Στον κήπο του σπιτιού της, μας διακόπτει μόνο το κελάϊδισμα των πουλιών. Τόση ησυχία, σχεδόν γαλήνη. Η Λυδία Κονιόρδου την είχε στερηθεί, δουλεύοντας για την επιτυχημένη καθημερινή σειρά «Στη Γη της Ελιάς», που αποτέλεσε και την πρώτη της τηλεοπτική εμπειρία. «Καταρχάς, με βοήθησε να αποκτήσω μια άλλη σχέση με το κοινό. Αγάπησα και φρόντισα τη δουλειά μου στην τηλεόραση, όπως θα έκανα στο θέατρο – τηρουμένων των αναλογιών», επισημαίνει.
Μετά από πέντε χειμώνες απουσίας για γυρίσματα στην Κύπρο επιστρέφει, λοιπόν, στο πατρικό της – έχει ζήσει όλη της ζωή εκεί – με την έγνοια να φροντίσει τα ζώα και τα φυτά της, όπως τους πρέπει. Και μοιάζει να είναι μια χρονιά επιστροφών, καθώς η πολυδιακεκριμένη ηθοποιός συναντά ξανά, ένα ρόλο – σταθμό στη θεατρική της διαδρομή: τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη. Αυτή τη φορά, εγκαινιάζοντας το νέο θέατρο «Έργον», στην καρδιά της Λεωφόρου Ακαδημίας και σε παραγωγή του Γιώργου Βάλαρη.
Κι αυτή η επανασύνδεση στέκεται η αφορμή για τη Λυδία Κονιόρδου να σκεφτεί τη σχέση της με πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις όπως αποτυπώθηκαν μέσα στο χρόνο, όπως την διαμόρφωσαν σε μια δημιουργική πορεία 50 ετών που και η ίδια χαρακτηρίζει «πολύ πλούσια». Μια πορεία που ακόμα βρίσκεται σε τροχιά.

Για την δεύτερη συνάντηση της με τον ρόλο της “Φόνισσας” λέει: “Παίζοντας τη «Φόνισσα» αισθάνομαι ότι πέφτω στο κενό, παρακαλώντας να μην γίνω κομμάτια – γι’ αυτό μιλάω για μια ακραία, απόλυτη εμπειρία και δεν μιλώ μεταφορικά· κυριολεκτώ”.
Μου αρέσει ό,τι κάνω, να το κάνω όσο πιο καλά μπορώ: είτε αυτό είναι να φυτέψω ένα λουλούδι κι ένα δέντρο, να σκαλίσω τον κήπο μου ή να μαγειρέψω ένα φαγητό. Θέλω να ευχαριστώ τους άλλους. Το ίδιο κάνω και στη δουλειά μου. Ασφαλώς, ήμουν πολύ τυχερή γιατί έπεσα σε πολύ καλά χέρια, στα χέρια του Κουν επί εννέα χρόνια. Ήταν ο μεγάλος μου δάσκαλος και ακόμα νιώθω το χέρι του στα νώτα μου. Η σκιά του είναι πίσω μου. Πάντα σκέφτομαι: «αυτό που κάνω τώρα θα το ενέκρινε ο Κουν;». Είναι σημείο αναφοράς μου, γιατί ήταν ένας δημιουργός πρωτοποριακός, πολύ υψηλών προδιαγραφών και ταυτόχρονα τον ενδιέφερε να κάνει θέατρο για όλους· δεν ήταν ερμητικός, δεν ήταν για ειδικό κοινό. Ρωτούσε τον άνθρωπο του μπαρ στο θέατρο αν του άρεσε και αν κατάλαβε την παράσταση. Μας προφύλασσε από το δήθεν, από το κουλτουριάρικο και μας οδηγούσε να απευθυνόμαστε στον κάθε θεατή κι όχι στον εαυτό μας.
Ναι, δεν κάνω θέατρο για την ελίτ – χωρίς, ωστόσο, να υπηρετώ ένα θέατρο εύπεπτο ή ένα θέατρο που καταφεύγει σε λαϊκισμούς. Με ενδιαφέρει η τέχνη που δεν καταπίνεται αμάσητη, που αφυπνίζει τον κόσμο, που σκέφτεται μέσα από αυτήν, που συνδέεται με το περιεχόμενο. Κι αυτό τον στόχο άσκησα και μέσα από τη συνεργασία μου με τον Λευτέρη Βογιατζή: όσο προωθημένες κι αν ήταν οι σκηνοθεσίες του, πάντα τις κατανοούσες. Ο ίδιος υποστήριζε ότι η δομή της δουλειάς του ήταν κλασική. Αυτός ήταν και ο δρόμος του Ουίλσον: αντλούσε από σύγχρονα ρεύματα και αισθητικές, αλλά έκανε κλασικό θέατρο. Αυτό το θέατρο με ενδιαφέρει, λοιπόν.
Πιστεύετε ότι επιβιώνει σήμερα αυτή η ματιά;Πάντα σκέφτομαι: «αυτό που κάνω τώρα θα το ενέκρινε ο Κουν;»
Κατανοώ πως διανύουμε μια εποχή που, καθώς όλα κάνουν ένα κύκλο, έτσι κι εμείς ζούμε τη δύση του δυτικού πολιτισμού – αν δεν έχει δύσει ήδη. Όλα τα φαινόμενα που ζούμε σε κοινωνικό επίπεδο – της φθοράς, της διαφθοράς, της αποδόμησης – είναι μια εδραιωμένη πραγματικότητα και καταργούνται συνθήκες και δικαιώματα για τα οποία η ανθρωπότητα αγωνίστηκε δίνοντας το αίμα της. Ζούμε πράγματα παρανοϊκά. Κι επομένως, θεωρώ πως είναι λογικό μέσα σε αυτό το ιστορικό χάσμα, οι νέοι άνθρωποι να αναζητούν άλλες δημιουργικές δομές. Κάνουν κι αυτοί, όπως και ο κόσμος γύρω τους, μετέωρα βήματα. Ζούμε σε μια τρελή κούρσα ανταγωνισμού, μια κούρσα υπερκέρδους για τους λίγους και φτώχειας για τους πολλούς. Και οδηγούμαστε στο γκρεμό με ραγδαίους ρυθμούς. Γι’ αυτό είτε είναι κανείς καλλιτέχνης, είτε όχι χρειάζεται ενεργή συμμετοχή, επαγρύπνηση και μνήμη: να μην ξεχνάμε από που έχουμε έρθει και ποιοι είμαστε.
Πώς είναι να επιμένετε σε ένα επάγγελμα με άξονα τον άνθρωπο σε μια εποχή αποαπανθρωποίησης;Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι για μένα το θέατρο σηματοδοτεί τα πάντα. Δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία ηθοποιών – τους οποίους σέβομαι και εκτιμώ. Βρίσκω μεγάλη χαρά σε αυτό που έχω φτιάξει γύρω μου, στα φυτά μου, στα ζώα μου, στις πετρούλες που έχω μαζέψει από όλη την Ελλάδα: η φύση με μαγεύει. Είναι η μεγάλη μου ευτυχία και η σημαντικότερη έκφραση ουμανισμού. Μα εκτός από ευτυχία είναι και η πιο μεγάλη μου αγωνία, γιατί την καταστρέφουμε. Επομένως, το θέατρο για μένα λειτουργεί ως καταφύγιο: είμαστε τυχεροί που μπορούμε να κάνουμε ακόμα αυτή τη δουλειά παρά τις δυσκολίες, καθώς δεν υπάρχουν προστατευμένοι χώροι, δεν εξασφαλίζεται η συνέχεια της δουλειάς του ηθοποιού. Είμαστε διαρκώς υπό την απειλή της ανεργίας.
Η Λυδία Κονιόρδου, εν δυνάμει άνεργη;Συνεχώς! Και διαρκώς επανεξετάζω αν θέλω να κάνω θέατρο, αν αξίζει τον κόπο, με ποιους συνεργάτες κι αν θα καταφέρω να βρω κοινή γλώσσα μαζί τους. Ο Λευτέρης έκανε επτά μήνες πρόβα ακριβώς για να κατακτήσουμε την κοινή γλώσσα, για να προκύψει ώσμωση. Το ζω τώρα, στο τωρινό θίασο της «Φόνισσας», όπου εκτός από δύο συναδέλφους είμαστε η αρχική ομάδα – και είναι απίστευτα βοηθητικό.

Μιλώντας για την αγάπη της προς τη φύση: “Βρίσκω μεγάλη χαρά σε αυτό που έχω φτιάξει γύρω μου, στα φυτά μου, στα ζώα μου, στις πετρούλες που έχω μαζέψει από όλη την Ελλάδα: η φύση με μαγεύει. Είναι η μεγάλη μου ευτυχία και η σημαντικότερη έκφραση ουμανισμού”.
Μα δεν την άφησα ποτέ. Όλα αυτά τα χρόνια, την φέρω, ταξιδεύω μαζί της. Και πάντα μέσα μου έλεγα πως αυτό το έργο πρέπει να το ξανακάνουμε. Να που ήρθε η ώρα, πόσο μάλλον όταν μας υποστηρίζει ο Γιώργος Βάλαρης στο νέο θέατρο «Έργον» που φτιάχτηκε για τις προδιαγραφές της «Φόνισσας». Γιατί μια από τις βασικές μου επιθυμίες ήταν να μην ανέβει η παράσταση σε ένα συμβατικό θέατρο.
Ευθύνη όχι, αισθάνομαι μεγάλη χαρά και λαχτάρα. Σαν το άλογο που περιμένει να ανοίξουν την περίφραξη για να τρέξει στο λιβάδι. Ανυπομονώ και κάθε μέρα γλεντάω την πρόβα. Είναι τόση ευτυχία να λες αυτό το κείμενο, αυτές τις λέξεις. Μέσα από τον λόγο του Παπαδιαμάντη συνδέομαι με την διαδρομή του ελληνικού πνεύματος και όχι μόνο – αφού όσο πιο τοπικός είσαι, άλλο τόσο είσαι παγκόσμιος.
Νωρίτερα, μιλήσατε για μνήμη.Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι για μένα το θέατρο σηματοδοτεί τα πάντα
Η «Φόνισσα» είναι μια αφορμή για να θυμηθούμε ξανά, να ξυπνήσει η μνήμη της ταυτότητας μας, να γνωρίσουμε τις ρίζες μας. Με μεγάλη ταπεινότητα και σεμνότητα προσεγγίζουμε τον Παπαδιαμάντη – και μέσα από τη σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη – συνδέεται το αρχαίο δράμα με τη χρήση των χορικών, με τους βυζαντινούς ψαλμούς, την ντοπιολαλιά της Σκιάθου και την καθαρεύουσα, συνθέτοντας ένα γλωσσικό μωσαϊκό όπου αποδεικνύουμε πως η ελληνική γλώσσα είναι μία· και πως παρά τις περιπέτειες που έχει περάσει αντιστέκεται και διατηρεί τη μαγεία της μέχρι σήμερα.
Ο Παπαδιαμάντης, κάτι που έχει διαγνώσει η σκηνοθεσία, αγγίζει την λατρεία της Γαίας, τη γυναίκα που γεννάει ζωή και παίρνει ζωή και τη μητριαρχική δομή της κοινωνίας. Κι έτσι πηγαίνει πολύ βαθιά στην ανθρώπινη φύση και στη φύση της γυναίκας, πολύ πριν τις στερεοτυπικές αντιμετωπίσεις.

Σχετικά με τη συνεργασία της με Έλληνες και ξένους θεατρανθρώπους: “Με βοηθούσαν να βλέπω, να μην χάνομαι, να μην παρασύρομαι. Να μην σκορπίζομαι από εδώ κι από εκεί. Ιδιαίτερα με τον Ουίλσον δεν έπρεπε να κάνεις τίποτα άλλο από το παίζεις. Δεν έχω ξαναζήσει κάτι αντίστοιχο στο θέατρο, σε τέτοια πληρότητα”.
Αισθάνομαι πως ηλικιακά, αλλά και εμπειρικά είμαι πιο ώριμη. Τότε ήμουν πολύ νέα. Αλλά αυτή η ηρωίδα με άλλαξε ριζικά, μεταμορφώθηκα. Πάντως, τώρα είναι η πλέον κατάλληλη στιγμή για να την υπηρετήσω. Έπειτα, αισθάνομαι ότι μερικές παραστάσεις έχουν μια διαχρονική δύναμη και είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να επανέρχεσαι σε αυτές, όπως συμβαίνει σε πολλά θέατρα της Ευρώπης. Αυτό που εξακολουθεί να μας απασχολεί φυσικά – κι εμένα προσωπικά – είναι αυτό που λέει ο Χατζάκης: το μανικό στοιχείο.
Φοβάστε τις συγκρίσεις με το νεότερο εαυτό σας;Όχι, καταθέτω έντιμα αυτό που μου γεννάει το έργο, τηρώντας την παρτιτούρα, η οποία είναι ίδια, όπως και πριν 30 χρόνια.
Τότε είχατε χαρακτηρίσει το ρόλο ακραίο, βίαιο.Το να μπεις στην ψυχή της Φραγκογιαννούς είναι μια ακραία απόφαση. Πριν ρίξει τα δύο παιδιά στο νερό λέει και η ίδια τη φράση «αυτό είναι μια απόφαση». Αισθάνομαι ότι πέφτω στο κενό, παρακαλώντας να μην γίνω κομμάτια – γι’ αυτό μιλάω για μια ακραία, απόλυτη εμπειρία και δεν μιλώ μεταφορικά· κυριολεκτώ.
Ξαναβιώσατε το απόλυτο στα χρόνια που ακολούθησαν της «Φόνισσας»;Πήρα ρίσκα. Έκανα αντισυμβατικές κινήσεις· ακόμα και το παίξω στην τηλεόραση ήταν για πολλούς έκπληξη
Προσπαθώ να είναι αυτός ο δείκτης μου σε κάθε παράσταση. Έχω ζήσει απόλυτες στιγμές και σε άλλες παραστάσεις, αλλά εδώ ήταν απόλυτο το όλον.
Τι άλλο φέρνετε τώρα στο πρόσωπο, έχοντας πια πολλές συνδέσεις με ηρωίδες και συνεργάτες μέσα στα 30 χρόνια που μεσολάβησαν;Φέρω τις καινούργιες ψυχικές εμπειρίες, τις καθαρά προσωπικές, φέρω την πίστη ότι αν υπηρετήσεις κάτι σαν να σε ξεπερνάει, τότε κι αυτό θα σου φέρει πίσω τη χάρη του. Αυτή είναι η έγνοια μου: να έχω τη χάρη του Παπαδιαμάντη, να βουτήξω πάλι στο κενό – όπως βουτούσα τότε, χωρίς να ξέρω αν θα γυρίσω πίσω. Η μόνη διαφορά, πλέον, είναι πως έχω ζήσει πολλά πράγματα και μπορώ να φέρω στην επιφάνεια κι άλλα ψυχικά στρώματα.

Είναι μια δυναμική γυναίκα, γιατί όπως ομολογεί: “Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον μητριαρχικό: με μια πολύ ισχυρή γιαγιά και μια πολύ ισχυρή μάνα και αδερφή· υπήρχε μια μητριαρχική δυναμική μέσα στο σπίτι. Κι έτσι γαλουχήθηκα στη σκέψη ότι η γυναίκα είναι ένα δυνατό πλάσμα – και σίγουρα όχι υποδεέστερο από τον άνδρα”.
Δρόμους μου άνοιξαν οι «Βάκχες» του Καρόλου Κουν με τη μελέτη για το πνεύμα των Μαινάδων. Μεγάλες στιγμές βίωσα στην περίοδο του Κώστα Τσιάνου: εκεί μπόρεσα να εκφραστώ σε ένα δρόμο που πίστευα· γι’ αυτό και άφησα την Αθήνα για τη Λάρισα. Φυσικά, μεγάλη ήταν η σπουδή πάνω στο λόγο και στη σκηνοθεσία κοντά στον Λευτέρη (Βογιατζή), όσο σπουδαίο ήταν και το μάθημα με τον δάσκαλο Ανατόλι Βασίλιεφ. Όσο για τον Μπομπ Ουίλσον ήταν, για μένα, η τελευταία όαση.
Μιλάτε για συνεργασίες κι όχι για ρόλους. Νιώθατε ανακούφιση δίπλα σε φωτισμένους ανθρώπους;Ναι, με βοηθούσαν να βλέπω, να μην χάνομαι, να μην παρασύρομαι. Να μην σκορπίζομαι από εδώ κι από εκεί. Ιδιαίτερα με τον Ουίλσον δεν έπρεπε να κάνεις τίποτα άλλο από το παίζεις: έφτιαχνε μια θεατρική μηχανή που λειτουργούσε στην εντέλεια. Στην «Οδύσσεια» καθόμουν μόνιμα στα παρασκήνια και ήταν σαν να παρακολουθώ τους πλανήτες του σύμπαντος να κινούνται σε τέλεια αρμονία. Δεν έχω ξαναζήσει κάτι αντίστοιχο στο θέατρο, σε τέτοια πληρότητα.
Νιώθετε θεατρικά πλήρης;Υπηρετώ το θέατρο συνόλου κι όχι των πρωταγωνιστών. Δεν είμαι καλά, αν δεν είμαστε όλοι καλά
Αισθάνομαι πολύ τυχερή που έζησα αυτά που έζησα και αισθάνομαι πολύ τυχερή που το ένστικτό μου με οδήγησε να πάω εκεί που πήγα. Παράτησα το Εθνικό για να πάω στον Κουν, έφυγα από τον Κουν για να πάω στη Λάρισα – άρα πήρα ρίσκα. Έκανα αντισυμβατικές κινήσεις· ακόμα και το να παίξω στην τηλεόραση ήταν για πολλούς έκπληξη. Αλλά για μένα ήταν μια σημαντική εμπειρία, καθώς αισθανόμουν πως περνούσαν τα χρόνια και δεν είχα μάθει την τέχνη της κάμερας. Γιατί η κάμερα αναγκάζει τον ηθοποιό να είναι πιο αληθινός, κι αυτό ήταν πολύ αναζωογονητικό αυτό για μένα.
Είστε από τις ηθοποιούς που στα 50 χρόνια καριέρας, τα 40 είστε πρωταγωνίστρια.Ναι, χρειάστηκαν δέκα χρόνια άσκησης, τα πολύτιμα χρόνια του Κουν. Και δεν με πείραζε καθόλου, γιατί μάθαινα πολλά πράγματα. Πριν από τους ρόλους έπαιξα σε 12 Χορούς. Στην «Ηλέκτρα» του Τσιάνου ανέλαβα για πρώτη φορά ένα μεγάλο ρόλο. Και τελικά αισθάνομαι πως υπηρετώ το θέατρο συνόλου κι όχι των πρωταγωνιστών. Δεν είμαι καλά, αν δεν είμαστε όλοι καλά.
Ως μια από τις επιφανείς ηθοποιούς της γενιάς σας στο θέατρο, έχετε την αίσθηση πως οι γυναίκες έχουν, στην πορεία των πραγμάτων, παραγκωνιστεί;Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον μητριαρχικό: με μια πολύ ισχυρή γιαγιά και μια πολύ ισχυρή μάνα και αδερφή· υπήρχε μια μητριαρχική δυναμική μέσα στο σπίτι. Κι έτσι γαλουχήθηκα στη σκέψη ότι η γυναίκα είναι ένα δυνατό πλάσμα – και σίγουρα όχι υποδεέστερο από τον άνδρα. Ακόμα και με τον αθλητισμό, μπαίνοντας στην ομάδα βόλεϊ, βίωσα μια άλλη πτυχή της γυναικείας δυναμικής ως συλλογικότητα. Με αυτή την πεποίθηση μπήκα στην εργασία, με την πίστη πως δεν διαφέρω κάπου. Ωστόσο, παρατηρώντας άλλους και άλλες, συνειδητοποίησα ότι αυτός δεν είναι ο κανόνας. Άλλωστε κι εγώ, έπρεπε να κοπιάσω διπλά ως γυναίκα για να πείσω – κι όταν δεν έπειθα έπρεπε ν’ αναγκάσω. Γεγονός που δεν μου άρεσε, αφού η φύση της γυναίκας είναι να εναγκαλίζεται, να συμπεριλαμβάνει. Μα όταν με αμφισβητούσαν ως γυναίκα αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω κι άλλα μέσα: να δείξω πως κάτι που υποστηρίζω μπορεί να γίνει. Πολλές φορές, λοιπόν, οι γυναίκες αναγκάζονται να αποποιηθούν τα χαρακτηριστικά τους και να οικειοποιηθούν εκείνα των ανδρών ή να γίνουν πιο άνδρες από τους άνδρες. Κι αυτό επιφέρει μια σοβαρή κοινωνική ανισορροπία, γιατί όταν ο ένας στους δύο υποτιμάται και περιφρονείται, μόνο κακό θα γεννηθεί. Δυστυχώς, έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε, ακόμα και οι γυναίκες για το πως μεγαλώνουν τα παιδιά τους: αγόρια και κορίτσια.
Ως επικεφαλής θιάσων, ως υπουργός, έχετε αναγκαστεί να παραγκωνίσετε τη γυναικεία σας φύση;Η πάγια αρχή μου είναι να υπάρχει μια ισορροπία, είναι και στο ζώδιο μου! Και πάντα σπεύδω να βρεθώ κοντά στην πλευρά που υστερεί. Έβαλα πολλές φορές πίσω τα δικά μου θέλω για να επιτευχθεί η ισορροπία, είτε αυτό είναι μέσα σε μια συνεργασία, είτε μέσα σε μια προσωπική σχέση. Σε επαγγελματικά πόστα πάντως, ναι, έπρεπε να γίνω ξεκάθαρη και αποτελεσματική. Πάντως, κοντά στον Κουν, μάθαμε να μην δουλεύουμε κοιτάζοντας μόνο τον εαυτό μας πάνω στη σκηνή, αλλά να έχουμε μια σφαιρική όραση για τα πράγματα· μια νοοτροπία που με έχει βοηθήσει παντού, σε κάθε μου υποχρέωση.
Διακρίσεις βιώσατε έστω και αποσπασματικά;Πέρασα από την πολιτική ως καμικάζι. Πήγα στο Υπουργείο Πολιτισμού γιατί ήθελα να προσφέρω. Δεν ήμουν πολιτικός ούτε ήθελα ή θέλω να γίνω
Διακρίσεις βίωσα στο χώρο της πολιτικής. Οι γυναίκες πολιτικοί δεν έχουν την ίδια φωνή με των ανδρών και συχνά υποτιμώνται. Δεν το βίωσα τόσο προσωπικά, όσο ως μάρτυρας συμπεριφορών απέναντι σε γυναίκες. Μάλλον, κι εμείς δεν πιστεύουμε πολύ στον εαυτό μας.
Με την απόσταση του χρόνου, θα λέγατε ότι η πολιτική σας πλήγωσε;Όχι, γιατί πέρασα από την πολιτική ως καμικάζι. Πήγα στο Υπουργείο Πολιτισμού, γιατί ήθελα να προσφέρω. Αισθανόμουν ότι δεν είχα δικαίωμα να αρνηθώ στο κάλεσμα της Πολιτείας να κάνω το καθήκον μου. Γιατί αλλιώς, δεν θα είχα δικαίωμα να διαμαρτύρομαι. Αισθάνθηκα πως είχε έρθει η ώρα να διαθέσω τις δυνάμεις μου, ακόμα και σε περίοδο μνημονίων και παρότι δεχόμουν μεγάλο πόλεμο, πανταχόθεν. Δεν ήμουν πολιτικός, ούτε ήθελα ή θέλω να γίνω.
Εντούτοις, θα εμπλεκόσασταν ξανά με την πολιτική;Δεν θέλω να λέω μεγάλες κουβέντες, αλλά ποτέ δεν ξέρεις πως τα φέρνει η ζωή. Είμαι ηθοποιός, καλλιτέχνις και… λίγο κηπουρός. Είχα βοηθήσει λίγο τους Οικολόγους Πράσινους βλέποντας την κλιματική καταστροφή να έρχεται, αλλά το έκανα γιατί από μικρή είχα πολιτική σκέψη, με την έννοια του πολίτη και του δικαίου, με την έννοια ότι είμαστε όλοι κομμάτι μιας κοινωνίας. Δεν είμαι υβρίδιο, είμαι μέρος της κοινωνίας.

Η λειτουργία της ως άνθρωπος έχει να κάνει με τον παράγοντα της ισορροπίας. Λέει: “Έβαλα πολλές φορές πίσω τα δικά μου θέλω για να επιτευχθεί η ισορροπία, είτε αυτό είναι μέσα σε μια συνεργασία, είτε μέσα σε μια προσωπική σχέση”.
Όχι, δεν θέλω θεσμικές θέσεις. Θέλω να παραμείνω δημιουργός για να είμαι ελεύθερη. Θέλω τις δυνάμεις που έχω να τις αφιερώνω στη δημιουργία, είτε να κάνω ένα εργαστήρι αγγειοπλαστικής, είτε συνεχίζω να μαθαίνω γλώσσες, είτε κολυμπάω, είτε επιμελούμαι τον κήπο μου.
Αυτή η φυσιογνωμία της δυναμικής ύπαρξης έχει ρωγμές;Βέβαια! Όπως έχει ο καθένας. Ας πούμε, κάθε φορά που πιάνω ένα ρόλο, νιώθω ότι έχω κάνει ένα τεράστιο λάθος που ασχολήθηκα με το θέατρο. Βρίσκομαι, αίφνης, σε μια άβυσσο, πιστεύοντας πως δεν είμαι ηθοποιός. Από την άλλη, νιώθοντας ότι δεν ξέρω τίποτα, είμαι έτοιμη να κάνω τα πάντα.
Εξακολουθείτε να το επαναδιαπραγματεύεστε με τον εαυτό σας;Δεν θέλω θεσμικές θέσεις. Θέλω να παραμείνω δημιουργός για να είμαι ελεύθερη
Φυσικά! Ακόμα αναρωτιέμαι. Γιατί η εμφανής, φυσική μου ροπή ήταν να γίνω μουσικός. Αλλά μπήκα στο θέατρο γιατί δεν άντεχα τη μοναξιά· ήθελα να είναι μαζί με άλλους. Και καθώς ήμουν μοναχική, ήθελα να το πολεμήσω αυτό. Ξέρετε, η επαφή μου με τη φύση, σαν να με τροφοδοτεί με ανεξάντλητη δύναμη και καταφέρνω να νικάω τις όποιες αμφιβολίες και ρωγμές. Κι όταν μπει το νερό στ’ αυλάκι, τίποτα δεν μπορεί να με σταματήσει. Ένας φίλος μου το αποκαλούσε «σύνδρομο του γκρεμού». Ακόμα κι αν βλέπω γκρεμό μπροστά μου, θα συνεχίσω.
Πώς καλλιεργήθηκε η αγάπη σας για τη φύση;Ζω εδώ, στην Κηφισιά, από μικρό παιδί. Πολλοί έλεγαν στην μάνα μου «που θα πας να μεγαλώσεις τα παιδιά σου, μέσα στις αλεπούδες και τους λύκους;». Κι εγώ η ίδια, ως παιδί, θυμάμαι να διώχνουμε από το οικόπεδο πρόβατα και άλογα, τα αηδόνια να κελαηδούν στα πλατάνια. Πολύ πιθανόν όλο αυτό να μου το μετέδωσε η μάνα μου, ήταν κι αυτή τέτοιος άνθρωπος: ό,τι άγγιζε, φύτρωνε. Μιλούσε στα φυτά, κι ενώ ήταν μια γυναίκα πολύ μορφωμένη – θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν αστή – είχε μια σύνδεση με τη φύση σαν να ήταν αγρότισσα. Υπήρχε αυτό το δίπολο μέσα της που το κληρονόμησα κι εγώ.
Εκείνη, βεβαίως, πίστευε ότι μεγάλωνε μια αθλήτρια, όχι μια ηθοποιό.Δεν ήταν γραφτό μου να γίνω μητέρα. Αλλιώς, μου άρεσαν πολύ τα παιδιά και μάλιστα ήθελα να κάνω πολλά, έβλεπα τον εαυτό μου ως ένα είδος Λωξάνδρας
Για την ακρίβεια ήθελε να γίνω φιλόλογος ή νομικός για να μπορώ να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου και άλλες γυναίκες. Ήταν πολύ προχωρημένη η μητέρα μου: κάποτε βρήκα ένα βιβλίο που διάβαζε με θέμα το πως να μεγαλώνεις τα παιδιά σου χωρίς να κάνεις χρήση εξουσίας. Επίσης, βρήκα σημειώσεις της για το αρχαίο δράμα, τις οποίες δεν μου έδωσε ποτέ, καθώς φοβόταν ότι θα γίνω ηθοποιός. Μου έλεγε «θέλεις να γίνεις καλλιτέχνις; Θα πεθάνεις στην ψάθα, όπως ο Αττίκ!». Αλλά τα κατάφερα γιατί αγαπούσα το θέατρο και μου προσέφερε μια αξιοπρεπή ζωή. Θεωρώ πως όταν κάνεις κάτι που αγαπάς, θα το κάνεις καλά, θα ξεχωρίσεις και θα βρεις δουλειά.
Η αφοσίωση στην τέχνη σας, σας έβγαλε και από το δρόμο της μητρότητας;Δεν ήταν απόφαση, η ζωή το έφερε, δεν ήταν γραφτό μου. Αλλιώς, μου άρεσαν πολύ τα παιδιά και μάλιστα ήθελα να κάνω πολλά, έβλεπα τον εαυτό μου ως ένα είδος Λωξάνδρας. Έμελλε οι μαθητές μου να γίνουν τα παιδιά μου.

Για την σχέση της με τη φύση: “Σαν να με τροφοδοτεί με ανεξάντλητη δύναμη και καταφέρνω να νικάω τις όποιες αμφιβολίες και ρωγμές. Κι όταν μπει το νερό στ’ αυλάκι, τίποτα δεν μπορεί να με σταματήσει. Ένας φίλος μου το αποκαλούσε «σύνδρομο του γκρεμού». Ακόμα κι αν βλέπω γκρεμό μπροστά μου, θα συνεχίσω”.
Δεν έχω αγωνία, βιώνω τη ζωή όπως έρθει. Το σίγουρο είναι πως δεν μπορώ να κάνω άλμα 50 πόντων όπως όταν ήμουν αθλήτρια του βόλεϊ, με το ζόρι πηδάω στους 10 πόντους! Ωστόσο, αποδέχομαι όσα έχουν αλλάξει, ως μια φυσική ροή. Προσπαθώ να κρατήσω τον εαυτό μου σε καλή κατάσταση, να είμαι υγιής σωματικά και πνευματικά. Ακόμα δεν το βάζω κάτω, σε όλα τα πεδία. Αλλά ο τρόπος που αγωνίζεται κανείς αλλάζει με την ηλικία που βρίσκεται.
Δουλεύοντας σε μια παράσταση που ενεργοποιεί αναμνήσεις, τι θα λέγατε: αγαπάτε να ζείτε στο εδώ και τώρα ή αναπολείτε και το παρελθόν;Είμαι άνθρωπος που ζει το τώρα. Και δεν σου κρύβω ότι αγωνιώ γι’ αυτό που δείχνει να ξημερώνει – αν και ελπίζω ότι η ανθρωπότητα θα ξυπνήσει έστω στο χείλος του γκρεμού. Γιατί είναι τέτοιες οι δυνάμεις καταστροφής και οι αντιστάσεις απέναντι τους δείχνουν να είναι αποσπασματικές ή μοναχικές. Είναι θλιβερό που ο άνθρωπος εξελίσσεται σε μια τερατώδη υπόσταση, αυτό που ζούμε είναι παρά φύση και συμβάλλουμε σε αυτό όλοι με τις πράξεις μας. Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει χωρίς συνέπειες. Αγωνιώ ακόμα και για την πολύ άμεση κατάσταση που επιφυλάσσει η κρίση και το χρηματιστήριο της ενέργειας και θα φέρει μεγάλη φτωχοποίηση στις ευρωπαϊκές χώρες.
Σε αυτήν την πραγματικότητα μπορείτε να εστιάσετε στον εαυτό σας;Υπάρχουν φορές που νιώθω μεγάλη αδυναμία και μοναξιά. Από την άλλη – επειδή μέσα σε κάθε άνθρωπο κατοικεί ένας μικρός θεός, αποκτάς τόλμη και δύναμη· κι όσο αντέξεις, προστατεύοντας τον εαυτό σου από, πάσης φύσεως χειραγώγηση – που στις μέρες μας εφαρμόζεται με επιστημονικό τρόπο
Προσπαθώ, αλλά είναι δύσκολο. Γιατί τα πράγματα έχουν μπει σε μια κλίμακα τεράστια. Και τι είμαι εγώ; Ένα ανθρωπάκι μπροστά σε όλο αυτό. Υπάρχουν φορές που νιώθω μεγάλη αδυναμία και μοναξιά. Από την άλλη – επειδή μέσα σε κάθε άνθρωπο κατοικεί ένας μικρός θεός, αποκτάς τόλμη και δύναμη· κι όσο αντέξεις, προστατεύοντας τον εαυτό σου από, πάσης φύσεως χειραγώγηση – που στις μέρες μας εφαρμόζεται με επιστημονικό τρόπο.
Μπαίνετε στη διαδικασία να σχεδιάσετε πράγματα, ακόμα κι αν το μέλλον είναι δυσοίωνο;Υπάρχουν πράγματα που θα ήθελα πολύ να κάνω: να δουλέψω με νεότερους σκηνοθέτες και να κάνω σινεμά – που δεν έχω κάνει. Οπότε κινούμαι βήμα το βήμα, αφού δεν έχω πια τις ίδιες δυνάμεις.

Για τον ηλιακιακό παράγοντα σε επίπεδο συνεργασιών εξηγεί: “Ποτέ δεν είχα τις άπειρες προτάσεις. Τα πράγματα προέκυπταν, αλλά έρχονταν όταν έπρεπε, σαν ώριμα φρούτα, είτε αυτό γινόταν από έναν θεατράνθρωπο είτε από ένα νεότερο σκηνοθέτη”.
Είχα πολλές και ενδιαφέρουσες προτάσεις για κινηματογράφο, αλλά ήμουν μέσα στην ομάδα του Κουν. Και τότε αν έκανες ταινία, έθετες εαυτόν εκτός του Τέχνης. Αλλά δεν μπορούσα να τον αφήσω, το αισθανόμουν ως προδοσία. Έφυγα από το Τέχνης, όταν πέθανε. Αλλά ήταν αργά· είχα βγει από τη λίστα των κινηματογραφιστών.
Δεν βάζετε χρονικό όριο για το πόσο θα δουλέψετε ακόμα…Όλα παίζουν, γιατί τα πράγματα είναι πολύ ρευστά. Κι επειδή έχω ζήσει πολύ ευτυχισμένες στιγμές στο θέατρο, θα ήθελα το θέατρο να βρει μια προστασία για όλες τις γενιές και κυρίως για τα νεότερα παιδιά. Γιατί, δυστυχώς, οι καλλιτέχνες για να επιβιώσουν κινδυνεύουν να αρχίσουν να αυτολογοκρίνονται.
Είναι κάτι που φοβάστε και για εσάς;Όχι, γιατί δεν με νοιάζει ν’ αρνηθώ μια πρόταση. Εγώ έχω κάνει μια διαδρομή, ενώ ένα νέο παιδί διψάει να κάνει πράγματα.
Μεγαλώνοντας έχετε τις ίδιες προτάσεις για συνεργασίες;Η διαδρομή μου είναι πραγματικά πολύ πλούσια, θα μπορούσα να γράψω τρία βιβλία. Έχω να πω πολλά και θέλω να τα πω έγκαιρα πριν τα ξεχάσω
Ποτέ δεν είχα τις άπειρες προτάσεις. Τα πράγματα προέκυπταν, αλλά έρχονταν όταν έπρεπε, σαν ώριμα φρούτα, είτε αυτό γινόταν από έναν θεατράνθρωπο είτε από ένα νεότερο σκηνοθέτη.
Ποια είναι η αποτίμηση για τη δική σας διαδρομή;Είναι πραγματικά πολύ πλούσια, θα μπορούσα να γράψω τρία βιβλία. Έχω να πω πολλά και θέλω να τα πω έγκαιρα πριν τα ξεχάσω. Αν μου το επιτρέψει η ζωή θα το κάνω.
Τι άλλο θέλετε να σας επιστρέψει η ζωή;Να συνεχίσω να τη χαίρομαι, κάθε λεπτό.
Η Λυδία Κονιόρδου πρωταγωνιστεί στην αναβίωση της “Φόνισσας”. Η παράσταση κάνει πρεμιέρα στο νέο θέατρο ‘Εργον την 1η Οκτωβρίου.
Θεατρική διασκευή- Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης
Μουσική σύνθεση-διδασκαλία: Τάκης Φαραζής
Σκηνικά: Έρση Δρίνη
Κοστούμια: Χάρης Σουλιώτης
Σχεδιασμός φωτισμού: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Συνπρωταγωνιστούν: Ανδριανή Τουντοπούλου,Μίνα Λουίζου,Αμαλία Τσεκούρα,Φανή Λύκου
Μουσικός Α’- ψάλτης: Xρήστος Σύγγελος και Σίμος Παπασπύρου
Μουσικός Β’: Φάνης Μανούσης και Γιώργος Τούμπλαρης
Παραστάσεις: Τετάρτη, 19.00, Πέμπτη – Παρασκευή, 20.00, Σάββατο 21.15, Κυριακή, 17.00
Τιμές εισιτηρίων: 20-26 ευρώ
Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr
Έργον: Ζωοδόχου Πηγής 3 & Ακαδημίαςμ 106 78, Αθήνα.
Τηλ. επικοινωνίας 2110211301