MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΚΥΡΙΑΚΗ
19
ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Τι Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών θέλουμε;

Τέσσερις άμεσα εμπλεκόμενοι και στενοί παρατηρητές των εξελίξεων, οι κ.κ. Δηώ Καγγελάρη, Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, Νίκος Χατζόπουλος και Αργύρης Ξάφης σχολιάζουν πρόσφατο νομοσχέδιο ίδρυσης της ΑΣΠΤ και εξηγούν γιατί δεν πρέπει να χαθεί αυτή η ευκαιρία για την Πολιτεία και την κοινωνία.

Στέλλα Χαραμή | 19.04.2026 Σχεδιασμός εξωφύλλου: Μαρία Βαλτζάκη

Εδώ και ακριβώς τρία χρόνια είμαστε μάρτυρες – μετά από πολύμηνες καταλήψεις δραματικών σχολών και μαζικές κινητοποιήσεις της καλλιτεχνικής κοινότητας – μιας ακόμα συζήτησης για την ανωτατοποίηση των παραστατικών Τεχνών. Εδώ και δύο μήνες, μετά από ζυμώσεις της κοινότητας και των υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πολυνομοσχέδιο, το ν.5291/2026 που θα υλοποιήσει μετά από περίπου 40 χρόνια έντονων αιτημάτων, συζητήσεων και σχεδιασμών για ακαδημίες Τεχνών που πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων, που ιδρύει την Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών.

Οι τελευταίες εβδομάδες υπήρξαν θερμές. Και πάλι, η καλλιτεχνική κοινότητα και κυρίως οι άνθρωποι του θεάτρου, αντέδρασε στην αρχική μορφή του νομοσχεδίου, ζητώντας πλείστες αλλαγές, κάποιες έγιναν σεβαστές και άλλες – εξίσου σημαντικές – παραμένουν σε εκκρεμότητα. Πιο κοντά από κάθε άλλη φορά στην υλοποίηση αυτής της αναγκαιότητας και με δεδομένο το δεύτερο κείμενο του πολυνομοσχεδίου, ψάχνουμε απαντήσεις για το τι τελικά θα σημάνει αυτή η πανεπιστημιακή σχολή. Τι μπορεί να αλλάξει επί τα βελτίω στο εκπαιδευτικό και πολιτιστικό τοπίο της χώρας – αν και εφόσον λειτουργήσει σωστά. Τι μπορεί να στραβώσει αν δεν υποστηριχτεί η εργαστηριακή φύση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και προωθεί μόνο η θεωρητική πλευρά της. Τι σημαίνει η συγχώνευση κρατικών σχολών και ποια είναι τα εναλλακτικά σχέδια για να μην εξαφανιστούν από το χάρτη αυτές οι ιστορικές σχολές που διαμόρφωσαν, εν πολλοίς, όσα αναγνωρίζουμε ως παραστατική τέχνη σήμερα. Ποιες είναι οι ευθύνες και οι υποχρεώσεις των Υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού στον κρατικό αλλά και στον ιδιωτικό χώρο της εκπαίδευσης παραστατικών τεχνών. Ποιες είναι οι μεγάλες ευκαιρίες αλλά και οι μεγάλες παγίδες – που μπορούν να αποφευχθούν. Και πως μια νέα πανεπιστημιακή σχολή μπορεί να αλλάξει το θολό κοινωνικό βλέμμα προς τους καλλιτέχνες.

Σε όλα αυτά, απαντούν και εξηγούν τις παραμέτρους προτεραιότητας του νέου νόμου και της υλοποίησης του, τέσσερις άνθρωποι των παραστατικών Τεχνών, με θεσμικό ρόλο, είτε ως άμεσα εμπλεκόμενοι είτε ως στενοί παρατηρητές των εξελίξεων: Η διευθύντρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και πρώην επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ Δηώ Καγγελάρη, ο διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και καθηγητής της δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, Νίκος Χατζόπουλος και ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και καθηγητής της δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, Αργύρης Ξάφης.

Εξηγεί η διευθύντρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου Δηώ Καγγελάρη

@Θανάσης Καρατζάς

Μετά τις πολύμηνες φοιτητικές κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν με μεγάλη ένταση το 2023 και την κατάληψη της Δραματικής Σχολής και των εγκαταστάσεων του Εθνικού Θεάτρου, σύσσωμο το διδακτικό προσωπικό της σχολής με επικεφαλής τη διευθύντρια του Δηώ Καγγελάρη – επί 20ετίας ακαδημαϊκό στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ – καταπιάστηκε εντατικά με τη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας και τις διαβουλεύσεις με τα αρμόδια Υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού (οι οποίες και συνεχίζονται) για την ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών.

Η Δραματική του Εθνικού ως πανεπιστημιακό τμήμα

Παρότι η παράδοση της πρώτης μορφής του πολυνομοσχεδίου στις αρχές Μαρτίου εξέγειρε την έγγραφη αντίδραση της διοίκησης του Θεάτρου όσο και της διοίκησης της Δραματικής Σχολής του, μεσολάβησαν κάποιες ικανές τροποποιήσεις επί των αρχικών διατυπώσεων και προβλέψεων του σχετικού νομοσχεδίου, οι οποίες προς ώρας, μοιάζουν να διαμορφώνουν μια εγγύτερη πραγματικότητα στα αιτήματα του οργανισμού.

Σύμφωνα με το, υπό συζήτηση, νομοσχέδιο η Δραματική Σχολή του Εθνικού (όπως και αυτή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας) ορίζονται ως «τμήματα» της νέας πανεπιστημιακής σχολής· εν ολίγοις απορροφώνται από την ΑΣΠΤ, στο πλαίσιο διάρθρωσης των ακαδημαϊκών μονάδων. Όπως διευκρινίζει, η κ. Καγγελάρη «πράγματι, η βούληση του Εθνικού Θεάτρου ήταν να παραμείνει η Δραματική Σχολή του ως έχει και να διασυνδεθεί στο τέταρτο έτος με το νέο φορέα. Επί τρία χρόνια προσπαθήσαμε με πλήρη συναίσθηση ευθύνης να συμβάλλουμε ώστε να διαφυλαχτεί η ιδιαιτερότητα της φύσης των σπουδών της δραματικής τέχνης. Μια από τις παρεμβάσεις μας, μετά τη διαβούλευση του νομικού κειμένου, που έγινε δεκτή από την Πολιτεία, αφορά τη σύναψη προγραμματικής σύμβασης μεταξύ της ΑΣΠΤ και του Εθνικού Θέατρου για τη ρύθμιση μιας σειράς θεμάτων. Και φυσικά είμαστε έτοιμοι να στηρίξουμε με κάθε τρόπο την πανεπιστημιακή μετεξέλιξη της Σχολής μας μέσα από τη συμμετοχή μας στη Διοικούσα Επιτροπή και στο Καλλιτεχνικό Συμβούλιο –και αργότερα στο Συμβούλιο Διοίκησης».

Κι ενώ φαίνεται πως διασφαλίζεται ένας λειτουργικός ρόλος της ιστορικής σχολής του Εθνικού στην ίδρυση της Πανεπιστημιακής Σχολής, αυτόματα η δωρεάν δημόσια εκπαίδευση δραματικής τέχνης (όπως την παρέχουν έως τώρα το Εθνικό και το ΚΘΒΕ) στην ανώτερη βαθμίδα αυτόματα καταργείται. Η διευθύντρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού τονίζει πως αυτό θα πρέπει να αποκατασταθεί: «θα ήταν ευχής έργον το πανεπιστημιακό τμήμα του Εθνικού Θεάτρου να συνυπάρξει με μια πειραματική δραματική σχολή ανώτερης βαθμίδας, που θα συνδέεται άμεσα με τα σκηνικά τεκταινόμενα της κρατικής μας σκηνής. Πιστεύω ότι μέσα από τον γόνιμο διάλογο θα μπορέσει να γίνει κατανοητή αυτή η αναγκαιότητα».

Υπάρχουν κενά στο νομοσχέδιο;

Ούσα πρωταγωνίστρια στην διαβούλευση, αξιοποιώντας και την πολύχρονη ακαδημαϊκή θητεία και εμπειρία της, δεν διστάζει να διατηρήσει τις επιφυλάξεις της επί της διαχείρισης του πολυνομοσχεδίου. «Προσπαθήσαμε να θωρακίσουμε με κάθε τρόπο το νομοσχέδιο ώστε το υπό ίδρυση Τμήμα Δραματικής Τέχνης και Σκηνοθεσίας του Εθνικού Θεάτρου να τιμήσει την εκατόχρονη ιστορία της Σχολής μας και να μην αλλοιωθεί ο ουσιαστικός χαρακτήρας του. Από εκεί και ύστερα, όπως ξέρουμε, άνθρωποι φτιάχνουν τους καλούς νόμους και άνθρωποι τους χαλάνε».

Υπό αυτή την οπτική, γνωρίζοντας πως στην Ελλάδα σειρά καλών νομοθετημάτων είθισται να παραποιούνται, να εφαρμόζονται κατά το δοκούν, ή να μην εφαρμόζονται καθόλου, η κ. Καγγελάρη αντιμετωπίζει την εξέλιξη της ΑΣΠΤ μέσα από το καλό σενάριο διαχείρισης του. «Θα πρέπει να θυμίσω ότι το πρώτο σημαντικό βήμα για την ανωτατοποίηση των παραστατικών τεχνών ξεκίνησε μερικές δεκαετίες πριν στη Θεσσαλονίκη με τη λειτουργία του Τμήματος Θεάτρου, το 1992, στο οποίο είχα τη χαρά επί σειρά ετών να διδάξω. Η ίδρυση της ΑΣΠΤ αποτελεί μια σημαίνουσα κατάκτηση, η οποία αν υλοποιηθεί σωστά θα ανοίξει νέους ορίζοντες για τη συστηματική καλλιτεχνική εκπαίδευση. Να παραμείνει, δηλαδή, ένα ‘εργοτάξιο ονείρων’ και ερεθισμάτων που θα καλλιεργεί την ‘τσαγκαρική’, μακριά από τις ξέρες του ακαδημαϊσμού και τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Και είναι σπουδαίο γεγονός ότι θα μπορούν πλέον να διδάξουν αυτήν την συναρπαστική τέχνη της κατάδυσης στα μυστικά του ανθρώπινου σώματος και της ανθρώπινης ψυχής καταξιωμένοι καλλιτέχνες με σημαντικό εκπαιδευτικό έργο, χωρίς να είναι κάτοχοι πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών. Ναι, σκέφτομαι με συγκίνηση ότι πλέον θα μπορούσαν να εκλεγούν στο τμήμα της ανώτατης Δραματικής Τέχνης ο Θόδωρος Τερζόπουλος, η Μάγια Λυμπεροπούλου, ο Βασίλης Παπαβασιλείου… Και βέβαια ο Κουν· αλλά ο Κάρολος, θα μου πείτε, ήταν κατά της πανεπιστημιακής θεατρικής παιδείας, προκρίνοντας τον εργαστηριακό χαρακτήρα των σπουδών και την άμεση σχέση των σπουδαστών και των σπουδαστριών με τη θεατρική πράξη. Να, γιατί παράλληλα με την ανώτατη εκπαίδευση το Εθνικό Θέατρο, θα πρέπει – ενισχύοντας την έρευνα – να συνεχίσει να παρέχει θεατρική εκπαίδευση και στην ανώτερη βαθμίδα μέσα από μια νέα, πιο εργαστηριακή δομή».

Μήνυμα στην κοινωνία

Η ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παρασταστικών Τεχνών δεν αφορά μόνο σε ένα μεγάλο κενό στην ανώτατη εκπαίδευση, αλλά έχει αναφορά και ουσία και σε κοινωνικό επίπεδο. Η διευθύντρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού παρατηρεί καταρχάς πως «μπορεί να συμβάλλει με συστηματικό τρόπο στην αρτιότερη εκπαίδευση ηθοποιών και σκηνοθετών. Επιπλέον τούτο το νομοσχέδιο για την ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών συνδέεται άρρηκτα με τις θυελλώδεις κινητοποιήσεις που έγιναν πριν από τρία χρόνια για τη διαβάθμιση των καλλιτεχνικών σπουδών και περιλαμβάνει ρυθμίσεις για την αναγνώριση των πτυχίων Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών και την κατάταξη των αποφοίτων στο 7ο εξάμηνο της ΑΣΠΤ. Αποτελεί συνεπώς δικαίωση για όλους αυτούς τους νέους και τις νέες που επί τρία χρόνια ανταποκρίνονται σε ένα εξαιρετικά απαιτητικό πρόγραμμα σπουδών από το πρωί ως το βράδυ, μέσα σε αντίξοες συχνά βιοποριστικές συνθήκες. Είναι, εν γένει, μια αναγνώριση της σκηνικής πράξης και των ανθρώπων της και της ακάματης σπουδής τους πάνω στο σανίδι».

Εξηγεί ο διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης


Το Ωδείο Αθηνών ιδρύθηκε το 1871 ως Μουσικός και Δραματικός Σύλλογος, με διευθυντή της Δραματικής Σχολής τον Γεώργιο Βιζυηνό, μιλώντας σήμερα για ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα παραστατικής τέχνης ηλικίας 165 ετών· το οποίο κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες – υπό τη διεύθυνση του σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη – έχει αναπτύξει ένα δίκτυο ευρωπαϊκών συνεργασιών που περιλαμβάνουν τις διεθνούς φήμης ακαδημίες του GITIS στη Μόσχα και της LAMDA στο Λονδίνο.

Γιατί αγνοούνται οι ευρωπαϊκοί νόμοι;

Κι όμως, το Ωδείο Αθηνών που, παρότι ιδιωτική σχολή, εξασφαλίζει φοίτηση τετραετούς διάρκειας, έρχεται αντιμέτωπο με αδικίες και αδιέξοδα του πολυνομοσχεδίου για την ίδρυση της ΑΣΠΤ. Όπως συνέβη σε όλες οι ανώτερες σχολές δραματικής τέχνης, αναγνωρισμένες και πιστοποιημένες από το ΥΠΠΟ, βίωσε και αυτό πλήρη απαξίωση του πτυχίου του όταν, το 2022 το Προεδρικό Διάταγμα 85 το υποβάθμιζε σε απολυτήριο Λυκείου. Κι αν αυτό το σενάριο απεφεύχθη, χάρη στις μαζικές κινητοποιήσεις των σπουδαστών και τη συμπαράσταση του καλλιτεχνικού κόσμου, ο ν.5291/2026 εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται με τις ευρωπαϊκές νομοθεσίες και πρακτικές, οι οποίες εφαρμόζονται εδώ και χρόνια.

Όπως παρατηρεί ο κ. Αρβανιτάκης, η πρόβλεψη για «δίαυλο» που αφορά στους αποφοίτους ανωτέρων σχολών δραματικής τέχνης προς κάποια ΑΕΙ και το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο προκειμένου να αναβαθμίσουν τους τίτλους σπουδών τους «είναι παράλογη και σίγουρα δεν είναι λύση».

Ο διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Ωδείου επικαλείται το ευρωπαϊκό σύστημα των Πιστωτικών Μονάδων ECTS (European Credit Transfer and Accumulation System) που ‘μεταφράζουν’ το χρόνο σπουδών τον οποίο έχει αφιερώσει ο εκάστοτε φοιτητής ή φοιτήτρια σε κάποια χώρα της ΕΕ, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση σε άλλα ακαδημαϊκά ιδρύματα της ή την πρόσβαση σε προγράμματα Erasmus. Το πολυνομοσχέδιο αντιμετωπίζει με παράλογο τρόπο αυτό το, ισχύον στην Ευρώπη, σύστημα «αναγκάζοντας, μεταξύ άλλων, τους φοιτητές να καταβάλλουν εκ νέου δίδακτρα στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (υπολογίζονται πως υπερβαίνουν τις 5.000-6.000 ευρώ) για να πάρουν πτυχίο Ανώτατης Εκπαίδευσης. Πώς είναι δυνατόν, τέσσερα χρόνια φοίτησης στο Ωδείο Αθηνών και οι απόφοιτοι μας να μην μπορούν να τα εκμεταλλευτούν; Χωρίς πιστωτικές μονάδες, τα ξένα ωδεία δεν μας αναγνωρίζουν τα διδαχθέντα μαθήματα, συνεπώς ο νέος νόμος μόνο τιμωρητικά λειτουργεί, εφόσον δεν αντιμετωπίζει αυτό το τεράστιο κενό. Η δημιουργία ‘διαύλου’ είναι τσιρότο στο τραύμα – λες και δεν έχουμε ταλαιπωρήσει αρκετά τους νέους μας».

Η λύση του συστήματος των Πιστωτικών Μονάδων

Η στάση αυτή, κατά τον κ. Αρβανιτάκη, δηλώνει μια σοβαρή αντίφαση από το ΥΠΠΟ, σχετικά με τη διαχείριση των Ανώτερων Σχολών Δραματικής Τέχνης. «Εφόσον η Πολιτεία αναγνωρίζει αυτές τις σχολές πιστοποιώντας τις, οφείλει και να παρέχει νομοθετικά την οδό των Πιστωτικών Μονάδων. Αν πάλι δεν τις αναγνωρίζει, τότε οφείλει να τις κλείσει. Ας προχωρήσει σε αξιολόγηση όλων των, σε λειτουργία, δραματικών σχολών και ας κινηθεί ανάλογα. Δυστυχώς, ούτε γι’ αυτήν την αυτονόητη ενέργεια υπάρχει πολιτική βούληση – όπως έχουμε δει τόσες κυβερνήσεις στο παρελθόν να πετούν στα σκουπίδια τα πορίσματα προηγούμενων επιτροπών για τη δημιουργία Ακαδημίας Τεχνών. Φτάνουμε, λοιπόν, στο σημείο, επειδή υπάρχουν σχολές που δεν πληρούν τα απαραίτητα κριτήρια, να τιμωρείται όλο το σύστημα της ιδιωτικής εκπαίδευσης στις παραστατικές τέχνες».

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης επικαλείται και το παράδειγμα του Λονδίνου, που αποτελεί ένα «super market» πτυχίων θεάτρου. «Υπάρχουν στατιστικές που αποδεικνύουν πως τέσσερις στους πέντε αποφοίτους βρετανικής δραματικής σχολής δεν θα ανέβουν ποτέ σε επαγγελματική σκηνή. Γιατί; Γιατί η καλλιτεχνική σπουδή δεν σε κάνει αυτόματα επαγγελματία. Αν κάποιος δεν λάβει επαρκή μόρφωση αυτό θα κριθεί στο επάγγελμα. Επιπλέον, όσοι επιδιώκουν να κάνουν ένα πτυχίο master, θα χρειαστεί να δώσουν εξετάσεις για να μπουν σε ανώτατο ίδρυμα. Κι εδώ, αν έχουν ανεπαρκή μόρφωση ή αξία, θα κοπούν. Οι Πιστωτικές Μονάδες αποδεικνύουν απλώς ότι κάποιος έχει σπουδάσει, όχι ότι απαραίτητα αξίζει. Δείτε το σαν ένα διεθνές νόμισμα το οποίο μπορείς να εξαργυρώσεις, όπως δικαιούται κάθε Ευρωπαίος πολίτης, βάσει της συνθήκης της Λισσαβόνας».

Εγκλωβισμένοι σπουδαστές στην Ελλάδα

Το Ωδείο Αθηνών που εκπροσωπεί τρεις τέχνες (μουσική, θέατρο, χορός) στην ανώτερη βαθμίδα σπουδών σκοπεύει να κινηθεί νομικά, απευθυνόμενο στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, σε περίπτωση που το σύστημα των ECTS δεν αναγνωριστεί και στην Ελλάδα, μέσω του πολυνομοσχεδίου. «Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο μας επιτρέπει να προσφύγουμε και θα το κάνουμε, αλλιώς θα συνηγορούμε σε ένα ακόμα έγκλημα προς τη νέα γενιά», διευκρινίζει ο κ. Αρβανιτάκης.

Παρά τις διαμαρτυρίες του, αναγνωρίζει πως όλοι οι εκπρόσωποι των Ανώτερων Δραματικών Σχολών υπήρξαν αισιόδοξοι, κατά την τελευταία επανεξέταση του νομοσχεδίου: «αισθανθήκαμε για πρώτη φορά, μέσα σε 40 χρόνια, πως μας άκουσαν άνθρωποι ενημερωμένοι. Οι νομικοί σύμβουλοι του Υπουργείου Παιδείας προχώρησαν σε κάποιες διορθώσεις του νομοσχεδίου κι αυτό ήταν μια καλή αρχή. Επίσης, μας έδωσαν την εντύπωση πως εφόσον το νομοσχέδιο αφορά τρεις διαφορετικές Τέχνες θα γίνει, ως οφείλει, εξειδικευτική δουλειά με όλους τους φορείς που εκπροσωπούν την εκάστοτε τέχνη, ώστε τα σχετικά διατάγματα να είναι καίρια και ουσιαστικά».

Την ώρα που η κινητικότητα στον τομέα των σπουδών ανά την Ευρώπη είναι τεράστια, η Ελλάδα βάσει των, μέχρι στιγμής, νομικών εργαλείων έχει εγκλωβίσει τους σπουδαστές ‘απαγορεύοντας’ τους να αδράξουν την ευκαιρία να γίνουν καλύτεροι. Η διεθνοποίηση των σπουδών και εξομοίωση τους με αντίστοιχες σχολές στην Ευρώπη είναι ένα βήμα που έχει αργήσει πολύ, «το κόστος του οποίου πληρώνουμε εδώ και δεκαετίες», σχολιάζει ο κ. Αρβανιτάκης.

Πώς μεταφράζεται η ίδρυση της ΑΣΠΤ;

Ο διευθυντής της δραματικής σχολής του Ωδείου Αθηνών διευκρινίζει πως η διαβάθμιση των σπουδών δεν θα αποκαταστήσει μόνο χρόνιες αδικίες στην καλλιτεχνική εκπαίδευση, αλλά και κοινωνικές αδικίες εις βάρος του κλάδου. «Η θεία μου, η Μαίρη Αρώνη έκανε απεργία πείνας για να της επιτραπεί από την οικογένεια της να σπουδάσει ηθοποιός. Πριν από 50 χρόνια, το επάγγελμα του θεάτρου ήταν καταδικαστέο ως ηθικά ύποπτο. Ακόμη όμως, ξέρετε πόσοι σπουδαστές μας κρύβουν από τους γονείς τους πως φοιτούν σε δραματική σχολή; Πρέπει να προχωρήσουμε από τις εποχές που το επάγγελμα του θεάτρου ήταν συνώνυμο με την ανηθικότητα ή τη φτώχεια. Κι όσο η Πολιτεία δεν αναγνωρίζει αυτή την κορυφαία σπουδή, θα δίνει και κοινωνικά το επιχείρημα πως ο/η ηθοποιός είναι καταδικασμένος πένητας. Δεν είναι τυχαίο που στην Ελλάδα, λόγω των οικογενειακών και κοινωνικών στερεοτύπων, οι ηθοποιοί συνήθως μπαίνουν στο επάγγελμα στα 25 τους χρόνια ενώ στο εξωτερικό πάρα πολλοί/πολλές με αντίστοιχους στόχους ξεκινούν πριν καν ενηλικιωθούν».

Εξηγεί ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και καθηγητής της δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, Νίκος Χατζόπουλος

@Ελίνα Γιουνανλή

Όντας καθηγητής της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου συμμετείχε από την πρώτη στιγμή – οπότε και έληξαν οι μαζικές κινητοποιήσεις των σπουδαστών – ως μέλος στην επιτροπή του διδακτικού προσωπικού που ανέλαβε πρωτοβουλίες διαλόγου με τα αρμόδια υπουργεία Πολιτισμού και Υπουργείο Παιδείας. Οι συχνές συναντήσεις με τα κλιμάκια του Υπουργείου Παιδείας διήρκησαν μέχρι το τέλος του 2024, οπότε και ο δίαυλος επικοινωνίας διεκόπη – παρά τις διαρκείς παραινέσεις της επιτροπής. Επόμενο βήμα επαφής υπήρξε το προσχέδιο του πολυνομοσχεδίου που προκάλεσε και πλήθος αντιδράσεων, όχι μόνο από τη διοίκηση του Εθνικού, αλλά και από 18 ιδιωτικές Ανώτερες Σχολές Δραματικής Τέχνης, από εκατοντάδες καλλιτέχνες πρώτης γραμμής που συνυπέγραψαν επιστολή διαμαρτυρίας καθώς και από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος Ακροάματος και το Σωματείο Εργαζόμενων στο Χώρο του Χορού.

Η δραματική είναι μια πρακτική σπουδή

Σήμερα, μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν σε πτυχές του πολυνομοσχεδίου, ο Νίκος Χατζόπουλος εκτιμά το γεγονός πως το Υπουργείο Παιδείας έλαβε υπόψιν πολλές από τις παρατηρήσεις της καλλιτεχνικής κοινότητας «δημιουργώντας ένα αρκετά πλησιέστερο νομικό περιβάλλον στα αιτήματα μας». «Ήταν πολύ μεγάλη η θυσία να χάσει την εκπαιδευτική του λειτουργία το Εθνικό και το έπραξε μόνο στην προοπτική υλοποίησης μιας Πανεπιστημιακής σχολής για τις παραστατικές τέχνες. Κατά τα άλλα, ήταν εύκολη η λύση να ενσωματωθούν πέντε οργανισμοί», παρατηρεί ο κ. Χατζόπουλος, εστιάζοντας στις μαθησιακές ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει κάθε Τέχνη και στην ανάγκη να δοθεί αυτονομία στη διδασκαλία εκάστης. «Η διδασκαλία του θεάτρου έχει έναν έντονο εργαστηριακό, πρακτικό χαρακτήρα, μια εμπειρία που μόνο μαθησιακό προσόν μπορεί να αποτελέσει. Η φύση των σπουδών ήταν και είναι πολύ σημαντικό να εξασφαλιστεί, αφού δεν μιλάμε για μια ακαδημαϊκή γνώση, αλλά για μια διδασκαλία υπό συγκεκριμένες συνθήκες και με ομαδικό χαρακτήρα».

Ο καθηγητής της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου δεν παραλείπει να αναφέρει πως ο ορίζοντας που δημιουργεί η ίδρυση της ΑΣΠΤ είναι ελπιδοφόρος, χωρίς αυτό να σημαίνει πως εκτός από ελπίδα δεν τρέφει και επιφυλάξεις. «Ευελπιστώ να αρθούν οι όποιες αντιστάσεις και να εισακουστούν οι προτάσεις μας», συμπληρώνει.

Συγκεκριμένα, και αναφορικά με το Εθνικό, στα άλυτα σημεία της βελτιωμένης εκδοχής του πολυνομοσχεδίου, επισημαίνει πως το Εθνικό ως καλλιτεχνικός οργανισμός πρέπει να εξακολουθήσει να έχει λόγο στη λειτουργία του νέου εκπαιδευτικού φορέα «προκειμένου να εγγυηθεί τη συνέχεια της πρακτικής δοκιμασίας, την παροχή του τεχνικού εξοπλισμού και τη σύνδεση των μαθημάτων με τις σκηνές του Εθνικού. Η ΑΣΠΤ και το Εθνικό Θέατρο πρέπει να είναι συγκοινωνούντα δοχεία όπως μέχρι τώρα ίσχυε με τη δραματική σχολή. Η σπουδή πρέπει να παραμείνει κοντά στην άσκηση του επαγγέλματος και το ανάποδο. Κι αυτό πρέπει να συντηρηθεί τόσο στη διδασκαλία του Τμήματος Υποκριτικής όσο και του Τμήματος Σκηνοθεσίας. Κι αν θέλουμε να μιλάμε για μια δυνατότητα εξέλιξης του Πανεπιστημιακού Ιδρύματος στην πορεία θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα να ενταχθεί σπουδή και για άλλες κατευθύνσεις, όπως είναι οι σπουδές για τη διεύθυνση σκηνής, τη διεύθυνση παραγωγής, τη σκηνογραφία κ.α».

Τα άλλα κενά του νομοσχεδίου

Ο προβληματισμός που έχει ήδη κατατεθεί για την κατάργηση ανώτερης δημόσιας εκπαίδευσης στη δραματική τέχνη (λαμβάνοντας δε υπόψιν πως σε κάθε τμήμα της Πανεπιστημιακής Σχολής θα γίνονται δεκτά το ανώτερο 20 άτομα ανά έτος, δηλαδή ένας πολύ χαμηλός αριθμός εισακτέων), βρίσκει σύμφωνο τον κ. Χατζόπουλο που θεωρεί πως «η ιστορική δραματική σχολή του Εθνικού πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει ανεξαρτήτως της ίδρυσης της ΑΣΠΤ». Αντίστοιχα είναι και τα ερωτηματικά που συνοδεύουν την ένταξη των φοιτητών από ιδιωτικές δραματικές σχολές στη μαθησιακή διαδικασία του νέου ιδρύματος – με την ιδέα της δημιουργίας ειδικού τμήματος για να κάνουν το master τους, να θεωρείται η πιο λογική και λειτουργική.

Με την ιδιότητα του καθηγητή και της μακρόχρονης εμπειρίας στον τομέα της διδασκαλίας, ο Νίκος Χατζόπουλος υπογραμμίζει το κεφάλαιο των διατάξεων που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των διδασκόντων – να σημειωθεί πως στο αρχικό κείμενο προτάσσονταν η ακαδημαϊκή εμπειρία κι όχι η εμπειρία διδασκαλίας και το καλλιτεχνικό έργο των καθηγητών. Ο ίδιος τονίζει πως δεν πρέπει να υπάρξει μονιμότητα στο Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό (ΔΕΠ) «καθώς δουλειά του θεάτρου είναι να απηχεί και να αφουγκράζεται διαρκώς τα νέα κοινωνικά δεδομένα. Το ενδεχόμενο μονιμότητας ελλοχεύει τον κίνδυνο μιας παγίωσης αντιλήψεων. Σε ένα Πανεπιστήμιο Τεχνών πρέπει να διδάξουν οι άξιοι και στην πρακτική διδασκαλία. Η μετάδοση της γνώσης εμπλουτίζεται μέσα από τη θεατρική εμπειρία και στην πραγματικότητα η μαθητεία στο θέατρο δεν τελειώνει ποτέ για κανέναν από εμάς. Οποιαδήποτε άλλη επιλογή από το Υπουργείο Παιδείας θα οδηγήσει σε μια ΑΣΠΤ όπου θα καλυφθούν ακαδημαϊκές καριέρες και χώροι οικονομικής εξασφάλισης για κάποιους».

Ποιός θα είναι ο ρόλος της Διοικούσας Επιτροπής;

Είναι κοινός τόπος εξάλλου, πως η δημιουργία Ακαδημίας Τεχνών – για την οποία πάσχισαν προσωπικότητες του ελληνικού πνεύματος όπως ο Βασίλης Παπαβασιλείου, ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, ο Λευτέρης Βογιατζής, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Παντελής Βούλγαρης, ο Αλέξανδρος Μυράτ, ο Νίκος Τσούχλος κ.α. – πολεμήθηκε συστηματικά και παρασκηνιακά από ακαδημαϊκούς κύκλους οι οποίοι είχαν πρόσβαση σε κυβερνητικούς ή άλλους πολιτικούς.

Για το Νίκο Χατζόπουλο είναι πολύ κρίσιμη η σύνθεση της πρώτης Διοικούσας Επιτροπής (θα αποτελείται από πρόσωπα που θα υποδείξουν τα πέντε εμπλεκόμενα ιδρύματα σε συνδυασμό με επιλογές του Υπουργείου Παιδείας) ώστε να μπλοκαριστούν «παρενέργειες» παλαιού τύπου. «Αν η Διοικούσα Επιτροπή που θα αναλάβει το ίδρυμα βάλει σωστές βάσεις, τότε πιστεύω πως και η συνέχεια θα είναι η κατάλληλη», λέει.

Δεν έχουν μόνο οι γλύπτες δικαίωμα στην ανώτατη σπουδή

Η ίδρυση της ΑΣΠΤ θα είναι μια απάντηση σε όλους όσοι, θεωρούν πως «θέατρο είναι μια εύκολη δουλειά και αντίστοιχα εύκολη είναι και η σπουδή του. Πολύς κόσμος πιστεύει ότι η απασχόληση του ηθοποιού αρχίζει και τελειώνει με μια παράσταση και πως η παράλληλη μόρφωση δεν είναι απαραίτητη. Η εισαγωγή των παραστατικών τεχνών στη βαθμίδα της ανώτατης εκπαίδευσης επιτέλους θα αποκαταστήσει σε θεσμικό και, αν θέλετε, συλλογικό συνειδησιακό επίπεδο την καλλιτεχνική εκπαίδευση. Γιατί οι γλύπτες και οι ζωγράφοι να αποφοιτούν από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, ενώ οι ηθοποιοί και οι σκηνοθέτες να εξαιρούνται;».

Εξηγεί ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και καθηγητής της δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, Αργύρης Ξάφης

@Ελίνα Γιουνανλή

Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, διδάκτωρ της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών για σχεδόν 20 χρόνια και σταθερά ενεργός στις εξελίξεις στο πολιτιστικό τοπίο της χώρας, ο Αργύρης Ξάφης εκφράζει μια πρώτη ανακούφιση για την ομάδα εργασίας του Υπουργείου Παιδείας που, σε αυτή τη φάση, «άκουσε και κατανόησε τα αιτήματα της παραστατικής κοινότητας» – παραπέμποντας στη βελτιωμένη, δεύτερη εκδοχή του πολυνομοσχεδίου.

Πού θα στεγαστεί το νέο Πανεπιστήμιο και άλλες γκρίζες ζώνες

Εντούτοις, παρατηρεί και τα κενά του σχεδιασμού που, δυστυχώς, δεν λείπουν και δεν είναι λίγα. «Ένα βασικό ζήτημα είναι το εκπαιδευτικό κενό που δημιουργεί η συγχώνευση των κρατικών σχολών στην εξής μία πανεπιστημιακή, εφόσον έτσι καταργείται η δημόσια ανώτερη εκπαίδευση υποκριτικής τέχνης για όλους όσοι δεν επιδιώκουν την ανωτατοποίηση των σπουδών τους. Την ίδια ώρα, δεν υπάρχει καμία διευκρίνιση για το πού θα στεγαστούν τα διάφορα τμήματα της ΑΣΠΤ, πόσο μάλλον όταν κτηριακές δομές για την Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης ή την Ανώτερη Σχολή Χορού της ΕΛΣ δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχει, επομένως, λύση σχετικά με το κτηριακό απόθεμα», σημειώνει.

Κοιτάζοντας το τοπίο των υπόλοιπων ανώτερων ιδιωτικών δραματικών σχολών εντοπίζει κι άλλες γκρίζες ζώνες γύρω από το κομμάτι της ισότιμης διαχείρισης των σπουδαστών τους, όσο και τη δυνατότητα βελτίωσης των συνθηκών εκπαίδευσης σε όποιες από αυτές τις σχολές είναι αναγκαίο. «Η ίδρυση μιας σοβαρής πανεπιστημιακής σχολής στις παραστατικές τέχνες λογικά θα παρασύρει ψηλότερα τον πήχη για όλους. Ωστόσο, δεν πρέπει να αγνοήσουμε τον τρόπο που οι σπουδαστές των ιδιωτικών σχολών θα κληθούν να ανωτατοποιήσουν τα πτυχία τους: στην πραγματικότητα δεν θα τηρείται μια ισονομία ανάμεσα τους, αφού οι πρώτοι θα πρέπει να περάσουν από το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο γι’ αυτόν το σκοπό καταβάλλοντας χρήματα. Κι έπειτα, αν θέλουμε να υπάρξει μια πραγματική έγνοια και για τη διδασκαλία στις ιδιωτικές σχολές τότε παρατηρητές του Υπουργείου Παιδείας και του ΥΠΠΟ οφείλουν να ελέγξουν το επίπεδο ποιότητας των μαθημάτων, το ενδεχόμενο να παρέχονται πτυχία χωρίς οι σπουδαστές να παρακολουθούν τα μαθήματα τους, την καταλληλότητα ή όχι των υποδομών που φιλοξενούν σχολές. Και τελικά να αποφανθούν ποιές είναι οι σχολές που πραγματικά χρειαζόμαστε».

Χωρίς ισοτιμία πτυχίων

Ο Αργύρης Ξάφης δεν παραλείπει να αναφερθεί και στο τεράστιο έλλειμμα της διασύνδεσης των παραστατικών σπουδών στην Ελλάδα με εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού, το οποίο και συντηρείται από το τελευταίο κείμενο του νομοσχεδίου. «Αν και οπαδός του αιτήματος ανωτατοποίησης των σπουδών δραματικής, πιστεύω πως οι περισσότεροι Έλληνες απόφοιτοι δεν υπολείπονται από τους απόφοιτους αντίστοιχων σχολών της Ευρώπης. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει κανένα παράθυρο σύνδεσης μαζί τους, απουσιάζει παντελώς ένα σύστημα που να εξασφαλίζει ουσιαστική ισοτιμία των πτυχίων Ελλάδας και εξωτερικού και φυσικά δεν προσφέρεται καμία οδός διασύνδεσης των σπουδαστών με ανώτατες ακαδημίες εκτός χώρας. Πρέπει να δώσουμε το δικαίωμα στους απόφοιτους μας για μεγαλύτερη εξειδίκευση – αν και εφόσον το επιθυμούν – αφού προς το παρόν είναι αποκλεισμένοι», συνεχίζει.

Να μην χαθεί η Δραματική Σχολή του Εθνικού

Με την εμπειρία της σπουδής στη δραματική σχολή του Εθνικού, ο Αργύρης Ξάφης σχολιάζει και την επιλογή απορρόφησης των κρατικών σχολών από την ΑΣΠΤ. «Ως απόφοιτος της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου πριν από σχεδόν 30 χρόνια, θυμάμαι τη σχέση μου μαζί της ως δύσκολη, συχνά συγκρουσιακή. Ήμουν νέος, ανυπόμονος· και τότε ίσως δεν μπορούσα να δω τι πραγματικά προσπαθούσε να καλλιεργήσει αυτή η σχολή μέσα μας – όχι μόνο τεχνική, αλλά τρόπο σκέψης και στάση ζωής. Βλέποντάς το σήμερα, αναγνωρίζω ότι η σχολή έχει κάνει τεράστια βήματα εκσυγχρονισμού. Έχει ανανεώσει τις μεθόδους της, έχει ανοιχτεί σε νέες μορφές διδασκαλίας και έχει φέρει την εκπαιδευτική διαδικασία πιο κοντά στις σύγχρονες ανάγκες του θεάτρου, χωρίς να χάσει το προσωπικό της στίγμα. Κι αυτό το σέβομαι βαθιά. Η σχέση μου μαζί της παραμένει προσωπική. Όσο κι αν οι εποχές άλλαξαν, υπάρχει ένας δεσμός που δεν λύνεται – γιατί εκεί, με όλα τα προβλήματα και τις αντιφάσεις, διαμορφώθηκα. Δεν θα ήμουν ο ίδιος χωρίς αυτή τη διαδρομή. Με αυτή τη σκέψη, η προοπτική της απορρόφησης των κρατικών δραματικών σχολών από έναν νέο πανεπιστημιακό φορέα με ανησυχεί. Όχι γιατί είμαι αντίθετος στην εξέλιξη, αλλά γιατί φοβάμαι μήπως η θεσμοθέτηση αφαιρέσει την ψυχή αυτού του τόπου – την ένταση, τη ζωντάνια, την ανεξαρτησία. Μια σχολή θεάτρου δεν πρέπει να μοιάζει με πανεπιστήμιο. Πρέπει να είναι πεδίο ζωντανής μάθησης, λάθους, έρευνας και ρίσκου. Και ναι, θεωρώ πως χρειάζεται επανεξέταση αυτής της απόφασης – που οφείλω να ομολογήσω, παρόλη την καχυποψία μου, ότι η υπουργός μάς άκουσε και διόρθωσε πολλά ζητήματα που είχε το αρχικό νομοσχέδιο (και όποιος με ξέρει, ξέρει ότι είμαι πολύ σκληρός κριτής της συνολικής κατεύθυνσης αυτής της κυβέρνησης και δύσκολα πείθομαι για την αγαθή της πρόθεση). Χρειάζεται επανεξέταση ως προς τη συμμετοχή των ανθρώπων που γνωρίζουν πώς δουλεύει η σχολή από μέσα. Γιατί αν κάτι αξίζει να διαφυλάξουμε, είναι το ιδιαίτερο ήθος και το πνεύμα μιας εκπαίδευσης που έμαθε γενιές να αγαπούν την τέχνη όχι σαν επάγγελμα, αλλά σαν τρόπο ύπαρξης» τονίζει.

Κοινωνική αποκατάσταση των ηθοποιών

Ο Αργύρης Ξάφης, παρότι εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς του ελληνικού θεάτρου, έχει βιώσει την κοινωνική καχυποψία που συνοδεύει παραδοσιακά τους καλλιτέχνες, βίωμα που ενίσχυσε και η εμπειρία του ως διδάσκων στο Ωδείο.
«Διδάσκω εδώ και 17 χρόνια στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών· έναν χώρο με μεγάλη ιστορία, που μέσα από σκληρή δουλειά και όραμα έχει κατορθώσει να σταθεί στο υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης των παραστατικών τεχνών στη χώρα μας. Έχουμε φτάσει σε μια πραγματική ωριμότητα σπουδών -τετραετές πρόγραμμα, συνεργασίες με ανώτατες σχολές του εξωτερικού, σύγχρονες μεθόδους διδασκαλίας. Από αυτή τη θέση, δεν μπορώ παρά να βλέπω το ζήτημα της ανωτατοποίησης και θεσμικά, αλλά και κοινωνικά» εξηγεί, διακρίνοντας τη σημασία αποκατάστασης των καλλιτεχνών στη συλλογική συνείδηση.

«Θεωρώ πως η αναγνώριση των σπουδών στις παραστατικές τέχνες ως ανώτατων είναι ένα αναγκαίο βήμα – όχι για να “ανέβει” ο καλλιτέχνης κοινωνικά – πάντα λειτουργούσαμε σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις τάξεις και τους ανθρώπους και πάντα ακατάτακτοι θα είμαστε- αλλά για να αρθεί μια ιστορική ανισότητα. Για δεκαετίες, οι Τέχνες αντιμετωπίζονταν ως ένα είδος πολυτελούς περιθωρίου: σπουδές χωρίς αντίκρισμα, επάγγελμα χωρίς κύρος, τέχνη χωρίς θέση στην εκπαιδευτική ιεραρχία. Αυτό δεν ήταν απλώς αδικία· ήταν μια παραμόρφωση του τρόπου που η κοινωνία μας αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό. Η ανωτατοποίηση μπορεί να αποκαταστήσει ένα κομμάτι αυτής της αδικίας, αρκεί να μη γίνει τυπικά, αρκεί να μην ισοπεδώσει τις ιδιαιτερότητες της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης κάτω από ακαδημαϊκά στερεότυπα. Γιατί οι σχολές θεάτρου, μουσικής, χορού είναι, τελικά, κοινότητες ανθρώπων. Εργαστήρια ευαισθησίας, πολιτικής συνείδησης και συνεργασίας. Και αν η ανωτατοποίηση γίνει με σεβασμό στις δομές αυτές, τότε ο κοινωνικός της αντίκτυπος θα είναι βαθύς. Θα σημαίνει ότι η κοινωνία μας αρχίζει να βλέπει τον καλλιτέχνη όχι ως διασκεδαστή, αλλά ως αναγκαίο φορέα πνευματικότητας και κοινωνικού στοχασμού. Θα σημαίνει πως η τέχνη αποκτά επιτέλους ισότιμη θέση στο τραπέζι του δημόσιου λόγου. Όμως, αν γίνει βιαστικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια ακόμα διοικητική αναδιάρθρωση – χωρίς ψυχή, χωρίς ουσία. Κι αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία: να κατοχυρώσουμε τον τίτλο, αλλά να χάσουμε το νόημα».

Περισσότερα από Art & Culture