθόμουν στην καρέκλα μου για να με βάψουν, έβαζα τα ακουστικά μου και άκουγα μουσική για να χαλαρώνω και να μπορώ να συγκεντρωθώ.
Στην ταινία είναι πολύ σημαντική η μουσική. Έτσι είναι και στη ζωή σου; Είχες λόγο ή βοήθησες στην επιλογή των τραγουδιών;Δεν ήξερα τι κομμάτια θα παίξουν στην ταινία μέχρι να την δω. Υπήρξαν διάφορες συζητήσεις για το τι μουσική ακούει η Λένα, fem rap, hip hop και παρόμοια ακούσματα, οπότε άκουγα και εγώ αντίστοιχη μουσική. Κάθε σκηνή έχει τον δικό της ρυθμό, οπότε σκεφτόμουν ποιο τραγούδι ταιριάζει με τον ρυθμό της σκηνής και το άκουγα. Πριν από τα γυρίσματα άκουγα το “Άμα ρωτήσουν που χάθηκα” του Βέβηλου και του Anser. Δεν ξέρω γιατί, μού κόλλησε και απλά φανταζόμουν την Λένα, οπότε το έχω συνδέσει με αυτήν. Η μουσική για εμένα είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής μου, αλλά είναι σημαντικό και για να πλησιάσεις έναν ρόλο. Με εμπνέει πολύ η μουσική και με βοηθάει να συγκεντρώνομαι. Με κάνει να φαντάζομαι πώς μπορεί ένας χαρακτήρας να περπατάει ή να σκέφτεται και να λέω “αυτός είναι μπλουζ”.
Η Λένα τι «μουσική» είναι;Η Λένα νομίζω έχει κάτι μελαγχολικό και δυναμικό μαζί. Αυτό που θα πω δεν ταιριάζει με την μουσική της ταινίας αλλά βγάζει κάτι σε Cohen, που σε θλίβει αλλά ταυτόχρονα έχεις ένα αίσθημα ελπίδας. Σαν χαρακτήρας είναι πιο πολύ hip hop και rap.
Κι εσύ;Εγώ έχω εμμονή με τους Madrugada, Bob Dylan και Θανάση (Παπακωνσταντίνου). Μπορεί να μου έρθει να ακούσω και Avril Lavigne. Ακούω τόσο μουσική αλλά είμαι τελείως άσχετη σε θεωρητικές μουσικές γνώσεις.
Άρα, εσύ και η Λένα δεν ταιριάζετε πολύ στην μουσική. Βρίσκεις όμως κομμάτια του εαυτού σε αυτήν και επομένως στην ταινία;Ο ηθοποιός είναι ο εαυτός του, είναι σαν ένα δοχείο και φέρει μέσα του την ιστορία κάποιου άλλου
Οι ρόλοι που έχω παίξει ουσιαστικά είμαι εγώ, απλά λέω τα λόγια κάποιου άλλου. Μπορεί να προσθέσω κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, κάτι πολύ διακριτικό που να περνάει από κάτω, αλλά να βοηθάει εμένα να προσεγγίζω καλύτερα τον χαρακτήρα. Ο ηθοποιός είναι ο εαυτός του, είναι σαν ένα δοχείο και φέρει μέσα του την ιστορία κάποιου άλλου. Η Λένα θα έλεγα ότι είναι ρομαντική, αλλά με την έννοια της επαναστατικότητας. Είναι πεισματάρα και διεκδικεί αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό να γίνει.
Ξέρω ότι έχεις πάει σε αρκετές προβολές της ταινίας, αλλά θα ήθελα να μάθω πώς ένιωσες όταν είδες την ταινία παρέα με τόσο κοινό την πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.Έπαθα πολλαπλά εγκεφαλικά, είχα βουλιάξει μέσα στην καρέκλα. Καθόμουν δίπλα στον Τζέο (Πακίτσας) που κάνει τον Στέλιο στην ταινία και κρατιόμασταν χέρι χέρι. Με το ένα χέρι κρατούσα τον Τζέο και με το άλλο έκλεινα τα μάτια μου. Κορόιδευα τη φωνή μου και πώς ακουγόταν σε κάποιες ατάκες. Θα προτιμούσα να μην την δω πρώτη φορά έτσι, γιατί δεν μπόρεσα να την απολαύσω. Μετά την τέταρτη φορά που είδα την ταινία μπορώ να πω ότι την απήλαυσα. Βέβαια είναι τρομερό να έρχεσαι σε επαφή με το κοινό. Είναι πολύ συγκινητικό και γλυκό που έρχεται ο κόσμος να δει την ταινία και μετά να σου μιλήσει, ενώ στην ουσία δεν σε ξέρει. Αλλά σίγουρα δεν περίμενα αυτό το αποτέλεσμα. Δεν σκέφτομαι το μετά, ελπίζω αυτό που κάνω να αγγίζει τον κόσμο και να συνδεθεί κάπως με αυτό που βλέπει. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι θα πάρει το βραβείο κοινού στη Θεσσαλονίκη.
Ποια είναι η αγαπημένη σου σκηνή από την ταινία και ποια ήταν η πιο δύσκολη σκηνή στο γύρισμα;Δεν σκέφτομαι ρόλους συγκεκριμένα. Σκέφτομαι να έρχονται δουλειές, να δουλεύουμε σταθερά και να εξελίσσουμε το μέσο
Για την δεύτερη ερώτηση έχω σίγουρη απάντηση. Είναι η σκηνή που πάει η Λένα να δει ένα σπίτι για να νοικιάσει και το σπίτι είναι χάλια. Το σπίτι είχε κατσαρίδες και επειδή εγώ έχω τρομερή φοβία, είχα φρικάρει. Το ήξεραν όλοι στο σετ αλλά δεν μου το έλεγαν. Τώρα όσον αφορά στην πρώτη σου ερώτηση, νομίζω αγαπημένες μου είναι όλες οι σκηνές με τον μικρό αδερφό μου. Αν και δεν έχω αδέρφια συγκινούμαι πολύ από τις αδερφικές σχέσεις και τα παιδιά. Ο Περικλής (Καραγεώργας), που υποδύθηκε στην ταινία τον αδερφό μου, είναι φοβερός και με συγκινεί απίστευτα.
Υπάρχουν άλλες συνεργασίες, ταινίες, ρόλοι που ονειρεύεσαι;Αυτή την περίοδο, επειδή με αφορά αρκετά η ψυχική υγεία – διαβάζω και πολύ πάνω σε αυτό το θέμα – θα μου άρεσε κάποιος ρόλος που να σχετίζεται με αυτό, να είναι περίπλοκος, όπως στο “The Woman under the Influence” (Τζον Κασσαβέτης, 1974). Στο θέατρο ένας χαρακτήρας που θα ήθελα να κάνω εδώ και χρόνια είναι ο Πουκ από το Όνειρο Θερινής Νυκτός. Δεν σκέφτομαι ρόλους συγκεκριμένα, σκέφτομαι αρχικά να έρχονται δουλειές, να δουλεύουμε σταθερά, να μπορώ να εξελίξω και να εμβαθύνω το μέσο, να δουλεύω με ωραίους συνεργάτες.
Θα συνεργαζόμουν με τον Joachim Trier, ενώ αν ζούσε ο Αγγελόπουλος θα έκανα εννοείται τα πάντα για να συνεργαστώ μαζί του. Και με τον Παντελή Βούλγαρη το ίδιο. Και ο Αλέξανδρος Βούλγαρης – αν και δεν καταλαβαίνω πολλά από αυτά που κάνει – νιώθω ότι μου ξυπνάει άλλες αισθήσεις, όχι τόσο εγκεφαλικά αλλά σωματικά.
Να μην πεθάνω από την ζέστη, να πάμε σε ένα ωραίο νησάκι για λίγες μέρες και να «κάτσει» καμία δουλειά.
Οι «Μικρές ανάσες» μετά από την πετυχημένη πρεμιέρα τους στο 66ο Φεστιβάλ Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ήταν υποψήφιες για 5 βραβεία ΙΡΙΣ: ταινίας, σεναρίου, πρωτοεμφανιζόμενης σκηνοθέτριας, Α’ γυναικείου ρόλου, Β’ ανδρικού ρόλου (Αντώνης Τσιοτσιόπουλος).
Από 4 Ιουνίου στους κινηματογράφους.