Η παγκόσμια ειδησεογραφία των τελευταίων ετών είναι στραμμένη στη Μέση Ανατολή ως ένα πεδίο ασταμάτητων πολεμικών συγκρούσεων. Η, δίχως τέλος, γενοκτονία στη Γάζα από την Ισραηλινή κυβέρνηση, οι αμερικανικές επιθέσεις στο Ιράν με πρόσχημα την υπεράσπιση της Δημοκρατίας, η επέλαση του Ισραήλ στο Λίβανο που αναμένεται να οδηγήσει σε ένα νέο γενοκτονικό έγκλημα. Πίσω από την ατελείωτη καταστροφή, τους χιλιάδες νεκρούς και τον πόνο των επιζώντων υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν τις χώρες τους να ισοπεδώνονται, τα θύματα να γίνονται εκατόμβες και τον πολεμικό επεκτατισμό να ισοδυναμεί με το φασισμό. Πίσω από την καταστροφή υπάρχουν και γηγενείς καλλιτέχνες που αποτυπώνουν αυτό το τραύμα, είτε ζώντας ακόμα μέσα σε αυτές τις πραγματικότητες είτε παρακολουθώντας τις από το ‘ασφαλές’ έδαφος της Ευρώπης.
Το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών φιλοξενεί στις σκηνές της Πειραιώς 260 λιγότερο ή περισσότερο γνωστούς δημιουργούς από τη Μέση Ανατολή και γενικότερα εκπροσώπους του Αραβικού Κόσμου. Ο Αμίρ Σάμπρα και ο Άτα Χατάμπ από την Παλαιστίνη, ο Άρμιν Χόμκι από το Ιράν, ο Μοχάμεντ Ελ Χαντίμπ από το Μαρόκο και ο Ραμπί Μρουέ από τον Λίβανο θα επιχειρήσουν να μεταδώσουν την κουλτούρα των πατρίδων τους αποσπασμένη – ή και όχι – από τη βία, αποκομμένη ή και όχι από την κραυγή μέσα από το χορό, το θέατρο, τα πολυμέσα.
Το αφιέρωμα στον αραβικό κόσμο θα ξεκινούσε με την παράσταση «The Child» με την υπογραφή της Ιρανής σκηνοθέτριας Αφσανέ Μαχιάν, αλλά το ταξίδι της ομάδας στην Ελλάδα αποδείχθηκε επικίνδυνο, εξαιτίας της πολεμικής αναταραχής στη χώρα. Μια απουσία που υπογραμμίζει τη σημασία αυτού του κύκλου παραστάσεων, σε αυτό το momentum, από το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Ποιοι είναι οι Αμίρ Σάμπρα και Άτα Χατάμπ
@Kurt Van den Elst
Μαθαίνοντας πως ο ένας εκ των δύο δημιουργών της χορογραφίας «Sabke remix», ο Αμίρ Σάμπρα μεγάλωσε σε κατασκήνωση προσφύγων στην Παλαιστίνη, στη Ναμπλούς κοντά στη Δυτική Όχθη και πως ο Άτα Χατάμπ έχει φυλακιστεί για 14 μήνες στις φυλακές-κολαστήρια του Ισραήλ (όπως νωρίτερα είχε συμβεί στον πατέρα και την αδερφή του) δεν εκπλήσσει που και οι δύο τους αντιμετωπίζουν τον χορό ως μέσο πολιτικής αντίστασης.
Και οι δύο ήταν μέλη της χορευτικής ομάδας του Αλέν Πλατέλ Les Ballets C de la B, όταν το 2013 παρουσίασαν το πρωτότυπο «Badke», ερμηνευμένο από Παλαιστίνιους χορευτές, βασισμένο σε έναν παραδοσιακό χορό γάμου. Οι δύο τους, 12 χρόνια αργότερα και κάτω από το σκοτάδι της Παλαιστινιακής γενοκτονίας, αποφάσισαν να επισκεφθούν ξανά το «Badke», έχοντας του προσθέσει κάποια στοιχεία breakdance και capoeira. «Ο χορός για εμάς είναι μια πολιτική δήλωση καθώς αποτελεί μια μαρτυρία της πολιτιστικής μας ταυτότητας. Ο τρόπος που το ξαναπαρουσιάζουμε εμπεριέχει μια μορφή διδαχής και διάδοσης του», δήλωναν πρόσφατα σε συνέντευξη τους στην ισπανική εφημερίδα El Pais. «Δεν είναι ένα μανιφέστο αλλά είναι μια πράξη αντίστασης και το πορτρέτο μιας χώρας που σφαγιάζεται. Την ίδια ώρα, όμως, αποκαλύπτει και την ανθρώπινη ομορφιά».
O Αμίρ Σάμπρα, αν και πλέον έχει εγκατασταθεί στην Ιρλανδία, διατηρεί τους δεσμούς με την πατρίδα του, έχοντας ιδρύσει την ομάδα Stereo48 που συντηρεί έντονα παραδοσιακά παλαιστινιακά χαρακτηριστικά, συνδυάζοντας τα με το σύγχρονο χορό. Εργάστηκε για πρώτη φορά ως χορογράφος το 2017, το 2021 χόρεψε στην παράσταση «Επιπλέοντας στη Νεκρή Θάλασσα» της πολιτικοποημένης ομάδας Catherine Young Dance και ένα χρόνο μετά παρουσίασε το πρώτο του solo με βάση το χορό του dabke. O Άτα Χατάμπ, με τη σειρά του, εξακολουθεί να ζει στη Ραμάλα, όπου και βρίσκεται εγκλωβισμένος αυτόν τον καιρό, αδυνατώντας να παραστεί στην ευρωπαϊκή περιοδεία του «Dabke remix». Από το 2012 συμμετέχει στον παλαιστινιακό οργανισμό Εl Funoun, του οποίου ιδρυτής ήταν ο πατέρας του. Έχει χορογραφήσει και χορέψει σε πολλές παραγωγές του οργανισμού έκτοτε, αλλά η συνεργασία του με τον Αμίρ για το «Dabke remix» που πρωτοπαρουσιάστηκε πριν από ένα χρόνο έχει στρέψει τη διεθνή προσοχή πάνω τους.
Στις 20 και 21 Ιουνίου στο Κτήριο Η
Γεννημένος στην πόλη της Μπουσέρ, που τους τελευταίους μήνες έχει ταυτιστεί με τις επιθέσεις Ισραήλ – ΗΠΑ εναντίον του πυρηνικού της σταθμού, ο Άρμιν Χόκμι ξεκίνησε να συνεργάζεται με ανεξάρτητες ομάδες της χώρας του, το 2009. Οι χορευτικές του σπουδές στην Ευρώπη τον έφεραν πλέον στη γερμανική και νορβηγική σκηνή του χορού με τις πιο γνωστές δουλειές του να έχουν παρουσιαστεί από το 2019 μέχρι σήμερα. Το «Shiraz» είναι μια αντανάκλαση της πάγιας τακτικής του να συσπειρώνει χορευτές από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς. Μα περισσότερο είναι ένα homage στο φημισμένο Φεστιβάλ Τεχνών της Περσέπολης που ίδρυσε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, η Ιρανή αυτοκράτειρα Φαράχ Παχλαβί, ως μια χειρονομία πολιτιστικής πρωτοπορίας για τη χώρα. Ο Χόκμι προσπαθεί να ‘υπάρξει’ ανάμεσα στο χρόνο και το χώρο, ανάμεσα στις παραδόσεις και το μοντερνισμό, απαντώντας για την επιδραστικότητα αυτής της διοργάνωσης που κράτησε μόλις δέκα χρόνια αφού το ισλαμικό καθεστώς το απαγόρευσε διαπαντώς. Η ιδέα του ήταν να δημιουργήσει ένα περιβάλλον μνήμης και την ίδια ώρα να φανταστεί μια χορογραφία που θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί από τον προγραμματισμό του. Στοιχεία της ιρανικής μουσικής μπλέκονται με ένα βιομηχανικό beat, αναπτύσσοντας μια σχεδόν υπνωτιστική σχέση με το σώμα τους και με το χώρο.
Ο Άρμιν Χόκμι καταθέτει εμμέσως ένα σχόλιο για την απολυταρχία στην πατρίδα του, που έχει καταπνίξει κάθε ελεύθερη πολιτιστική έκφραση, πόσο μάλλον όταν αυτή είναι ανοιχτή και προς άλλες πατρίδες και θρησκείες. Παρόλα αυτά, ξεκαθαρίζει πως δεν θέλει να υπάρχει ως χορευτής μέσα από την εθνική του ταυτότητα. «Οι μη Ευρωπαίοι και εμού συμπεριλαμβανομένου συχνά γίνονται αντιληπτοί μέσα από το πρίσμα της προσωπικής ή πολιτιστικής τους φυσιογνωμίας. Σε ότι με αφορά προσπαθώ να αποφύγω αυτήν την ταξινόμηση ως έγχρωμος πολίτης. Εξάλλου δεν χορεύω για να γίνω ορατός, ούτε ο χορός μου είναι απαραίτητος για μια ατομική μου επιβεβαίωση. Χορεύω γιατί ο χορός μου επιτρέπει να χαθώ, να κρυφτώ· είναι δηλαδή μια πράξη ενδυνάμωσης αλλά μέσα από την εξαφάνιση».
Στις 1 και 2 Ιουλίου στο Κτήριο Η

@Dorothea Tu
Έχουν περάσει μόλις δύο χρόνια από την τελευταία του εμφάνιση στο Φεστιβάλ Αθηνών και δώδεκα από το αθηναϊκό ντεμπούτο στη Στέγη, στη διάρκεια του πρώτου Fast Forward Festival μέσα από την παράσταση «Pixalated Revolution» του αγαπημένου του είδους, της διάλεξης – περφόρμανς· τότε σχολιάζοντας την εκρηκτική κατάσταση που επικρατούσε στην, πλέον, ισοπεδωμένη, Συρία. Στην Ελλάδα γωρίζουμε καλά τον Ραμπί Μρουέ.
Κινηματικός καλλιτέχνης (αλλά όχι ακτιβιστής όπως ξεκαθαρίζει) και πολέμιος του Μπέντζαμιν Νετανιάχου δεν σταμάτησε να μιλάει για την κατάσταση στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή. Εξάλλου, γεννήθηκε στη Βηρυτό όπου και σπούδασε θέατρο. Από το 1990 εργάζεται συστηματικά ως θεατρικός δημιουργός, αλλά το 2007 η παράσταση με τον μακροσκελή τίτλο «How Nancy Wished That Everything Was an April Fool’s Joke», ένα σχόλιο για τον Εμφύλιο του Λιβάνου, τον έκανε διεθνώς γνωστό. Είναι ένας ολιστικός καλλιτέχνης αφού δραστηριοποιείται ως εικαστικός, ηθοποιός και δραματουργός.
Με έδρα το Βερολίνο – καθώς είναι ‘επικηρυγμένος’ στο Λίβανο – και ως συνεργάτης κορυφαίων πολιτιστικών οργανισμών στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη – συνθέτει παραστάσεις όπου η μυθοπλασία συναντά την πραγματικότητα: συλλέγει έγγραφα, βίντεο, μαρτυρίες, συνεντεύξεις, αρχεία τα οποία και τοποθετεί μέσα σε ένα φανταστικό κόσμο.
Αυτή τη φορά και σε συνομιλία με την πιστή του συνεργάτιδα Λίνα Ματζνταλανί αντλούν υλικό από τη δική τους εμπειρία εκπατρισμού και με δεδομένη την άνοδο της ακροδεξιάς διεθνώς, μοιράζονται την εμπειρία του να ζεις και να εργάζεσαι στην εξορία. Παραμένει η Δύση ασφαλής, παραμένει η Δύση δημοκρατικό περιβάλλον, αναρωτιούνται και ονομάζουν την παράσταση τους (και πάλι lecture performance) «Four walls and a roof».
Στις 12 και 13 Ιουλίου στο Κτήριο Β
Γεννήθηκε στη Γαλλία ως μετανάστης δεύτερης γενιάς, αφού οι γονείς του είναι Μαροκινοί. Ασχολήθηκε για χρόνια με το ποδόσφαιρο, έχοντας ακολουθήσει προηγουμένως τη συμβουλή των γονιών του, ενός εργάτη και μιας καθαρίστριας, να γίνει επιστήμονας. Πράγματι, σπούδασε Λογοτεχνία και Κοινωνιολογία και από αυτήν την πόρτα μπήκε το θέατρο στη ζωή του: όταν το 2004 έκανε την πρακτική του άσκηση σε ένα ίδρυμα που διοργάνωνε θεατρικές εκδηλώσεις για παιδιά από ευπαθείς ομάδες. Από το 2008 είχε αρχίσει να στήνει παραστάσεις με φίλους του μέχρι που ίδρυσε την κολεκτίβα Zirlib, θύλακας που πυροδότησε μέσα του τη συγγραφή κείμενων. Το επαγγελματικό βάπτισμα του στο θέατρο ήρθε, ωστόσο, μέσα από ένα τέλος: με το θάνατο της μητέρας του, ηχογραφώντας για εκείνην σκέψεις ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. Το ονόμασε «Το τέλος της ομορφιάς» και το πρωτοπαρουσίασε το 2005 στη Μασσαλία και στη συνέχεια στο Φεστιβάλ της Αβινιόν. Η πορεία του ήταν απρόσμενα θερμή με αποκορύφωμα το βραβείο στο Grand Prix de Littérature Dramatique για το καλύτερο νέο κείμενο. Με αυτό το έργο, που συμπληρώνει 20 χρόνια ζωής, έρχεται και στην Αθήνα: μπροστά στην απώλεια της μητέρας του, ο 46χρονος Ελ Χαντίμπ προσπαθεί να αναβιώσει τη σχέση του μαζί της από το τέλος προς την αρχή, εκθέτοντας μια σειρά από προσωπικά στοιχεία. Το θέατρο του φέρει αυτά τα χαρακτηριστικά: της διερεύνησης επώδυνων φάσεων ζωής, όπου άλλοι θα είχαν βάλει όρια στην αποκάλυψη τους. Κι όμως το 2017 στην παράσταση «C’ est la vie» ζήτησε από δύο ηθοποιούς να μιλήσουν για την απώλεια του παιδιού τους, κάνοντας για μια ακόμα φορά το κοινό να αναρωτιέται που τελειώνει το θέατρο και που αρχίζει η πραγματικότητα.
Τόσο ως σκηνοθέτης όσο και ως συγγραφέας, ο Γαλλο-Μαροκινός δημιουργός εστιάζει στην τέχνη της επούλωσης εξετάζοντας θεματικές γύρω από την οικογένεια και την έννοια της κληρονομιάς, δημιουργώντας πολυμεσικές παραστάσεις· εκεί που το σινεμά, τα ηχοτοπία, τα installations συνυπάρχουν για να ζωντανέψουν κόσμους του παρελθόντος. Δεν είναι τυχαίο πως έχει μετανιώσει που δεν έμαθε καλά Αραβικά και πολύ περισσότερο που δεν μπορεί να τα κληροδοτήσει στην κόρη του.
Στις 17 και 18 Ιουλίου στο Κτήριο Ε