Είναι γεννημένοι και μεγαλωμένοι στην ελληνική περιφέρεια. Και ξέρουν τι σημαίνει αυτό. Γνωρίζουν τον αδιατύπωτο βαθμό που ο πολιτισμός λείπει από τις τοπικές κοινωνίες, καθώς και τα μεγάλα κενά που δημιουργεί στην πνευματική ζωή το έλλειμμά του. Πόσο μάλλον, όταν μια επαρχιακή κοινωνία έχει κι άλλες πολύ, μεγαλύτερες πληγές να επουλώσει. Μια κοινωνία σαν την ευβοϊκή που αφανίστηκε από τις πυρκαγιές και την κρατική αδιαφορία. Εκεί πηγαίνουν αυτό το καλοκαίρι (για την ακρίβεια είναι εκεί εδώ και πολλούς μήνες) ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης (aka τα Καλογεράκια) ως εκπρόσωποι της δράσης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής «Μέλισμα». Πρόκειται για τον τρίτο κύκλο δράσης του συγκεκριμένου καλλιτεχνικού προγράμματος υπό τη σκέπη των Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών Δράσεων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Και εφόσον το πρόγραμμα οργανώνεται με επικεφαλής το γνωστό καλλιτεχνικό δίδυμο, η μουσική, η ποίηση και το θέατρο θα έχουν τον πρώτο λόγο.

Στη διάρκεια της διδασκαλίας.
Ο Μιχάλης και ο Παντελής βρίσκονται σε επαφή με τους κατοίκους του Δήμου Ιστιαίων και Αιδηψού από τον χειμώνα και η καλλιτεχνική συνεργασία μαζί τους έχει ήδη αποδώσει καρπούς. Η πρώτη παράσταση – συναυλία θα παρουσιαστεί στις 4 Ιουλίου και, όπως λένε, «θα είναι το πρώτο δείγμα δουλειάς μας με τους κατοίκους», καθώς η δεύτερη παράσταση θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβρη. «Μιλάμε για πρωτότυπη συγγραφή και σύνθεση υλικού, την οποία δουλέψαμε με τους ντόπιους με άξονες τον πόλεμο, την απώλεια, τον τόπο».
Ο Μιχάλης περιγράφει «ανθρώπους με φωτεινά μάτια και ήρεμες φωνές, αθώα παιδιά και ορεξάτους νέους. Μου κάνει εντύπωση πως γίνεται να μην υπάρχει ένα σινεμά στην Αιδηψό· ωστόσο με γεμίζει δύναμη να βλέπω άτομα να συνασπίζονται και να δημιουργούν τέχνη από το τίποτα, μόνο και μόνο για τη λαχτάρα της δημιουργίας». Ακόμα πιο γλαφυρός, ο Μιχάλης μιλάει για «ελεύθερα άτομα, πληγωμένα, ενθουσιασμένα, ερωτευμένα, παντρεμένα, χωρισμένα, μικρά παιδιά στο Δημοτικό, εφηβάκια στο Γυμνάσιο, συνταξιούχους, εργαζόμενους, απλούς αληθινούς ανθρώπους» – μεταφέροντας την προσωπική του εμπειρία από την πατρίδα του την Κρήτη, μιαν άλλη επαρχία όπου υπάρχει δίψα για πολιτισμό και τέχνη. «Είναι θλιβερό το πόσο πόλεμο έχει δεχτεί η τέχνη και ο πολιτισμός στην επαρχία, κυρίως επειδή δεν φέρνει ψήφους, αφυπνίζει και καλλιεργεί πεποιθήσεις και προσωπικότητες», λέει. Και ίσως γι’ αυτό έχουν μπει πολύ δυναμικά στο εγχείρημα.

Κάτοικοι του Δήμου Ιστιαίων και Αιδηψού εν δράσει.
Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, ο λόγος των κατοίκων της Εύβοιας, μικρών και μεγάλων, οι εμπειρίες και τα βιώματα στον τόπο τους, πριν και μετά την καταστροφή θ’ αξιοποιηθεί και θα κορυφωθεί σε ένα καλλιτεχνικό έργο. Λόγο που τα δύο αδέρφια ήδη αξιοποιούν και αναδεικνύουν. Ο Παντελής Καλογεράκης διαπιστώνει μέσα από τα κείμενα τους πως ο δεσμός των κατοίκων με τον τόπο παραμένει ισχυρός· «αλλά και η απογοήτευση μεγάλη, αφού δυστυχώς έχουμε μάθει να αρκούμαστε σε δικαιολογίες. Είναι κρίμα να βλέπεις πόσο εύκολα ξεχνάμε. Ωστόσο, γι’ αυτό και θεωρώ πως είναι σημαντική η ποίηση. Γιατί εκεί ζωντανεύουν τα αμίλητα όχι, η αντίσταση, ο θυμός. Δημιουργείται μια αφετηρία». Στο παυσίλυπο της τέχνης θα αφεθεί και ο Μιχάλης, δίχως άλλο: «για τους ανθρώπους που έχουν δεχτεί συμφορές και έχουν πονέσει, δεν μπορούμε να καταλάβουμε πολλά. Μονάχα να νιώσουμε μπορούμε. Γι’ αυτό και κάθε φορά που βρίσκομαι στην Βόρεια Εύβοια σκέφτομαι πως το μέρος που πατάω έχει δεχτεί στοχευμένη απομόνωση και στρατηγικό μαρασμό».

Στο Μέλισμα συμμετέχουν όλοι, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Με δημιουργικό τους κέντρο τον ποιητικό λόγο, τα Καλογεράκια πιστεύουν πως ενεργούν πάνω σε ένα κατεξοχήν πεδίο διαμαρτυρίας. Πόσο μάλλον όταν στην εκδοχή του «Μελίσματος ΙΙΙ» η ποίηση είναι γέννημα των ανθρώπων της Εύβοιας. «Πραγματοποιούμε σειρές συναντήσεων με τους ντόπιους γύρω από την ποίηση και τη μουσική, με την καθοδήγηση του Θωμά Τσαλαπάτη. Μαζί, η Δανάη Σεργίου οδηγεί την χορωδία που δημιουργήθηκε από τους κατοίκους, οι οποίοι μαθαίνουν να τραγουδούν τα μελοποιημένα ποιήματα τους. Κι ενώ είμαστε ακόμα στην διαδικασία της κατασκευής της τελικής μας παράστασης, θέλουμε ο λόγος να ξεχειλίζει από παντού», αναφέρει ο Παντελής. Γιατί; Μα γιατί, συνεχίζει ο ο ίδιος «η ποίηση έχει ως βασική της λειτουργία τη συλλογική ενεργοποίηση· γι’ αυτό ίσως και είναι επικίνδυνη στις μέρες μας, επικίνδυνη για τους εξουσιαστές. Μέσω της ποίησης μπορούμε να γυρίσουμε την αφήγηση και να ξυπνήσουμε συνειδήσεις. Νομίζω πως είναι υποχρέωση μας να το κάνουμε. Γιατί το mainstream που είναι μέτριο και απολιτίκ, δεν θα το κάνει ποτέ».
Από παιδιά ποιητέςΚαι οι δύο συνδέονται με τον ποιητικό λόγο από την εφηβική τους ηλικία, πριν ακόμα δώσουν σχήμα στην καλλιτεχνική τους ταυτότητα και πριν ακόμα αγαπηθούν από το κοινό γι’ αυτήν. Φαίνεται πως δεν αναζήτησαν τους λόγους που «αποτάθηκαν» στα ποιητικά αναγνώσματα· τους φτάνει, όπως σημειώνει ο Μιχάλης, «πως είναι σχέση επιβίωσης» ενώ ο Παντελής θυμάται πως από παιδί έγραφε ποιήματα· «και συνεχίζω να γράφω προκειμένου να αποφορτίζομαι και να διαχειρίζομαι την ασχήμια της ζωής, αλλά και την ομορφιά της».
Έχουν συγκινηθεί και γι’ αυτό έχουν συνδεθεί δημιουργικά με την ποίηση της Κατερίνας Γώγου, της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ, του Kae Tempest, τα λόγια του Jaul αλλά και τις «προσωπικές ιστορίες που αφηγούνται άτομα όταν χωρίς να αντιλαμβάνονται την σπουδαιότητα της στιγμής αλλάζουν οι ανάσες των ακροατών». Αγαπούν, δηλαδή, την ποίηση που είναι φορέας αλήθειας, πολιτικού και κοινωνικού σχολίου.

Τα ποιήματα των εκδηλώσεων έχουν προκύψει από βιώματα των κατοίκων.
Ο ένας την συνάντησε σπουδάζοντας θέατρο (ο Παντελής), ο άλλος προτάσσοντας τη μουσική (ο Μιχάλης). Βέβαια, λένε σε ομοφωνία – είναι δίδυμοι εξάλλου – πως «η τέχνη είναι μια, απλά τα εργαλεία αλλάζουν· όπου εστιάσεις την προσοχή σου, θα βρεις τον τρόπο να αισθανθείς δημιουργικός. Προτιμώ ένας καλλιτέχνης να βασίζεται στην ανάγκη του να δημιουργήσει, παρά στην ανάγκη του να επικοινωνήσει την τέχνη του». Ο Παντελής δηλώνει την πίστη του στο πάλκο, στη σκηνή «στο γεγονός πως ανεβαίνω πάνω, έχω ένα φως πάνω μου και την προσοχή έστω κι ενός ατόμου. Από εκεί ξεκινάνε όλα. Αφετηρία μου είναι η σκηνή, όπου εκεί ζει η ανάγκη μου να πω ποιήματα, είτε αυτό είναι θέατρο είτε είναι μουσική είτε διάλεξη είτε ο,τιδήποτε άλλο».
Το «Μέλισμα» είναι μια ακόμα αφορμή για το Μιχάλη και τον Παντελή Καλογεράκη να κατακτήσουν τη μεγάλη σκηνή, δηλαδή, το βήμα ενός μεγάλου οργανισμού όπως είναι η ΕΛΣ. Οι ίδιοι δίνουν έμφαση στην εκπαιδευτική διάσταση του έργου της Λυρικής Σκηνής, στην οποία και συμμετέχουν – εκτιμώντας ασφαλώς την εμπιστοσύνη της ομάδας με προεξάρχοντα τον καλλιτεχνικό διευθυντή Γιώργο Κουμεντάκη. Κατά τα άλλα, δεν εξετάζουν αν το κοινό τους ταυτίζεται με το εκτόπισμα ενός θεσμού ή με το «άνοιγμα» μιας μικρότερης σκηνής. «Δεν κάνουμε τίποτα με γνώμονα το κοινό», ισχυρίζονται. «Για να είμαστε ευτυχείς, ανάλαφροι, εμπνευσμένοι και δημιουργικοί βασιζόμαστε στην ορμή μιας εσωτερικής διάθεσης για το πως θα θέλαμε να γίνονται τα πράγματα. ‘Amor fati’ (αγάπη για το πεπρωμένο) που αναλύει και ο Νίτσε. Να βρίσκεις το ωραίο σε ό,τι είναι αναγκαίο. Ώστε να κάνεις ωραία, τα αναγκαία».