Τα οφέλη του καφέ που δεν γνωρίζαμε: Τι δείχνει νέα μελέτη για λίπος, μεταβολισμό και ορμόνες
Προσθήκη ως αγαπημένη πηγήΜπορεί ο καθημερινός καφές να σχετίζεται με το πόσο λίπος και μυϊκή μάζα έχουμε, αλλά και με τον τρόπο που λειτουργεί ο μεταβολισμός μας; Νέα μελέτη μας δίνει ενδιαφέρουσες απαντήσεις.
Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην GoogleΓια πολλούς είναι η πρώτη κίνηση της ημέρας, για άλλους μια μικρή καθημερινή απόλαυση που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές μέχρι το βράδυ. Μιλάμε για τον καφέ, ένα ρόφημα που έχει μελετηθεί εκτενώς για την επίδρασή του στην υγεία. Τώρα, όμως, μια νέα έρευνα στρέφει το ενδιαφέρον σε πεδία που γνωρίζουμε λιγότερο: την επίδραση του καφέ στη σύσταση του σώματος, το σπλαχνικό λίπος, τον μεταβολισμό και τις ορμόνες του φύλου.
Νέα μελέτη εξέτασε 2.264 Φινλανδούς ηλικίας 46 ετών, αναζητώντας πιθανές σχέσεις ανάμεσα στην ποσότητα καφέ που κατανάλωναν και στο σωματικό λίπος, τη μυϊκή μάζα, τον μεταβολισμό της γλυκόζης και της ινσουλίνης, διαφορετικές ουσίες στο αίμα και τις ορμόνες του φύλου. «Τα άτομα που έπιναν περισσότερο καφέ είχαν, κατά μέσο όρο, λιγότερο συνολικό και σπλαχνικό λίπος και περισσότερη μυϊκή μάζα, παρότι ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) τους ήταν παρόμοιος με εκείνον των ατόμων που δεν έπιναν καφέ. Η μεγαλύτερη κατανάλωση καφέ συνδεόταν επίσης με χαμηλότερα επίπεδα ορισμένων αμινοξέων που σχετίζονται με την αντίσταση στην ινσουλίνη και τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2. Στους άνδρες, η μεγαλύτερη κατανάλωση καφέ συνδεόταν με χαμηλότερη ινσουλίνη νηστείας και μεγαλύτερη ευαισθησία στην ινσουλίνη. Παρατηρήθηκαν επίσης διαφορετικές σχέσεις με την τεστοστερόνη στους άνδρες και τις γυναίκες. Ωστόσο, η μελέτη δείχνει συσχετίσεις και όχι αιτιώδεις σχέσεις. Δεν αποδεικνύει δηλαδή ότι ο καφές προκάλεσε τις συγκεκριμένες αλλαγές», επισημαίνει η διαιτολόγος-διατροφολόγος Δήμητρα Ευθυμιοπούλου.
Τι ακριβώς εξέτασαν οι ερευνητέςΗ μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από τη Northern Finland Birth Cohort 1966, όταν οι συμμετέχοντες είχαν φτάσει στην ηλικία των 46 ετών. Συνολικά εξετάστηκαν 2.264 ενήλικες, από τους οποίους 2.194 κατανάλωναν καφέ και 70 δεν έπιναν. Οι ερευνητές συνέκριναν την αυτοαναφερόμενη κατανάλωση καφέ με τη σύσταση του σώματος, τα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης, τα λιπίδια του αίματος, 164 διαφορετικές μεταβολικές μετρήσεις και διάφορους δείκτες των ορμονών του φύλου. «Πρόκειται για μελέτη παρατήρησης σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τη λεγόμενη cross-sectional μελέτη. Αυτό σημαίνει ότι οι ερευνητές εξέτασαν τι συνέβαινε σε μια χρονική περίοδο, χωρίς να παρέμβουν στην κατανάλωση καφέ των συμμετεχόντων», διευκρινίζει.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα ήταν ότι τα άτομα που έπιναν περισσότερο καφέ είχαν διαφορετική σύσταση σώματος, παρότι ο ΔΜΣ τους ήταν παρόμοιος. «Στα άτομα που έπιναν τουλάχιστον πέντε φλιτζάνια καφέ την ημέρα, το σωματικό λίπος ήταν κατά μέσο όρο 27,14%, έναντι 29,67% στα άτομα που δεν έπιναν καφέ. Η λιπώδης μάζα ήταν 22,17 κιλά έναντι 24,40 κιλών. Παρόμοια ήταν η εικόνα και για το σπλαχνικό λίπος, δηλαδή το λίπος που βρίσκεται στην περιοχή της κοιλιάς γύρω από τα εσωτερικά όργανα. Η μέση επιφάνειά του ήταν 102,52 cm² στα άτομα με την υψηλότερη κατανάλωση καφέ, έναντι 108,50 cm² στους μη καταναλωτές. Αντίθετα, η σκελετική μυϊκή μάζα ήταν υψηλότερη στην ομάδα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση καφέ: 32,46 κιλά έναντι 30,88 κιλών στους μη καταναλωτές», αναφέρει η κ. Ευθυμιοπούλου.
Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι πρόκειται για διαφορές μεταξύ ομάδων και όχι για απόδειξη ότι ο καφές προκάλεσε τη μικρότερη ποσότητα λίπους ή τη μεγαλύτερη μυϊκή μάζα. Επιπλέον, οι ομάδες δεν ήταν ίδιες ως προς χαρακτηριστικά όπως το κάπνισμα, το επίπεδο εκπαίδευσης και το φύλο, ενώ η σύσταση του σώματος εκτιμήθηκε με βιοηλεκτρική εμπέδηση, μια έμμεση μέθοδο εκτίμησης του λίπους και της μυϊκής μάζας.
Οι ερευνητές εξέτασαν 164 διαφορετικούς δείκτες λιπιδίων και άλλων μεταβολιτών στο αίμα. Οι περισσότεροι παρουσίασαν μικρές συσχετίσεις με την κατανάλωση καφέ. «Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν ορισμένα αμινοξέα διακλαδισμένης αλυσίδας, μεταξύ των οποίων η ισολευκίνη, η λευκίνη και η βαλίνη, καθώς και η αλανίνη και η τυροσίνη. Τα επίπεδα αυτών των ουσιών ήταν χαμηλότερα όσο αυξανόταν η κατανάλωση καφέ, ιδιαίτερα στους άνδρες. Στις γυναίκες υπήρχαν λιγότερες συσχετίσεις, αν και σε αυτές η λευκίνη παρουσίαζε αντίστροφη σχέση με την κατανάλωση καφέ. Συνολικά, επομένως, η υψηλότερη κατανάλωση καφέ συνδεόταν με χαμηλότερα επίπεδα ορισμένων αμινοξέων και στα δύο φύλα», σημειώνει.
Στους άνδρες, ο καφές συνδεόταν επίσης με ορισμένες υψηλότερες μετρήσεις χοληστερόλης και με υψηλότερη αναλογία κορεσμένων λιπαρών οξέων.
Τι έδειξε η μελέτη για γλυκόζη και ινσουλίνη
Οι σχέσεις μεταξύ καφέ και μεταβολισμού της γλυκόζης ήταν πιο έντονες στους άνδρες. «Όσο αυξανόταν η κατανάλωση καφέ, τόσο χαμηλότερα ήταν τα επίπεδα ινσουλίνης νηστείας. Το ίδιο παρατηρήθηκε και 60 και 120 λεπτά μετά από μια δοκιμασία κατά την οποία χορηγήθηκε γλυκόζη από το στόμα. Η μεγαλύτερη κατανάλωση καφέ συνδεόταν επίσης με χαμηλότερη εκτιμώμενη αντίσταση στην ινσουλίνη και υψηλότερη ευαισθησία στην ινσουλίνη. Με απλά λόγια, οι συγκεκριμένες μετρήσεις έδειχναν ένα πιο ευνοϊκό προφίλ γλυκόζης-ινσουλίνης στους άνδρες που κατανάλωναν περισσότερο καφέ», εξηγεί η κ. Ευθυμιοπούλου.
Στις γυναίκες οι αντίστοιχες συσχετίσεις ήταν λιγότερες και ασθενέστερες, αν και υπήρχαν ήπιες σχέσεις με χαμηλότερη ινσουλίνη νηστείας και υψηλότερη ευαισθησία στην ινσουλίνη.
Υπήρχε επίσης μια οριακά θετική σχέση μεταξύ της κατανάλωσης καφέ και μιας βαθμολογίας καρδιαγγειακού κινδύνου και στα δύο φύλα. Η συγκεκριμένη βαθμολογία περιλαμβάνει παράγοντες όπως το κάπνισμα, την αρτηριακή πίεση, τα λιπίδια, τον διαβήτη και το οικογενειακό ιστορικό. Για τον λόγο αυτό, οι συγγραφείς θεωρούν ότι η σχέση μπορεί να μην αντανακλά άμεση επίδραση του καφέ.
Παράλληλα, η συστολική αρτηριακή πίεση ήταν ελαφρώς υψηλότερη στην ομάδα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση καφέ.
Η εικόνα για την τεστοστερόνη αποδείχθηκε πιο περίπλοκη από την ιδέα ότι η κατανάλωση καφέ απλώς αυξάνει την ορμόνη. «Στους άνδρες, αφού οι ερευνητές έλαβαν υπόψη τον ΔΜΣ, την εκπαίδευση, το κάπνισμα, τη σωματική δραστηριότητα και το αλκοόλ, παρατήρησαν ότι κάθε επιπλέον φλιτζάνι καφέ την ημέρα συνδεόταν με 0,29 nmol/L υψηλότερη ολική τεστοστερόνη, 0,08 nmol/L υψηλότερη βιοδιαθέσιμη τεστοστερόνη και 0,57 nmol/L υψηλότερη πρωτεΐνη δέσμευσης των ορμονών του φύλου, που λειτουργεί ως πρωτεΐνη μεταφοράς των ορμονών του φύλου στο αίμα.
Ταυτόχρονα, όμως, η ελεύθερη τεστοστερόνη ήταν χαμηλότερη κατά 0,01 nmol/L και ο δείκτης ελεύθερων ανδρογόνων μειωνόταν κατά 0,36 για κάθε επιπλέον φλιτζάνι», εξηγεί.
Στις γυναίκες χωρίς αναφερόμενο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, κάθε επιπλέον φλιτζάνι καφέ συνδεόταν με αύξηση της πρωτεΐνης δέσμευσης των ορμονών του φύλου κατά 1,27 nmol/L, ενώ η ελεύθερη τεστοστερόνη ήταν χαμηλότερη κατά 0,01 nmol/L και ο δείκτης ελεύθερων ανδρογόνων κατά 0,32. Η ολική και η βιοδιαθέσιμη τεστοστερόνη στις γυναίκες δεν παρουσίασαν σημαντική σχέση με την κατανάλωση καφέ.
Μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «οφέλη»;Εδώ βρίσκεται και η σημαντικότερη διευκρίνιση της ειδικού. «Τα αποτελέσματα δεν τεκμηριώνουν την αύξηση της κατανάλωσης καφέ ειδικά για αύξηση της τεστοστερόνης, την κατανάλωση περισσότερου καφέ με στόχο τη μείωση του σωματικού λίπους ή την αύξηση του καφέ για τη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη. Δεν τεκμηριώνουν επίσης την κατανάλωση πέντε ή περισσότερων φλιτζανιών την ημέρα ως “βέλτιστη” ποσότητα ούτε ότι τα ίδια αποτελέσματα ισχύουν με τον ίδιο τρόπο σε άνδρες και γυναίκες».
Η μελέτη, όπως επισημαίνει, υποστηρίζει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα, η οποία θα παρακολουθεί τους ανθρώπους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και θα εξετάζει τι συμβαίνει όταν η κατανάλωση καφέ μεταβάλλεται σκόπιμα.
Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην Google