Βρίσκεται στο ησυχαστήριο του, στον κήπο του σπιτιού του και απολαμβάνει τη δροσιά των δέντρων αυτό το ζεστό πρωϊνό. Στο γραφείο του το βλέμμα θα πέσει πάνω σε διάφορα cd του αγαπημένου του Bob Dylan. Στα πόδια του κοιμάται η σκυλίτσα του η Ράτκα, παραδομένη στην ησυχία του μεσημεριού. Δεν έχει πολλές ημέρες που επέστρεψε από το Λιτόχωρο νωρίτερα πριν βρισκόταν στη Σόφια απ’ όπου επέστρεψε ενθουσιασμένος – ενώ από την Κυριακή τον περιμένει η εβδομάδα τελικών προβών στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου για το διονυσιακό σύμπαν των «Βακχών» σε σκηνοθεσία του Γιάροφ Γκάρντεφ.
Πρόκειται για τη μεγάλη πολυεθνική συμπαραγωγή – σύζευξη ανάμεσα σε Έλληνες και Βούλγαρους ηθοποιούς με την ανατρεπτική προσθήκη των Βρετανών Tigger Lillies. Ο ίδιος θα υποδυθεί το ρόλο του Κάδμου – σύνηθες να του αναθέτουν ρόλους που εφάπτονται με πρόσωπα εξουσίας, αλλά φαίνεται να το έχει συνηθίσει. Το είδος της αρχαίας τραγωδίας από την άλλη, δεν του είναι εξίσου οικείο και αυτό σηματοδοτεί μια νέα πρόκληση για την 50χρονη πορεία του.
Το όνειρο της υποκριτικής τον συνόδευε από παιδί, γι’ αυτό και από νωρίς σπούδασε και αναζήτησε την επαγγελματική τύχη του στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, με διάθεση περίπου τυχοδιωκτική. Τελικά, έμελλε να κάνει μια πλούσια καριέρα στην Ελλάδα. Αναδείχθηκε μέσα από σε κωμικούς ρόλους – αφού «λατρεύει την κωμωδία» όπως λέει – και μέσα σε επιλεκτικές συνθήκες, με σημαντικές συνεργασίες. Πλέον, δηλώνει πως δεν είναι διατεθειμένος να «κάνει το ο,τιδήποτε στο θέατρο».

Άρτι αφιχθείς από τις πρόβες στη Σόφια και στη Θεσσαλονίκη, εν όψει των “Βακχών”.
Επικράτησε η Τέχνη για όλα τα παιδιά, φαίνεται πως πήραμε τα γονίδια της μάνας μας. Και οι δύο μου αδερφές, η μία που δεν ζει πια ήταν ζωγράφος μα και η άλλη είναι η Ελένη Μυλωνά είναι διακεκριμένη εικαστικός που δουλεύει και στη Νέα Υόρκη και στην Αίγινα. Δυστυχώς, δεν έχω μια πρωτότυπη ιστορία να πω: από μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός. Θυμάμαι, ότι κάπου στα 12 μου χρόνια, πήγα με τους γονείς μου στο θέατρο – κι ενώ δεν θυμάμαι ποια παράσταση παρακολουθήσαμε – καθώς άδειαζε η αίθουσα, έμεινα πίσω, για να σταθώ μόνος, έστω και μια στιγμή σε αυτόν τον χώρο. Κοίταξα γύρω και είπα στον εαυτό μου «αυτό θα κάνω στη ζωή μου». Και το θυμάμαι πάρα πολύ καλά, με τη λεπτομέρεια που σας το περιγράφω. Ίσως ήταν ένα ένστικτο, μια αίσθηση πως θα μπορέσω να γίνω καλός ηθοποιός.
Πάντα το ήθελα και ποτέ δεν σκέφτηκα – ακόμα κι όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα – μήπως να κάνω κάτι άλλο. Δεν πρόδωσα ποτέ το θέατρο.
Μήπως σχετίζεται και με το γεγονός πως είχατε την πολυτέλεια να κάνετε αυτό που επιθυμούσατε; Η΄ θα το κυνηγούσατε έτσι κι αλλιώς – χωρίς την οικονομική υποστήριξη της οικογένειας;Ίσως ήταν ένα ένστικτο, μια αίσθηση πως θα μπορέσω να γίνω καλός ηθοποιός
Είναι μια υποθετική ερώτηση. Σαφώς υπήρχε οικονομική υποστήριξη που μου έδινε μια ώθηση και χάρη σε αυτήν μπόρεσα να φύγω για σπουδές στο εξωτερικό. Από την άλλη, δεν μπορώ να ξέρω αν, υπό άλλες συνθήκες όπου η ανάγκη θα με έσπρωχνε στην επιβίωση, εγώ θα εξακολουθούσα να κυνηγάω το όνειρο του θεάτρου. Αν και όταν ήμουν στην Αμερική, χρειάστηκε συχνά να δουλέψω ως σερβιτόρος, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, για να συμπληρώσω τα έξοδα μου.

Για τη σχέση του με το θέατρο: “Πάντα το ήθελα και ποτέ δεν σκέφτηκα – ακόμα κι όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα – μήπως να κάνω κάτι άλλο. Δεν πρόδωσα ποτέ το θέατρο”.
Το 1968, ένα χρόνο μετά από την επιβολή της Χούντας, έφυγα και δεν επέστρεψα στην Ελλάδα για να μην με συλλάβουν. Μόλις τελείωσα τη σχολή στο Λονδίνο είχα όνειρο να συνεχίσω ως ηθοποιός στις αγγλικές σκηνές. Μάλιστα, πρόλαβα κι έπαιξα μαζί με έναν σκωτσέζικο θίασο στο Περφ αλλά και σε 2-3 ακόμα παραγωγές. Μετά, μεσολάβησε και ο στρατός, όπου έπρεπε να διακόψω για να υπηρετήσω. Όμως, μιλάμε για μια θητεία διάρκειας 32 μηνών (στην εποχή της Μεταπολίτευσης) οπότε σε αυτό το διάστημα έχασα τις επαφές μου στην Αγγλία και επιστρέφοντας εκεί μετά το στρατό, βρήκα πολύ δύσκολα τα πράγματα. Παρόλα αυτά, επέμενα να μην γυρίσω στην Ελλάδα. Κι έτσι πήγα στην Αμερική, όπου έζησα δέκα χρόνια. Μέχρι που με πήρε τηλέφωνο η Ξένια Καλογεροπούλου για να συμμετέχω στη «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι που θα ανέβαζε με τον Γιάννη Φέρτη σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή. Πράγματι, γύρισα – κι όχι μόνο αυτό: έκανα μεγάλη επιτυχία κι από τότε δεν σταμάτησα να δουλεύω. Δεν επέστρεψα στο εξωτερικό, είχα πολλές προτάσεις για συνεργασία και αποφάσισα να παραμείνω στην Ελλάδα.
Το κακό είναι πως στη Νέα Υόρκη δεν ήρθε το πιο σπουδαίο, το πιο μεγάλο. Κατάφερα να παίξω και σε πιο μεγάλα θέατρα τρεις φορές, ωστόσο ο ανταγωνισμός ήταν τεράστιος. Χανόσουν στο πλήθος
Η περίοδος αυτή ήταν σίγουρα περιπετειώδης γιατί στη διάρκεια τους παντρεύτηκα δύο φορές. Την ίδια ώρα, δούλευα στο λεγόμενο off off Broadway – όπου πληρωνόμασταν με ελάχιστα χρήματα. Παρόλα αυτά, μάζευα εμπειρία, έπαιζα σε τέσσερις παραγωγές το χρόνο. Το κακό είναι πως δεν ήρθε το πιο σπουδαίο, το πιο μεγάλο. Κατάφερα να παίξω και σε πιο μεγάλα θέατρα τρεις φορές, ωστόσο ο ανταγωνισμός ήταν τεράστιος, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Χανόσουν στο πλήθος. Κατέληξα πως ο μόνος τρόπος για να πετύχει ένας Έλληνας στο εξωτερικό είναι να πάει ως φίρμα στον τόπο του και να λανσαριστεί έτσι.
Πάντως, αν ξεκινούσατε από την αρχή, από εκεί θα πιάνατε το νήμα;Είχα το μικρόβιο της περιπέτειας, ομολογώ. Κι ένας λόγος που έμεινα στο εξωτερικό τόσα χρόνια ήταν ακριβώς γιατί προτιμούσα να είμαι εκεί κι όχι στην Ελλάδα. Κι αυτό δεν είχε να κάνει με το κυνήγι της δουλειάς, μου άρεσε ο τρόπος ζωής εκεί· ειδικά, η Νέα Υόρκη, ήταν σπουδαία μια σπουδαία εμπειρία.
Τι ανακαλείτε από εκείνα τα χρόνια;Κατάλαβα ότι για να πετύχεις σε χώρες με τέτοια παράδοση και πληθώρα δυναμικού, δεν αρκεί το ταλέντο, χρειάζεται να κυνηγάς τα πράγματα, να διαφημίζεις τον εαυτό σου. Και ομολογώ πως σε αυτά είμαι άχρηστος
Από την Αγγλία σκέφτομαι τις σπουδές μου και τους φίλους που έχω διατηρήσει από τότε. Έπειτα, ήταν πολύ αστείες οι πρώτες μου απόπειρες στη δουλειά. Από τη Νέα Υόρκη, δεν θα ξεχάσω τις συναυλίες που είδα, καθώς έχω ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική. Πιο εύκολα θα πάω να δω μια συναυλία, παρά μια παράσταση. Στη Νέα Υόρκη χόρτασα από blues και jazz μουσικούς.
Αγαπώ τη μουσική αλλά με φαντάζεστε να κάνω τον τζαζίστα στην Αθήνα;

Η άλλη μεγάλη του αγάπη είναι η μουσική καθώς συνθέτει κιόλας. Λέει, όμως, χαριτολογώντας: “Αγαπώ τη μουσική αλλά με φαντάζεστε να κάνω τον τζαζίστα στην Αθήνα”.
Όχι, δεν έχω καμία πίκρα. Κατάλαβα ότι για να πετύχεις σε χώρες με τέτοια παράδοση και πληθώρα δυναμικού, δεν αρκεί το ταλέντο, χρειάζεται να κυνηγάς τα πράγματα, να διαφημίζεις τον εαυτό σου. Και ομολογώ πως σε αυτά είμαι άχρηστος, δεν μου αρέσει. Μάλλον είμαι και ντροπαλός. Ντρέπομαι να είμαι ο εαυτός μου, θέλω να βρίσκομαι πίσω από ένα ρόλο.
Δεν ξέρω. Σε καλέσματα όπου μου ζητούν να κάνω μια παρουσίαση – συνεπώς δεν υπάρχει ρόλος για να υποδυθώ – τρελαίνομαι, αδυνατώ.
Αυτό το κοσμοπολίτικο στοιχείο, η ευκολία σας να συνυπάρχετε με άλλες εθνικότητες είναι κι ένας λόγος που βρίσκεστε στο θίασο των «Βακχών»;Μπορεί ο πατέρας μου και ο παππούς μου να απείχαν από την κακή έννοια του πολιτικού, αλλά σε κάθε περίπτωση το σύστημα εξουσίας με απωθούσε
Ναι είμαστε μια ομάδα Ελλήνων, Βουλγάρων Βούλγαρους και των Βρετανών Tigger Lilies. Φαίνεται πως από τη μια τα χρόνια του εξωτερικού, και από την άλλη, τα βιώματα από μια οικογένεια αστική, όλα αυτά μου δίνουν μια, τρόπον τινά, αρχοντιά. Τουλάχιστον, έτσι με αντιμετωπίζουν στους ρόλους που μου αναθέτουν. Πολύ συχνά υποδύομαι κάποιον που έχει στα χέρια του εξουσία. Είτε είναι μπάτσος, είτε είναι ο Θεός, έχει να κάνει με το authority. Σε αυτήν την περίπτωση υποδύομαι τον Κάδμο.
Πως τα πάτε με την εξουσία, τη στιγμή που έχετε πάρει μια γερή γεύση από την οικογένεια σας;Μπορεί ο πατέρας μου και ο παππούς μου να απείχαν από την κακή έννοια του πολιτικού, αλλά σε κάθε περίπτωση το σύστημα εξουσίας με απωθούσε. Είμαι κι ένας άνθρωπος που θέλω την ησυχία μου, οπότε δεν θα ήθελα να χτυπάει συνέχεια το τηλέφωνο μου ή να έρχονται στο σπίτι μου, απροειδοποίητα. Ο πολιτικός δεν έχει ιδιωτική ζωή κι αυτό το βρίσκω πολύ βαρύ. Όπως καταλαβαίνετε, θα ήθελα να είμαι γνωστός, φημισμένος, αλλά να μην καταβάλλω καμία προσπάθεια γι’ αυτό. Και φυσικά δεν είμαι!

“Ντρέπομαι να είμαι ο εαυτός μου, θέλω να βρίσκομαι πίσω από ένα ρόλο”, ομολογεί.
Η αλήθεια είναι πως προσπαθώ να μπαίνω σε ποιοτικές παραγωγές. Αλλά κι αυτό σχετίζεται πολύ και με τους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτόν τον κόσμο. Πιο πολύ μου πάει μια ομάδα συναδέλφων, η οποία είναι επιλεγμένη από έναν καλό και υπεύθυνο σκηνοθέτη, παρά ένας θίασος με στόχο ένα εντελώς εμπορικό ανέβασμα. Και να φανταστείτε πως λατρεύω την κωμωδία, αλλά δυστυχώς συχνά συνορεύει με το δευτεροκλασάτο ύφος. Στην Αγγλία, δύο κωμικοί που λατρεύω, ο Τζον Γκλιζ και ο Ρόουαν ΄Ατκινσον, έχουν σπουδάσει στην Οξφόρδη και στο Κέμπριτζ και κάνουν κωμωδία βρετανικού φλέγματος. Ασφαλώς και δεν υποτιμώ ένα γνήσιο λαϊκό κωμικό – έχουν υπάρξει σπουδαία ταλέντα κι από εκεί – αλλά εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως οι κωμωδίες που ανεβαίνουν είναι, τις περισσότερες φορές, φτηνιάρικες.
Αλλά τώρα εσείς αναμετριέστε με το αρχαίο δράμα – και δη ένα από τα πιο δύσκολα έργα του είδους.Λατρεύω την κωμωδία, αλλά δυστυχώς συχνά συνορεύει με το δευτεροκλασάτο ύφος
Με συγκινεί πολύ η αρχαία τραγωδία, αλλά δεν μου είναι τόσο οικεία όσο η κωμωδία. Στην Αγγλία που σπούδασα μου έλειψε σε διδακτικό επίπεδο το αρχαίο δράμα και οι γνώσεις μου εκεί δεν είναι ανεπτυγμένες. Φυσικά, οι «Βάκχες» είναι ένα σπουδαίο έργο και ακόμα η προσπάθεια μας είναι σε εξέλιξη. Ως είδος δηλαδή, θέλω να το γνωρίσω καλύτερα. Αριστοφάνη έχω κάνει μπόλικο, συνεπώς νομίζω πως τώρα είναι η ώρα να δω πιο ζεστά την τραγωδία.
Τι ενδιαφέρον έχει αυτή η συνεργασία όπου συναντώνται Έλληνες, Βούλγαροι, Βρετανοί;Μου άρεσε αυτή η ώσμωση εθνικοτήτων. Περάσαμε δύο εβδομάδες για πρόβες στη Σόφια, τώρα είμαστε στο Λιτόχωρο και εκτίμησα πολύ τους Βούλγαρους συναδέλφους και τον σκηνοθέτη μας, Γιάροφ Γκάρντεφ.
Ποιες συνεργασίες έχετε χαρεί περισσότερο σε αυτά τα 50 χρόνια στο θέατρο;Αριστοφάνη έχω κάνει μπόλικο, συνεπώς νομίζω πως τώρα είναι η ώρα να δω πιο ζεστά την τραγωδία
Χάρηκα συνεργασίες που συνέπεσαν με μια περίοδο όπου αισθανόμουν καλά με τον εαυτό μου και σε δουλειές όπου ήξερα πως ήμουν αποδοτικός. Σας το ανέφερα, αλλά θα το ξαναπώ: η «Λοκαντιέρα» ήταν σημείο αναφοράς για μένα, με εκτόξευσε αυτή η συνεργασία. Επίσης, συναντήσεις από τις καλύτερες μου ήταν, προ 20ετίας παίζοντας τον Αγάθωνα στις «Θεσμοφοριάζουσες» σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη. Εκεί δε συνδύασα και τη μουσική μου ιδιότητα, όπου τραγουδούσα ένα δικό μου τραγούδι παίζοντας πιάνο και πού; Στην Επίδαυρο! Ακόμα, το «Festen» στο Θησείον, μια παράσταση που είχε κάνει πάταγο στον καιρό της. Επίσης, η «Οδύσσεια» σε σκηνοθεσία Μπομπ Γουίλσον. Στο Εθνικό η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μόσχου και πιο παλιά – πάλι σε σκηνοθεσία του Μόσχου – οι «Ιστορίες περί θνητότητος» του Τσέχωφ» στο Φεστιβάλ Αθηνών. Εκεί υποδυόμουν έναν ήρωα που μου μοιάζει: έναν άνθρωπο που δεν τον ενδιαφέρει τίποτα. Και το πιο πρόσφατο «Μεγάλο ταξίδι της ημέρας μέσα στη νύχτα» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά.
Είστε λιγάκι τσεχωφικός;Ναι, θέλω να έχω λίγες έγνοιες, ιδιαίτερα τώρα που γερνάω. Παρότι, τελευταία σκηνοθέτησα κιόλας «Το σχολείο γυναικών» με τον Γιάννη Μπέζο για το Εθνικό Θέατρο το οποίο απόλαυσα γιατί ο Γιάννης είναι ένας εξαιρετικός, γενναιόδωρος συνεργάτης.

Σχετικά με τις επιλογές του: “Η αλήθεια είναι πως προσπαθώ να μπαίνω σε ποιοτικές παραγωγές. Αλλά κι αυτό σχετίζεται πολύ και με τους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτόν τον κόσμο. Πιο πολύ μου πάει μια ομάδα συναδέλφων, η οποία είναι επιλεγμένη από έναν καλό και υπεύθυνο σκηνοθέτη, παρά ένας θίασος με στόχο ένα εντελώς εμπορικό ανέβασμα”.
Τώρα πια, δεν θέλω. Η σκηνοθεσία είναι δύσκολο και απαιτητικό επάγγελμα, αν φυσικά επιδιώκεις να το κάνεις σωστά κι ολοκληρωμένα. Τότε πρέπει να έχεις στο νου σου χιλιάδες πράγματα. Ενώ ως ηθοποιός αρκούμαι στο να σκέφτομαι το ρόλο μου. Εν ολίγοις, δεν έχω πλέον όρεξη να σκηνοθετήσω, εκτός κι αν προκύψει κάτι το εξαιρετικό.
Ανοιχτούς λογαριασμούς με ρόλους έχετε;Χωρίς να έχω το όνομα ενός ρόλου στο μυαλό μου, θα ήθελα πολύ να μπω σε μια ωραία σαιξπηρική περιπέτεια.
Νωρίτερα αναφέρατε τον παράγοντα του «αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου». Δίνετε ψήφο εμπιστοσύνης ή είστε αυστηρός με τον εαυτό σας;΄Εχω φιλοδοξίες κάπως συγκεκριμένες. Θέλω να είμαι αρεστός σε αυτούς που με ενδιαφέρει η γνώμη τους
Όχι, είμαι αυστηρός. Γιατί, όπως είδατε, σε 50 χρόνια δουλειάς ξεχωρίζω 6-7 παραστάσεις. Αυτό τα λέει όλα.
Αντιμετωπίζετε το θέατρο μέσα από το πρίσμα της φιλοδοξίας;΄Εχω φιλοδοξίες κάπως συγκεκριμένες. Θέλω να είμαι αρεστός σε αυτούς που με ενδιαφέρει η γνώμη τους.
Αυτό έχει να κάνει και με το κοινό;΄Οσο με ενδιαφέρει το ασκημένο, άλλο τόσο με ενδιαφέρει και το μεγάλο κοινό.
Το τελευταίο διάστημα κρατήσατε μια απόσταση από το θέατρο. Γιατί;Αποστασιοποιήθηκα από ανάγκη. Νόσησα βαριά με σταφυλόκοκκο και παρολίγο να πεθάνω. Όλα συνέβησαν σε μια ημέρα, από την οποία δεν έχω καμιά ανάμνηση. Ξαφνικά, μια φίλη μου με πήρε τηλέφωνο, δεν απάντησα και ήρθε από το σπίτι να δει τί γίνεται. Με βρήκε σε αφασία. Με πήγε στο νοσοκομείο και σώθηκα στο τσακ. Δυο – τρεις ώρες ακόμα και θα είχα πεθάνει.
Κι αυτό το συμβάν σας ταρακούνησε; Αποφασίσατε ότι πρέπει να είστε πιο φροντιστικός με τον εαυτό σας;Είμαι ευχαριστημένος και από την καριέρα μου – αν σκεφτείτε πως δεν κάνω τίποτα για να προβληθώ
Είχα ήδη αποφασίσει πως δεν θέλω να κάνω ο,τιδήποτε προκύψει στο θέατρο. Δεν θέλω να συμμετέχω σε παραστάσεις που αποδομούν εντελώς τα κείμενα, θέλω να καταλαβαίνω τί γίνεται στις παραστάσεις και κάθετι άλλο δεν μου αρέσει – πόσο μάλλον να παίζω σε αυτό.
Συνεπώς, σας ενδιαφέρουν πλέον οι θεατρικές προκλήσεις;Ναι, ακριβώς. Στο μεταξύ, έχω αρχίσει να κάνω τηλεόραση και ομολογώ πως δεν είναι άσχημα.
Τι σας έλκει στην τηλεόραση;Πέραν των οικονομικών απολαβών, χαίρομαι να δουλεύω σε ένα γύρισμα στη διάρκεια της ημέρας, να μην ξενυχτάω στο θέατρο. Είμαι άνθρωπος που κοιμάμαι νωρίς, θέλω να είμαι στις 22.00 στο κρεβάτι μου. Το μυαλό μου δουλεύει καλύτερα τις πρωϊνές ώρες και απολαμβάνω ένα, κάπως, πιο νοικοκυρεμένο ωράριο. Η ζωή του ηθοποιού τον θέλει ξύπνιο μέχρι τις 03.00 το πρωί. Παραδέχομαι πως, πλέον, με κουράζει αυτό.

Για τις θεατρικές επιθυμίες του: “Χωρίς να έχω το όνομα ενός ρόλου στο μυαλό μου, θα ήθελα πολύ να μπω σε μια ωραία σαιξπηρική περιπέτεια”.
Όχι πολύ. Καταρχήν, θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό κι αν με ρωτήσεις αν είμαι ευχαριστημένος μέχρι σήμερα θα πω «ναι, είμαι». Είμαι ευχαριστημένος και από την καριέρα μου – αν σκεφτείτε πως δεν κάνω τίποτα για να προβληθώ.
Συνεπώς, έρχονται όλα και σας βρίσκουν.Ναι, ωραίο δεν είναι; Δεν έχω επιδιώξει ποτέ τίποτα. Αλλά, ευτυχώς, χτυπάει το τηλέφωνο.
Απωθημένα υπάρχουν;Δεν με απασχολεί ο θάνατος – αν είναι να έρθει, ας έρθει, δεν έχω πρόβλημα
Δεν έχω καμία πίκρα – κάτι που χαρακτηρίζει πολλούς ηθοποιούς στην ηλικία μου με την έννοια πως άξιζαν περισσότερα, πως τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα ήθελαν. Εγώ δεν θεωρώ ότι αξίζω περισσότερο, θεωρώ ότι αξίζω όσα έχω και όσα μου έρχονται. Κι όλη αυτή η περιπέτεια με την υγεία μου, με έκανε να συνειδητοποιήσω πως τίποτα δεν είναι η ζωή και ο θάνατος, είναι το πιο απλό πράγμα. Ως εκ τούτου, δεν με απασχολεί ο θάνατος – αν είναι να έρθει, ας έρθει, δεν έχω πρόβλημα. Επίσης, αν τύχει να αρρωστήσω και οι γιατροί μου προτείνουν να κάνω θεραπείες για να ζήσω περισσότερο, προτιμώ να πω «όχι, ευχαριστώ». Γιατί η ταλαιπωρία στο νοσοκομείο με έκανε να δω ότι αξίζει να ζεις τη ζωή μόνο έξω από τέτοιες καταστάσεις.
Έχετε μια στάση ζωής που πηγάζει από τις φυσικές λύσεις. Είναι έτσι;Κάτι τέτοιο.

Ενθυμούμενος τον πατέρα του, τον πολιτικό Γεώργιο Μυλωνά: “Τον θαύμαζα. Μεγαλώνοντας, όταν πια ενηλικιώθηκα κι εγώ, είδα τα ψεγάδια του πατέρα μου, κανείς δεν είναι τέλειος, άρχισα να τον αμφισβητώ – όπως συνήθως κάνουν τα παιδιά. Πάντοτε, όμως, ένιωθα πιο κοντά σ’ εκείνον παρά στη μητέρα μου”.
Ναι, πολύ, καλά. Εξαιρετικά. Πρώτα απ’ όλα γεννήθηκα ‘Έλληνας σε μια χώρα καλή, παρά τα προβλήματα. Αμέσως – αμέσως αυτό με κάνει τυχερό. Ύστερα, ήμουν τυχερός που γεννήθηκα σε μια αστική οικογένεια, η οποία δεν είχε να αντιμετωπίσει προβλήματα επιβίωσης – κι αυτό ήταν πολύ ανακουφιστικό.
Βέβαια, έχετε ζήσει έντονα πολιτικά γεγονότα, κυρίως αν λάβουμε υπόψιν ο πατέρας σας συνελήφθη και φυλακίστηκε από τη Χούντα. Η οικογένεια σας αναγκάστηκε να διασπαστεί. Κι επίσης, στην Αμερική βρεθήκατε μετά τη δολοφονία του Κένεντι και με ενεργό τον πόλεμο στο Βιετνάμ.Η αλήθεια είναι πως έχω βιώσει αυτό που λέμε πολιτική και κοινωνική αναταραχή. Ο πατέρας μου φυλακίστηκε στη Αμοργό – ήταν από τους προνομιούχους που τον έστειλαν εκεί – και στη συνέχεια κατάφερε να αποδράσει.
Πως έχουν εγγράψει μέσα σας αυτά τα γεγονότα;Παρατηρώ ότι υπάρχει μια έντονη πόλωση στις κοινωνίες. Και στη χώρα μας υπάρχουν αυτοί που θεωρούν το Μητσοτάκη εγκληματία κι άλλοι που τον θεωρούν θεό. Δεν είμαι ούτε με τους μεν, ούτε με τους δε. Δεν με εκφράζει κανενός είδους ακρότητα
Βαθιά και ανεξίτηλα. Λάτρευα τον πατέρα μου κι όταν πέθανε το 1998 πήγα στην Αμοργό για πρώτη φορά στη ζωή μου. Εξεπλάγην όταν συνειδητοποίησα πως όλη η κοινωνία του νησιού ήξερε και θυμόταν τον εξόριστο Μυλωνά. Άρχισα να μιλάω στους κατοίκους – χωρίς να συστηθώ ως γιος του – και όταν μου διηγούνταν ιστορίες για εκείνον, παρίστανα πως είχα ξεχάσει κάτι στο αυτοκίνητο. Αλλά, απλώς, ήθελα να μείνω μόνος για να κλάψω. Ακόμα και τώρα που σας μιλάω, θέλω να κλάψω για όλο τον αγώνα του πατέρα μου.
Πως θα περιγράφατε την σχέση σας;Πολύ αγαπητική. Τα νέα της δραπέτευσης του με βρήκαν στη Νέα Υόρκη. Δεν ήξερα τι σχεδίαζε και μια μέρα δέχομαι ένα τηλεφώνημα: ήταν εκείνος, με καλούσε από τη Γενεύη. Μου λέει «είμαι στην Ελβετία, το έσκασα, αλλά μην πεις τίποτα και σε κανέναν για να αποπροσανατολιστεί το καθεστώς και να πιστέψουν πως είμαι ακόμα εντός χώρας». Τελικά, δύο εβδομάδες μετά, βρέθηκα να διαβάζω το ρεπορτάζ της απόδρασης του, δημοσιευμένο στους New York Times.
Eίχε κάτι ηρωικό αυτή η εποχή;Κοιτάζοντας την μέσα από το βίωμα του πατέρα μου, που εκπροσωπούσε ένα πολιτικό ήθος, ναι. Τον θαύμαζα. Φυσικά, υπήρξαν κι άλλοι αντιστασιακοί που πραγματικά έδωσαν τη ζωή τους για τη Δημοκρατία. Μεγαλώνοντας, όταν πια ενηλικιώθηκα κι εγώ, είδα τα ψεγάδια του πατέρα μου, κανείς δεν είναι τέλειος, τον μίκρυνα μέσα μου, άρχισα να τον αμφισβητώ – όπως συνήθως κάνουν τα παιδιά. Πάντοτε, όμως, ένιωθα πιο κοντά σ’ εκείνον παρά στη μητέρα μου.

Μιλώντας για την κόρη του, την ηθοποιό Ζωή Μυλωνά: “Λατρεύω τη Ζωή, χαίρομαι πολύ που βρίσκεται εδώ – όχι επειδή έφυγε από τις ΗΠΑ – αλλά γιατί είναι κοντά μου. Και χαίρομαι και την ίδια και το φοβερό ταλέντο της”.
Παρατηρώ ότι υπάρχει μια έντονη πόλωση στις κοινωνίες. Και στη χώρα μας υπάρχουν αυτοί που θεωρούν το Μητσοτάκη εγκληματία κι άλλοι που τον θεωρούν θεό. Δεν είμαι ούτε με τους μεν, ούτε με τους δε. Δεν με εκφράζει κανενός είδους ακρότητα. Απεναντίας, με φοβίζει.
Έχετε ως παιδί ζήσει τι σημαίνει απολυταρχικό καθεστώς. Πως αντιμετωπίζετε την επικράτηση της ακροδεξιάς σε πολλές χώρες του κόσμου;Είναι πάρα πολύ ανησυχητικό το φαινόμενο. Πόσο μάλλον, στην Ευρώπη που έχει την εμπειρία του ναζισμού ζωντανή. Τώρα αυτό που συμβαίνει στην Αμερική – εκεί όπου παρακολουθώ και στενά τις εξελίξεις – με έχει αφήσει άναυδο. Η αμερικανική πολιτική εκπροσωπεί το ανθρώπινο αίσχος. Πολύ φοβάμαι ότι σε λίγο καιρό δεν θα μιλάμε καν για δημοκρατία στη χώρα. Είναι πολύ λυπηρό και απειλητικό για κάθε κράτος όπου εμφανίζονται αυτά τα φαινόμενα κυβερνήσεων.
Και εφόσον συμβαίνει, «επιτρέπεται» στην Αμερική, μπορεί να γίνει παντού, αυτό νομίζω πως είναι το μήνυμα.Ακριβώς, ποιος θα εμποδίσει τον x παράφρονα να κάνει εισβολή σε μια χώρα; Ποιος θα εμποδίσει ακόμα και τον Ερντογάν να διεκδικήσει ελληνικά νησιά; Είναι πολύ δύσκολα τα χρόνια.
Η κόρη σας Ζωή Μυλωνά ζούσε για χρόνια στην Αμερική. Είστε ανακουφισμένος που, πλέον, ζει στην Ελλάδα;Η αμερικανική πολιτική εκπροσωπεί το ανθρώπινο αίσχος. Πολύ φοβάμαι ότι σε λίγο καιρό δεν θα μιλάμε καν για δημοκρατία στη χώρα
Μεγάλωσε στην Αμερική και είναι φοβερό πως ήρθε πλέον ενήλικη στην Ελλάδα, από προσωπική της επιλογή. Λατρεύω τη Ζωή, χαίρομαι πολύ που βρίσκεται εδώ – όχι επειδή έφυγε από τις ΗΠΑ – αλλά γιατί είναι κοντά μου. Και χαίρομαι και την ίδια και το φοβερό ταλέντο της. Είναι πολύ καλή ηθοποιός, τραγουδάει υπέροχα και πρόσφατα σκηνοθέτησε κιόλας, «Το πόδι της χήνας».
Είστε υπερήφανος για εκείνη.Φοβερά υπερήφανος. Κι όχι επειδή είναι κόρη μου, αλλά γιατί το αξίζει. Και γιατί είναι πολύ καλό παιδί.
Οι “Βάκχες” του Ευριπίδη κάνουν πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 10 και 11 Ιουλίου και στη συνέχεια περιοδεύουν σε όλη την Ελλάδα.
Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson
Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι): Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova
Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Javor Gardev
Ιδέα και σκηνοθεσία: Javor Gardev
Μουσική και στίχοι Ραψωδιών: Martyn Jacques
Σκηνικά: Nikola Toromanov
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Χορογραφία: Uršula Teržan
Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov
Σχεδιασμός φωτισμών:Στέλλα Κάλτσου
Δραματουργία: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Pavlina Doublekova
Βοηθός σκηνοθέτη και χειρισμός υπερτίτλων: Lyuba Todorova
Σύμβουλος σκηνοθέτη: Valleri Robinson
Ερμηνεύουν: Ραψωδοί (The Tiger Lillies) Μεσαίος — Martyn Jacques, Aιθέριος — Adrian Stout, Χθόνιος — Budi Butenop
Ηθοποιοί: Leonid Yovchev, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Samuel Finzi, Λουκία Μιχαλοπούλου, Mιχαήλ Ταμπακάκης, Ivan Nikolov, Ivan Yurukov, Martin Dimitrov
Χορός Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου, Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova
Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/festival/bakxes/