MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΕΜΠΤΗ
02
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
  • ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
    ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
    Μίνως Μάτσας: Μου αρέσει λίγο αυτή η αναρχία της Ελλάδας
    Η σχέση του με τη μουσική είναι μια σχέση αγάπης που κρατάει χρόνια αλλά αντέχει γερά σαν να ξεκίνησε μόλις χτες. Μεγάλωσε δίπλα σε «θρύλους» του ελληνικού πενταγράμμου, έχει γράψει σπουδαία μουσική για τον κινηματογράφο, το θέατρο, την τηλεόραση, όμως νιώθει τρομερό άγχος για τα live.
    KEIMENO: Ευδοκία Βαζούκη | 05.12.2022 Φωτογραφίες: Μαρίζα Συρίγου

    Είναι μεσημέρι Πέμπτης και η Μεσογείων σφύζει από κίνηση. Μέχρι που κατεβαίνεις τα σκαλάκια που σε οδηγούν σε ένα άλλο σύμπαν, ήσυχο, γεμάτο Τέχνη · χειροπιαστή, αυτή που συνθέτουν οι πίνακες ζωγραφικής που δεσπόζουν στους τοίχους, αλλά και εκείνη που «αφουγκράζεσαι» κοιτώντας το παλιό σκαλιστό πιάνο στη γωνία της εισόδου, ή τους αμέτρητους δίσκους ανθρώπων που έχουν γράψει ιστορία στη μουσική και πλέον κοσμούν κι αυτοί τον τοίχο. Αρκεί, λοιπόν, να κατέβεις αυτά τα σκαλάκια και να χαθείς για λίγη ώρα σε αυτό το σύμπαν, που αν μη τι άλλο είναι γεμάτο μουσική, και να κάνεις κουβέντα με έναν άνθρωπο που γνωρίζει καλά από αυτή την Τέχνη.

    Ο Μίνως Μάτσας γεννήθηκε μέσα στη μουσική. Για εκείνον το να βλέπει τον Θεοδωράκη να περνάει την πόρτα της δισκογραφικής που είχε ο πατέρας του και πρωτύτερα ο παππούς του, να τρώει τις Κυριακές με τον Λοΐζο και να γελάει με τα αστεία του Χατζιδάκι είναι εικόνες που έχει κρατήσει από την παιδική του ηλικία. Εικόνες που έχει με ανθρώπους πραγματικούς «μύθους» για τους περισσότερους από εμάς που δεν είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε την πιο ανθρώπινη πλευρά τους. Και κάπως έτσι μυήθηκε στη μουσική και ο ίδιος. Για εμάς φαντάζει κάτι το απόλυτα φυσιολογικό, για εκείνον ήταν απλά κάτι που ήθελε πολύ. Δεν ήθελε να γίνει σχεδιαστής ρούχων, ούτε δικηγόρος και δεν φαντάζεται τον εαυτό του σε ρόλους όπως αυτός του σκηνοθέτη ή του ηθοποιού, παρότι ξέρει καλά τα κόλπα του κινηματογράφου, του θεάτρου και της τηλεόρασης γράφοντας μουσική για σπουδαίες παραστάσεις.

    Το όνομά του ήταν και είναι ένα brand name, όμως αυτό δεν τον τρόμαξε ούτε τον σταμάτησε από το να κάνει όσα είχε ονειρευτεί για τον εαυτό του. Έζησε το american dream στο Λος Άντζελες, έκανε εκεί πολύ ωραίες δουλειές που τού έμαθαν πολλά, όμως επέστρεψε, γιατί η ζωή στην Ελλάδα και οι άνθρωποι σε αυτή τη χώρα, νιώθει να του ταιριάζουν καλύτερα. Αγαπάει γενικά την επαφή με τους ανθρώπους, την αποζητά και πολλές φορές είναι η παρατήρησή τους αυτή που τον κινητοποιεί να γράψει μουσική. Την ίδια στιγμή τον αγχώνουν πολύ τα live. Κι αυτό είναι κάτι που δεν το περιμένεις από έναν άνθρωπο που έχει κάνει τόσες και σπουδαίες δουλειές.

    Με αφορμή, λοιπόν, τις τρεις εμφανίσεις του μέσα στον Δεκέμβριο, στη σκηνή του Gazarte, συνάντησα τον Μίνω Μάτσα – πού αλλού; – στο στούντιό του και μιλήσαμε για όλα: για τα πρώτα του βήματα, τη ζωή στην Αμερική και στην Ελλάδα, τη μουσική του «χθες» αλλά και του «αύριο», την ενέργεια και το άγχος των live αλλά και την άρνησή του να εμφανιστεί στο «Νησί» (για το οποίο φυσικά έγραψε τη μουσική) υποδυόμενος έναν αστυνομικό.

    «Όταν ήμουν μικρός με έπαιρνε μαζί ο πατέρας μου στο στούντιο. Και θυμάμαι όλους αυτούς τους ανθρώπους που εγώ τους έβλεπα σαν θαυματοποιούς που κάνουν «μαγικά». Και ήθελα κι εγώ να μπορέσω να κάνω «μαγικά».

    Κύριε Μάτσα, πότε ξεκινά η σχέση σας με τη μουσική;

    Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου.

    Και από τότε που θυμάστε τον εαυτό σας, τα πρώτα σας ακούσματα ποια ήταν;

    Φυσικά, αυτά που έφτιαχναν στην εταιρεία. Δηλαδή, όλους τους Έλληνες συνθέτες και όλη την ελληνική μουσική από τα τέλη του ’70. Θα με ρωτήσετε ποια είναι η αυτή; Γιατί εσείς σίγουρα δεν ζούσατε τότε…

    Δεν ζούσα αλλά αν θέλετε μπορείτε να μου πείτε…

    Συνθέτες όπως ο Κουγιουμτζής, ο Λοΐζος, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Ξαρχάκος. Όλοι αυτοί ήταν συνθέτες που μπαινόβγαιναν εδώ μέσα. Άκουγα τα τραγούδια τους, τη μουσική τους. Αντίστοιχα, άκουγα και τους τραγουδιστές εκείνης της εποχής που ήταν ο Νταλάρας, ο Πάριος, ο Καλαντζής, η Χάρις Αλεξίου, η Δήμητρα Γαλάνη και πολλοί άλλοι.

    “Όταν ήμουν πιο μικρός προσπαθούσα να τα κάνω όλα να είναι τέλεια και έχανα την ουσία. Τώρα με ενδιαφέρει να είναι το «κέντρο» του γερό και καλό και για τα υπόλοιπα δεν πειράζει”.

    Το γεγονός ότι εσείς προέρχεστε από μια μουσική οικογένεια έπαιξε θα λέγατε καθοριστικό ρόλο και στη δική σας ενασχόληση με τη μουσική;

    Δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο θα μπορούσα να κάνω. Ας πούμε ο πατέρας μου έφτιαχνε υφάσματα, όπως μάλιστα είχε ξεκινήσει και ο παππούς μου. Έχω σκεφτεί: Θα μπορούσα να είμαι σχεδιαστής ρούχων; Να ασχοληθώ με τη μόδα; Δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση αυτή.

    Από τη στιγμή που μου χαρίστηκε κάτι, πες το ταλέντο, είπα θα το πάρω και θα το τερματίσω όσο μπορώ.

    Δεν σας πέρασε ποτέ δηλαδή από το μυαλό σαν σκέψη να κάνετε κάτι άλλο;

    Όχι. Παρότι πήγα στη Νομική και την τελείωσα, δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό να ασχοληθώ. Να γίνω δικηγόρος. Αλλά πολλές φορές έχω αναρωτηθεί. Αν είχα μεγαλώσει σε ένα άλλο περιβάλλον, θα έκανα το αντίστοιχο δημιουργικό του; Αν δηλαδή ο παππούς μου συνέχιζε με τα υφάσματα και δεν ασχολούνταν με τη δισκογραφική και στη συνέχεια ο πατέρας μου συνέχιζε τη δουλειά του παππού μου, εγώ θα ήμουν σχεδιαστής; Δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά, για το αν θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο.

    Σας δημιούργησε ποτέ μια παραπάνω αίσθηση ευθύνης το γεγονός ότι κουβαλούσατε από πάντα το βάρος του brand name της οικογένειάς σας;

    Καλά κάνετε και το λέτε brand name γιατί έτσι είναι. Καμιά φορά παίρνουν τηλέφωνο τον πατέρα μου και νομίζουν ότι αυτός είναι ο Μίνως. Μίνως Μάτσας ήταν ο παππούς. Αλλά επειδή η εταιρεία λεγόταν Μίνως Μάτσας & Yιός, νομίζουν ότι ιδιοκτήτης της εταιρείας είναι ο Μίνως, δηλαδή εγώ. Πολλές φορές παίρνουν εμένα τηλέφωνο και δεν είναι για εμένα, αλλά για τον πατέρα μου. Αν αισθάνομαι τώρα βάρος ή ευθύνη; Ναι. Κυρίως για το γεγονός ότι αποφάσισα να το κάνω σοβαρά αυτό το πράγμα. Δεν ήταν παιχνιδάκι. Αλλά αυτό δεν οφείλεται στο όνομά μου, οφείλεται στο ότι με ενδιέφερε να το κάνω όσο πιο καλά μπορώ. Από τη στιγμή που μου χαρίστηκε κάτι, πες το ταλέντο, είπα θα το πάρω και θα το τερματίσω όσο μπορώ. Στην αρχή οι γύρω μου είχαν μια δυσπιστία, ειδικά τα πρώτα χρόνια. Αλλά μετά ήμουν πολύ χαρούμενος όταν στην πιάτσα με παραδέχτηκαν ουσιαστικά.

    “Μπορεί λόγω όλων αυτών των καλλιτεχνών που είχα στο περιβάλλον μου να αυτολογοκρίθηκα περισσότερο, σε σχέση με κάποιον άλλον ομότεχνό μου. Ευτυχώς ήμουν τόσο αποφασισμένος που δεν με σταμάτησε τίποτα”.

    Τι είναι αυτό που θυμάστε πιο έντονα από τα παιδικά σας χρόνια; Υπάρχει κάποια ξεχωριστή ανάμνηση που έχετε από όταν μέσα στο στούντιο μπαινόβγαιναν για να ηχογραφήσουν θρυλικά ονόματα όπως ο Θεοδωράκης, ο Λοΐζος, ο Χατζιδάκις και άλλοι;

    Θυμάμαι που με έπαιρνε μαζί ο πατέρας μου στο στούντιο. Και θυμάμαι όλους αυτούς τους ανθρώπους που εγώ τους έβλεπα σαν θαυματοποιούς που κάνουν «μαγικά». Και ήθελα κι εγώ να μπορέσω να κάνω «μαγικά». Με γοήτευαν πολύ αυτοί οι άνθρωποι. Ήθελα κι εγώ να καταφέρω κάποια στιγμή να γοητεύσω τους άλλους με τη δική μου μουσική. Θυμάμαι τους περισσότερους από αυτούς τους ανθρώπους που δυστυχώς δεν ζουν πια. Έχω πολύ έντονες εικόνες… και του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, του Γκάτσου και πολλών άλλων.

    Και κάτι που θυμάστε πιο έντονα;

    Κάποια ιστορία ε; Θυμάμαι ας πούμε πολύ έντονα τον Χατζιδάκι να λέει ανέκδοτα. Ήταν πολύ γλυκός, θυμάμαι που ήθελα πολύ να τον αγκαλιάσω αλλά δεν το έκανα. Γενικά θυμάμαι όλους αυτούς τους μουσικούς να παίζουν στο στούντιο καταπληκτικά. Κι εγώ να σκέφτομαι «τι ωραία, θέλω να τους μοιάσω». Ο Λοΐζος ας πούμε ερχόταν και σπίτι μας τις Κυριακές και τρώγαμε. Κι αυτός πολύ όμορφος και γλυκός άνθρωπος. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που έχω τέτοιες εικόνες. Την ίδια στιγμή, έχοντας εικόνες από όλους αυτούς τους θρύλους σκεφτόμουν αν θα μπορέσω κι εγώ να τα καταφέρω ποτέ σαν αυτούς. Αν δεν είχα αυτές τις εικόνες ίσως να ήμουν πιο απελευθερωμένος. Μπορεί τελικά λόγω όλων αυτών που είχα στο περιβάλλον μου να αυτολογοκρίθηκα περισσότερο, σε σχέση με κάποιον άλλον ομότεχνό μου. Ευτυχώς ήμουν τόσο αποφασισμένος που δεν με σταμάτησε τίποτα.

    Τι είναι αυτό που σας κινητοποιεί για να συνθέσετε;

    Τα πάντα. Ακόμη και αυτή η συζήτηση που κάνουμε τώρα εμείς με κινητοποιεί. Όχι τώρα, αλλά μετά. Παρατηρώ πράγματα, παρατηρώ τους ανθρώπους, τις λεπτομέρειες. Πάντα από τους ανθρώπους «παίρνω». Είτε είναι συνεργάτες, είτε στο κοντινό μου περιβάλλον, τους παρατηρώ.

    Τι έχει αλλάξει σε αυτό από τα πρώτα σας βήματα μέχρι σήμερα;

    Σήμερα έχω μια μεγαλύτερη ευκολία και μια σιγουριά ότι μπορώ να το κάνω. Παλιότερα, όταν έκανα κάτι έλεγα «θα μπορώ να κάνω ξανά αυτό το πράγμα;». Ε, όταν το κάνεις για μερικά χρόνια και βλέπεις ότι μπορείς, αυτό σου δίνει μια μεγαλύτερη σιγουριά.

    Και κάθε φορά που βλέπετε ένα έργο σας ολοκληρωμένο τι σκέφτεστε; Ποιο είναι το πρώτο συναίσθημα που έχετε;

    Πάντα πέφτει το μάτι μου σε αυτά που θα άλλαζα. Είναι ένα θέμα που έχω.

    Είστε τελειομανής θα λέγατε;

    Ήμουν. Και είμαι. Αλλά προσπαθώ να το καταπολεμήσω και να κοιτάζω την ουσία. Ακούω κάτι. Η ουσία υπάρχει; Αν υπάρχει ουσία, τότε προσπαθώ να ξεχνάω όλα τα άλλα. Όταν ήμουν πιο μικρός προσπαθούσα να τα κάνω όλα να είναι τέλεια και έχανα την ουσία. Τώρα με ενδιαφέρει να είναι το «κέντρο» του γερό και καλό και για τα υπόλοιπα δεν πειράζει. Δεν αλλάζει κάτι. Μόνο εγώ τα ακούω. Εσείς δεν θα τα ακούσετε. Είστε μουσικός;

    “Είναι φοβερό το ότι η μουσική είναι κάτι που αντιλαμβάνεσαι με τις αισθήσεις σου. Αυτή είναι η δύναμή της.”

    Όχι. Μόνο ακούω.

    Είναι πολύ σοβαρό το να ακούς. Υπάρχουν διαφόρων ειδών ακροατές. Υπάρχουν καλοί ακροατές που ακούν πράγματα τα οποία εμένα προσωπικά με εντυπωσιάζουν. Είναι φοβερό το ότι η μουσική είναι κάτι που αντιλαμβάνεσαι με τις αισθήσεις σου. Αυτή είναι η δύναμή της.

    Είναι φοβερό και το γεγονός ότι ο καθένας την αντιλαμβάνεται διαφορετικά.

    Ναι γιατί είναι αφηρημένη και κάτι το άυλο.

    Αυτή είναι και η μαγεία της. Υπάρχει κάτι που ελπίζατε να ξέρατε όταν κάνατε τα πρώτα σας βήματα; Κάποιος να σας είχε πει κάτι.

    Πολύ ωραία ερώτηση. Μου αρέσει. Η αλήθεια είναι ότι βασανιζόμουν για αρκετά χρόνια με το να με παραδεχτούν οι άνθρωποι της δουλειάς. Αυτό μου έφαγε ενέργεια αρκετή και θα ήθελα τότε κάποιος να μου πει «μη σε νοιάζει». Επίσης, όταν έγραψα τα πρώτα μου τραγούδια ήθελα πολύ να τα πάω να τα ακούσει ο Χατζιδάκις. Και σκεφτόμουν: «Να τα πάω; Να μη τα πάω; Κι αν μου πει ότι δεν είναι καλά; Τι θα κάνω;». Και τελικά τι έγινε; Πέθανε.

    Και δεν προλάβατε…

    Το καθυστερούσα για μήνες κάνοντας όλες αυτές τις σκέψεις. Φοβόμουν μήπως με επηρεάσει πολύ η άποψή του και μετά τι θα έκανα; Τελικά δεν έμαθα ποτέ. Κι γι’ αυτό θα ήθελα κάποιος να με πάρει και να μου πει: «Πάμε. Τώρα που μπορείς, να το κάνεις».

    Θα ήθελα κάποιος να μου είχε πει «μη σε νοιάζει για το αν θα σε παραδεχτούν οι άνθρωποι της δουλειάς».

    Τρομερό αυτό…

    Δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω. Μπορεί να ήταν και καλό και κακό… Δεν θα μάθω τελικά, αλλά θα ήθελα να το είχα κάνει.

    Επί 15 χρόνια – αν δεν κάνω λάθος – ζούσατε στην Αμερική, στην «Disneyland» της μουσικής και του σινεμά.

    Ναι, στο Λος Άντζελες.

    Τελικά όμως γυρίσατε. Αυτό ήταν το πλάνο σας εξαρχής;

    Όχι το πλάνο μου ήταν να φύγω για δύο χρόνια και μετά να επιστρέψω. Τελικά τα δύο χρόνια έγιναν δεκαπέντε.

    Τελικά τι σας κράτησε εδώ;

    Ήρθα με την απόφαση να μείνω. Γιατί στην Αμερική έκανα πολύ ωραία πράγματα όσον αφορά στη δουλειά μου, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να αποφασίσω αν θα συνεχίσω τη ζωή μου εκεί ή θα γυρίσω. Αποφάσισα τελικά ότι δεν θέλω να ζήσω τη ζωή μου εκεί. Σκεφτόμουν ότι θέλω να γυρίσω για τους ανθρώπους της Ελλάδας, για τις σχέσεις μου με αυτούς που είναι πολύ καλύτερες εδώ – και η δουλειά μου εξαρτάται από την επαφή με τους ανθρώπους. Εδώ οι σχέσεις είναι πιο «ζεστές». Στην Αμερική ζεις σε ένα χάος με εκατομμύρια ανθρώπους από άλλες χώρες, που ναι, σε πλουτίζει, σε γεμίζει με γνώσεις και εμπειρίες αλλά μετά δεν σου μένει κάτι. Δεν έχεις μαζί τους κοινές αναφορές. Ένας λόγος που ήθελα να επιστρέψω ήταν αυτός ας πούμε. Ο δεύτερος ήταν ότι μου αρέσει λίγο η αναρχία της Ελλάδας. Λίγο. Θα ήθελα να ήταν λίγο λιγότερη αλλά την ίδια στιγμή και η πολύ τακτοποιημένη ζωή του εξωτερικού δεν νομίζω ότι μου ταιριάζει. Για λίγο ήταν εντάξει. Αλλά για μόνιμα όχι. Και δεν έχω μετανιώσει γι’ αυτή μου την απόφαση. Θέλω να δουλεύω σε ωραία πρότζεκτ στην Ελλάδα, που γίνονται νομίζω, και θα γίνονται και καλύτερα. Οπότε τα καλά της Ελλάδας είναι αυτά που με κρατάνε εδώ. Και είναι πολλά τα καλά.

    Η πολύ τακτοποιημένη ζωή του εξωτερικού δεν νομίζω ότι μου ταιριάζει.

    Έτσι κι αλλιώς πού είναι τέλεια;

    Ακριβώς, πουθενά. Εσένα τον ίδιο κουβαλάς παντού. Καταλαβαίνω ανθρώπους που θέλουν  να φύγουν, ας το ζήσουν λοιπόν. Αλλά ζώντας και κάπου αλλού γρήγορα θα διαπιστώσουν πως κι εκεί κάποια πράματα δεν θα τους αρέσουν. Εγώ έφυγα στα 30 μου. Έφυγα μεγάλος. Και μάλιστα ποτέ δεν ήθελα να φύγω από εδώ. Αλλά κάτι έγινε εκεί στα 30. Λένε ότι κάτι γίνεται γενικά μεταξύ 28 και 32. Λέγεται «Saturn return». Κάποιος μου το έχει πει και κάπως το έχω πιστέψει. Εγώ ξύπνησα ένα πρωί και είπα θα πάω στην Αμερική, κάτι που αν μου το λέγανε 5 χρόνια πριν θα έλεγα «αποκλείεται». Δεν ήθελα να φύγω πριν. Δούλευα ήδη εδώ, είχα κάνει επιτυχίες, είχα κάνει θέατρο, σινεμά, ήμουν πολύ χαρούμενος. Αλλά ξαφνικά ένιωσα την επιθυμία να φύγω. Είπα θα φύγω για δύο χρόνια και τελικά ξεχάστηκα, γιατί οι εμπειρίες εκεί ήταν τεράστιες. Ήμουν στον παράδεισο της δουλειάς μου. Ήταν και δύσκολα βέβαια, αλλά εγώ εκεί έμαθα πολλά πράγματα. Είδα πώς γράφεις μουσική για τον κινηματογράφο, στην καρδιά της βιομηχανίας του.

    “Παλιότερα για τους καλλιτέχνες η δισκογραφική εταιρία ήταν το σπίτι τους. Τώρα οι δισκογραφικές κάνουν συναυλίες. Οπότε έχει αλλάξει η ίδια η δουλειά τους ουσιαστικά”

    Η μουσική που «ντύνει» μια ταινία μπορεί να την απογειώσει και να την καταστρέψει την ίδια στιγμή. Το ίδιο συμβαίνει θα λέγατε και στο θέατρο;

    Στην ταινία σαφώς. Στο θέατρο λιγότερο, γιατί εκεί η μουσική δεν παίζει τόσο ρόλο. Εκτός κι αν έχεις να κάνεις με ένα μιούζικαλ. Αλλιώς η δράση γίνεται εκείνη τη στιγμή και η μουσική έχει δευτερεύοντα ρόλο. Στην ταινία επειδή η εικόνα είναι σταθερή, η μουσική δρα περισσότερο. Αν σας βάλω μια σκηνή από ταινία με μουσική, χωρίς μουσική ή και με λάθος  μουσική, θα καταλάβετε τη διαφορά. Η δύναμη της μουσικής στην ταινία είναι τεράστια. Είναι πυρηνικό όπλο.

    Συμφωνώ απόλυτα. Όμως πόση καλλιτεχνική ελευθερία υπάρχει γράφοντας μουσική για μια συγκεκριμένη ταινία ή παράσταση;

    Το πρώτο πράγμα που μου δείχνει τι να κάνω είναι η ίδια η ταινία. Τώρα βέβαια εμένα μπορεί να μου δείχνει κάτι και του σκηνοθέτη κάτι διαφορετικό. Σπάνια γίνεται αυτό. Δεν μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικό αυτό το κάτι, ίσως απλά να έχει διαφορετικές αποχρώσεις. Εκεί υπάρχει ένα θεματάκι που λύνεται με πολλή κουβέντα, με γράψιμο και πολύ πέταμα. Ακούς την άποψη του άλλου φυσικά και ο ένας προσπαθεί να εξηγήσει αυτή την άποψη στον άλλο. Αυτό είναι και το δυσκολότερο κομμάτι της δουλειάς. Πιο δύσκολο και από το να γράψεις μουσική. Η ταινία είναι ένα πράγμα πολυσυλλετικό, δουλεύει γι΄αυτή άπειρος κόσμος, αλλά τον τελικό λόγο έχει πάντα ο σκηνοθέτης.

    “Όλο σχεδίαζα να κάνω μια μεγάλη συναυλία στο Ηρώδειο, ήρθε ο κορονοϊός και δεν το έκανα ποτέ. Αυτό είναι κάτι που θα ήθελα να κάνω. Για να δούμε…”

    Το «πάντρεμα» του στίχου και της μουσικής πώς είναι σαν διαδικασία; Βάλτε μας λίγο στο κλίμα.

    Αυτό είναι σαν παιχνίδι, αλλά με όρους και κανόνες. Αν κάτι είναι αληθινό και εμπνευσμένο πετυχαίνει και ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται. Κανόνες όμως έχουν όλα τα παιχνίδια. Κι εσείς, αν σας δώσω τώρα έναν στίχο μπορεί να «σφυρίξετε» μια μουσική, όμως κάποιες φορές κάποιος βάζει μουσική σε έναν στίχο και το αποτέλεσμα είναι μαγικό. Κάποιος άλλος βάζει στον ίδιο στίχο μουσική και το αποτέλεσμα δεν είναι το ίδιο μαγικό. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αυτό πώς συμβαίνει. Κάτι γίνεται στη μία περίπτωση και κάτι δεν γίνεται στην άλλη. (γελάει)

    Δεν έχω δουλέψει ποτέ με ανθρώπους που δεν μου ταιριάζουν. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε.

    Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει για εσάς μια συνεργασία ανάμεσα σε συνθέτη και στιχουργό για να δώσει ένα άρτιο, ας πούμε, αποτέλεσμα;

    Εδώ δεν έχει να κάνει με προσωπικότητες. Έχει να κάνει με τον ίδιο τον στίχο και αν αυτός ο στίχος του συγκεκριμένου ανθρώπου με τον οποίο συνεργάζεσαι, σου «πάει» ή όχι. Είμαι «δύσκολος» εγώ με τους στίχους. Ή μπορεί και να με θεωρούν οι άλλοι έτσι, δεν ξέρω. Αλλά κάτι πρέπει να μου «λέει». Η γλώσσα ας πούμε του εκάστοτε στιχουργού να μου ταιριάζει, να το πω έτσι. Δεν έχω δουλέψει ποτέ με ανθρώπους που δεν μου ταιριάζουν. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε. Γιατί ας μην ξεχνάμε πως αυτή η δουλειά είναι και βιοποριστική. Ή μάλλον ήταν…

    Εσείς μεγαλώσατε σε μια εποχή που οι δισκογραφικές ήταν κάτι σαν δεύτερη οικογένεια για τους καλλιτέχνες. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα σήμερα;

    Ήταν το σπίτι τους η δισκογραφική. Τώρα οι δισκογραφικές κάνουν συναυλίες. Οπότε έχει αλλάξει η ίδια η δουλειά τους ουσιαστικά. Υπάρχουν εταιρείες που κάνουν συναυλίες, υπάρχουν ιδιώτες που κάνουν συναυλίες, όμως η σχέση που είχε η εταιρεία με τον καλλιτέχνη που πήγαινε κάποτε σε αυτή, η δουλειά που γινόταν τότε, η έκδοση ενός δίσκου · αυτό όλο έχει εξαφανιστεί.

    Από εκείνη την εποχή τι είναι αυτό που σας λείπει εσάς περισσότερο;

    Από εκείνη την εποχή μου λείπει πολύ αυτό το ζεστό κλίμα στην όλη δραστηριότητα που γινόταν γύρω από την μουσική και το τραγούδι. Υπήρχαν τότε, παραγωγοί, στιχουργοί, τραγουδιστές, ένας χώρος «ζωντανός» που έκανε πράγματα. Από την άλλη αναγνωρίζω πως σήμερα η μουσική κυκλοφορεί πολύ πιο γρήγορα και εύκολα. Αυτό το βρίσκω πολύ καλό. Βέβαια δεν μένει τίποτα. Στο θέατρο καμιά φορά μου λένε οι σκηνοθέτες: «Είσαι πολύ τυχερός, γράφεις μια μουσική για την παράσταση και μετά σου μένει η μουσική, εμείς κάνουμε παραστάσεις και μετά δεν μας μένει τίποτα». Η μουσική σήμερα έχει γίνει κάτι σαν κοινοκτημοσύνη. Ακούς, μάλιστα, ένα τραγούδι σε μια playlist και μόλις βαρεθείς πας στο επόμενο, δεν παίρνεις κάτι για να το κρατήσεις. Παλιά έπαιρνες ένα CD, πιο παλιά έπαιρνες ένα βινύλιο. Σου έπιαναν και λίγο χώρο στο σπίτι. Εγώ χάριζα CD τότε και έλεγα «αν δεν σας αρέσει μπορείτε να το κάνετε σουβέρ». Είχε κι αυτή τη χρήση ως κάτι το απτό! (γελάει). Τώρα όλο έχει γίνει άυλο. Θα μου πεις γιατί κάποτε δεν ήταν ξανά άυλη η μουσική; Πριν το 1900 ας πούμε υπήρχαν εκδότες που εξέδιδαν τη μουσική ενός συνθέτη αλλά μόνο για εκείνους που έπαιζαν κάποιο όργανο, για τις ορχήστρες. Εσύ κι εγώ δεν μπορούσαμε να έχουμε αυτή τη μουσική στο σπίτι μας. Μόνο αν πηγαίναμε κάπου να ακούσουμε αυτή τη μουσική ζωντανά. Μάλλον όλο αυτό κάνει κύκλο…

    “Η μουσική σήμερα έχει γίνει κάτι σαν κοινοκτημοσύνη. Ακούς, μάλιστα, ένα τραγούδι σε μια playlist και μόλις βαρεθείς πας στο επόμενο, δεν παίρνεις κάτι για να το κρατήσεις. Παλιά έπαιρνες ένα CD, πιο παλιά έπαιρνες ένα βινύλιο. Σου έπιαναν και λίγο χώρο στο σπίτι.”

    Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε πως κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος πλατφόρμες, όπως το TikTok στην πιο άμεση επικοινωνία του δημιουργού με το κοινό του και κατ’ επέκταση στην προώθηση της δουλειάς του. Εσάς πώς σας φαίνεται αυτό;

    Το θεωρώ πολύ ωραίο. Αυτά όλα βοηθούν την όποια μουσική να κυκλοφορήσει. Και είναι ωραίο να κυκλοφορεί η μουσική. Αλλά νιώθω την ίδια στιγμή πως απλά κυκλοφορεί. Ακόμη και αν κάτι έχει 10 εκ. views θα το ακούσουν όλοι για λίγο και μετά θα πάνε στο επόμενο. Αυτό είναι το περίεργο για εμένα.

    Υπάρχει τελικά η συνταγή της επιτυχίας;

    Αν είχα τη συνταγή πιστεύετε θα σας την έλεγα; (γελάει) Όχι, δεν υπάρχει, μακάρι να υπήρχε…

    Τι είναι αυτό, όμως, που κάνει ένα τραγούδι διαχρονικό;

    Εδώ κι αν δεν υπάρχει συνταγή. Αυτό σίγουρα δεν υπάρχει. Η συνταγή για να κάνεις κάτι επίκαιρο μπορεί και να υπάρχει. Καμιά φορά παίρνεις κάτι που έχει κάνει ήδη επιτυχία, το ακούς και λες «ας κάνω κι εγώ κάτι αντίστοιχο». Αλλά και πάλι δεν σου εγγυάται κανείς την επιτυχία του δικού σου. Οπότε δεν υπάρχει σίγουρη συνταγή. Και κυρίως δεν υπάρχει συνταγή για κάτι που μπορεί να υπάρχει για τα επόμενα 30 χρόνια.

    Γράφονται πια τραγούδια με αυτή την προοπτική; Να μείνουν.

    Δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι θα γίνουν όλα αυτά που ακούγονται τώρα. Όταν ήμουν 25 χρονών έγραψα το «Καράβια βγήκαν στη στεριά». Πού να φανταστώ τότε ότι θα φτάσει να θεωρείται κλασικό; Τότε δεν το ήξερα. Απλά σκέφτηκα αυτή τη μελωδία, την έδωσα στον Μιχάλη Γκανά, εκείνος έβαλε αυτόν τον στίχο – που είναι και ανατρεπτικός μιας και δεν παρουσιάζει μια ερωτική ιστορία, αλλά μια εικόνα μάλλον από τη Βίβλο. Μέχρι και σήμερα θεωρείται κλασικό τραγούδι και πιστεύω θα συνεχίσει. Όμως εγώ κάποτε δεν το ήξερα.

    Αυτή η ενέργεια που εισπράττεις την ώρα του live είναι κάτι το απερίγραπτο.

    Αυτή την περίοδο που διανύουμε και σε αυτή τη φάση της ζωής σας τι είναι αυτό που αποζητάτε από τη μουσική σας;

    Αυτό που αποζητάω αυτή την περίοδο είναι αυτό που θα κάνω στο Gazarte τις τρεις βραδιές του Δεκέμβρη. Να παίξω τη μουσική μου και τα τραγούδια μου. Είναι κάτι που δεν έχω κάνει. Κι έχω τρομερή όρεξη να το κάνω. Γιατί είναι αυτό που δεν έχω κάνει για διάφορους λόγους. Πάντα έκανα τη μία δουλειά μετά την άλλη, παρήγαγα πράγματα, αλλά δεν έπαιζα εγώ τις μουσικές και τα τραγούδια μου. Έχω κάνει πολύ λίγα live και είναι ακριβώς αυτό που θέλω να κάνω, και μάλιστα θέλω να συνεχίσω από εδώ και πέρα να το κάνω.

    Σας αγχώνει αυτό;

    Ναι, πάρα πολύ. Ακριβώς γιατί είναι κάτι που δεν έχω κάνει τόσο.

    Το αποφεύγετε γενικά;

    Όχι γιατί δεν γίνεται ακριβώς να το αποφύγεις. Το ένα φέρνει τ’ άλλο. Έχω κάνει 2-3 συναυλίες στις οποίες είχα πάρα πολύ άγχος. Ε, κάθε φορά έχεις και λιγότερο. Τον χειμώνα δεν έχω παίξει ξανά σε κάποιο μέρος που ο άλλος να μπορεί να πάρει το ποτό του και να σε απολαύσει. Αυτό είναι πρώτη φορά που το κάνω. Νιώθω αγωνία αλλά και περιέργεια για το αν θα μου αρέσει κιόλας σαν εμπειρία. Ας πούμε στη Ρωμαϊκή αγορά πριν δύο χρόνια που κάναμε μία συναυλία ήταν καλοκαίρι και ήταν πάρα πολύ όμορφα. Εγώ έπαιζα πιάνο, έβλεπα την Ακρόπολη απέναντι, ήταν μαγικά. Χειμώνα σε κλειστό μέρος δεν έχω βρεθεί ξανά ποτέ. Και μάλιστα ο άλλος να κάθεται σε τραπεζάκι και να πίνει και το ποτό του και να λέει και καμιά κουβέντα με τον διπλανό του. Δεν ξέρω πώς θα είναι. Ελπίζω να είναι πολύ ωραίο, γιατί έχω ανάγκη την επικοινωνία.

    “Αυτό που αποζητάω αυτή την περίοδο είναι αυτό που θα κάνω στο Gazarte τις τρεις βραδιές του Δεκέμβρη. Να παίξω τη μουσική μου και τα τραγούδια μου. Είναι κάτι που δεν έχω κάνει. Κι έχω τρομερή όρεξη να το κάνω.”

    Παρόλο που δεν έχετε δοκιμαστεί πολλές φορές σε αυτή τη συνθήκη, σε αυτή τη ζωντανή αλληλεπίδραση με το κοινό τι είναι αυτό που βρίσκετε μαγικό;

    Αυτή την ενέργεια που εισπράττεις εκείνη την ώρα. Εισπράττεις κάτι το απερίγραπτο. Και μόνο αυτό είναι λόγος για να βρεθείς στη σκηνή. Έτσι νιώθουν και οι ηθοποιοί. Και εισπράττεις φυσικά και την καλή και την κακή ενέργεια. Καμιά φορά  μου λένε οι ηθοποιοί: «Σήμερα ήταν χάλια το κοινό». Και μπορεί να αναρωτηθείς εκείνη τη στιγμή πώς μπορεί να ήταν χάλια αφού το κοινό δεν μιλάει. Ήταν χάλια γιατί έχει να κάνει με την ενέργεια αυτή που εισπράττεις. Κι αυτό είναι φοβερό. Εγώ στην πρώτη συναυλία που είχα κάνει το 2014 στον Κήπο του Μεγάρου και είχαν έρθει 5000 άνθρωποι και κάθονταν στο γρασίδι, με το που βγήκα στη σκηνή αισθάνθηκα ένα ωστικό κύμα να με παρασύρει. Και δεν μπορείς καν να το περιγράψεις αυτό με λόγια, αν δεν το ζήσεις. Φοβερό. Μπορεί να ακούγεται κοινότυπο αυτό που λέω τώρα, αλλά εγώ το νιώθω φοβερά. Φοβερό συναίσθημα και αδρεναλίνη.

    Υπάρχει κάτι άλλο που δεν έχετε κάνει ακόμη και θα θέλατε πολύ να το δοκιμάσετε;

    Ας πούμε δεν θα ήθελα να τραγουδάω τα τραγούδια μου. Δεν μου αρέσει πολύ αυτό. Δηλαδή μπορεί να πω κανένα τραγουδάκι, αν το αισθανθώ την ώρα εκείνη την ώρα που παίζω. Αλλά ένα κουπλέ ή ένα σημείο που μου αρέσει. Θέλω απλά να μπορώ να παίζω τη μουσική μου και να κάνω συναυλίες με τη μουσική μου. Όλο σχεδίαζα να κάνω μια μεγάλη συναυλία στο Ηρώδειο, ήρθε ο κορονοϊός και δεν το έκανα ποτέ. Αυτό είναι κάτι που θέλω επίσης να κάνω. Για να δούμε…

    Μετά από όλα αυτά τα χρόνια εμπειρίας και τριβής σας με χώρους όπως ο κινηματογράφος, το θέατρο, η τηλεόραση, έχει περάσει ποτέ από το μυαλό σας να δοκιμάζατε τον εαυτό σας και σε έναν άλλο ρόλο;

    Έχω πει σε σκηνοθέτες να με βγάλουν αλλά φοβούνται γιατί αν βγω θα τους εξαφανίσω όλους. Τους παρακαλάω χρόνια εγώ αλλά δεν τολμάνε. (γελάει) Όχι για να σου μιλήσω ειλικρινά δεν θα ήθελα. Θυμάμαι στο «Νησί» ο Θοδωρής (Παπαδουλάκης) μου είχε πει «θα σε βγάλω!». Ήθελε να παίξω έναν αστυνομικό στο τελευταίο επεισόδιο, εποχή δικτατορίας. Το ακούω εγώ και του λέω «ξέχνα το!». Εννοείται πως δεν το έκανα.

    Τώρα εγώ σας έχω στον μυαλό μου ως έναν άνθρωπο που ασχολείται το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του με τη μουσική. Εκεί νιώθω πως αφιερώνετε τον περισσότερο χρόνο και την ενέργειά σας. Κάνω λάθος;

    Δεν είναι αλήθεια. Βλέπω πολλές ταινίες. Διαβάζω λιγότερο δυστυχώς γιατί δεν προλαβαίνω και έχω και δύο μωρά που θέλω να περνάω χρόνο μαζί τους. Και το θέλω πολύ.

    Ένας βασικός λόγος που κάνω κιόλας μουσική είναι γιατί θέλω να ομορφύνω το περιβάλλον μου, ελπίζοντας την ίδια στιγμή ότι θα ομορφύνω και το δικό σας.

    Ο ερχομός των διδύμων τι έχει φέρει στη ζωή σας;

    Ο ερχομός τους έχει φέρει ατελείωτη χαρά. Δεν το περίμενα τόσο. Είναι ενέργεια καθαρή – και ελπίζω να μείνει έτσι για πολλά χρόνια ακόμη – γεμάτη αθωότητα. Όλα αυτά τα παρατηρώ στα παιδιά μου. Σκέφτομαι πόσο τρομερό που ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος. Και μετά περνούν τα χρόνια, μεγαλώνει, κόβει από όπου μπορεί, στρογγυλεύει… Αλλά τώρα βλέπεις μόνο καθαρότητα στα μάτια τους. Σε γεμίζει χαρά όλο αυτό. Το να παρατηρείς πώς είναι η φύση του ανθρώπου.

    Τι είναι αυτό που σας κρατά αισιόδοξο τους περίεργους – σχεδόν δυστοπικούς – καιρούς που ζούμε;

    Η οικογένειά μου. Αυτό είναι το πιο βασικό που με κρατάει αισιόδοξο. Αλλά και ό,τι άλλο είναι όμορφο. Ένας βασικός λόγος που κάνω κιόλας μουσική είναι γιατί θέλω να ομορφύνω το περιβάλλον μου, ελπίζοντας την ίδια στιγμή ότι θα ομορφύνω και το δικό σας. Βιώνουμε δύσκολες καταστάσεις και πολλές φορές είναι δύσκολο να μη σε παρασύρει η πραγματικότητα. Αλλά νομίζω ότι όσοι έχουμε κάτι να ασχοληθούμε και μέσα από αυτό να επηρεάζουμε θετικά, έστω και λίγο κάποιον άλλον, είμαστε πραγματικά τυχεροί. Όταν έρχομαι στο στούντιο καμιά φορά χάνω την αίσθηση του χρόνου. Είμαι ηχητικά μονωμένος και δεν βλέπω το φως της ημέρας έξω. Έρχομαι και είναι μέρα, φεύγω και έξω είναι νύχτα. Περίεργο αλλά το απολαμβάνω πολύ, ξεχνιέμαι. Μου το έχουν πει κι άλλοι που έρχονται εδώ πως το νιώθουν.

    Όπως αναφέραμε ήδη και πριν, σε λίγες ημέρες από τώρα θα έχουμε την χαρά να σας απολαύσουμε σε τρεις μοναδικές εμφανίσεις στο Gazarte. Δώστε μας έτσι μια μικρή γεύση για το τι πρόκειται να ακούσουμε στα live.

    Έχω διαλέξει 15-20 τραγούδια δικά μου που αγαπάω και 10-12 τραγούδια άλλων συνθετών που τα παίζαμε την εποχή των lockdown. Μαζευόμασταν καμιά φορά στο σπίτι μου τότε, με κίνδυνο να μας πιάσουν, και παίζαμε μουσική. Μετά από αυτό νιώθαμε όλοι τόσο χαρούμενοι. Εκεί κατάλαβα πόση ανάγκη έχει ο άλλος και τη συνάντηση και το τραγούδι που ενώνει. Έχω μαζέψει, λοιπόν, αυτά τα τραγούδια που παίζαμε τότε και θα τα ακούσετε και αυτά στα live. Μου φαίνεται πια σαν να λέω πως έχω μαζέψει τα τραγούδια της κατοχής, της εποχής του πολέμου. (γελάει) Καμιά φορά σκέφτομαι πόσο παλιά έγινε αυτό; Όντως το ζήσαμε;  Χρειαζόμασταν όντως άδεια για να βγούμε από το σπίτι μας; Εμείς πάντως τις κάναμε τις παρανομίες μας…

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

    Ο Μίνως Μάτσας θα εμφανιστεί τη Δευτέρα 5, 12 και 19 Δεκεμβρίου στις 21:30 στο Gazarte Main Stage. Μαζί του θα είναι επί σκηνής ο Κώστας Τριανταφυλλίδης και η Μυρτώ Βασιλείου.

    Περισσότερα από Πρόσωπα