Από την Καρδίτσα, όπου γεννήθηκε το 1995, μέχρι τη Νέα Υόρκη και τις θεατρικές σκηνές του Μπρόντγουεϊ, ο Μιχάλης Φαλιάγκας ακολούθησε μια διαδρομή με αρκετές αλλαγές κατεύθυνσης. Σπούδασε Κτηνιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όμως η ενασχόλησή του με το αντικείμενο αποδείχθηκε σύντομη, καθώς η αγάπη του για το θέατρο τον οδήγησε στη Νέα Υόρκη. Εκεί, το 2023, έγινε δεκτός στο Stella Adler Studio of Acting, μία από τις πιο απαιτητικές σχολές υποκριτικής των ΗΠΑ. Το 2026, έναν χρόνο μετά την αποφοίτησή του, ίδρυσε τη δική του εταιρεία, με βασικό στόχο να φέρει το αρχαίο ελληνικό θέατρο πιο κοντά στο αμερικανικό κοινό.
Πώς προσεγγίζει, όμως, ο ίδιος την υποκριτική;
Πέρα από τις σπουδές και τις θεατρικές του εμπειρίες, ο Μιχάλης Φαλιάγκας μιλά για τη φαντασία ως βασικό εργαλείο της δουλειάς του, τη σημασία του ενστίκτου και της τεχνικής, αλλά και τη μοναδική ενέργεια που δημιουργείται κάθε βράδυ ανάμεσα στον ηθοποιό και το κοινό. Πάνω απ’ όλα, αντιμετωπίζει την υποκριτική ως μια διαρκή διαδικασία αναζήτησης και εξέλιξης, στην οποία κάθε καινούριος ρόλος αποτελεί μια ευκαιρία να ανακαλύψει κάτι ακόμη.
Όταν η συζήτηση στρέφεται στα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν ως ηθοποιό, ο Μιχάλης Φαλιάγκας ξεχωρίζει χωρίς δεύτερη σκέψη τη φαντασία του. Είναι εκείνη που του επιτρέπει να προσεγγίζει έναν ρόλο πέρα από όσα περιγράφονται στο κείμενο και να αναζητά όσα κρύβονται πίσω από τις λέξεις.
«Όταν διαβάζω έναν ρόλο, δεν βλέπω απλώς τις λέξεις. Δημιουργώ εικόνες, σχέσεις, παρελθόν, συνθήκες. Προσπαθώ να ανακαλύψω όσα δεν λέει το κείμενο. Για μένα εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της υποκριτικής: στο να μπορείς να δώσεις ζωή σε έναν άνθρωπο που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπάρχει μόνο πάνω στο χαρτί».
Για τον ίδιο, το πρώτο βήμα είναι να κατανοήσει τις επιθυμίες, τους φόβους και τα κίνητρα που καθορίζουν τη συμπεριφορά του.
«Θέλω πρώτα να καταλάβω τι πραγματικά θέλει. Τι φοβάται, τι αγαπά, τι κρύβει και γιατί συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο. Δεν με ενδιαφέρει να “δείξω” έναν χαρακτήρα. Θέλω να μπορέσω να υπάρξω μέσα στις συνθήκες του και να αντιδρώ όσο πιο αληθινά γίνεται».
Στη διαχρονική συζήτηση για τη σημασία του ταλέντου και της τεχνικής στην υποκριτική, ο Μιχάλης Φαλιάγκας αναγνωρίζει τη σημασία και των δύο. Θεωρεί, ωστόσο, ότι η προσωπικότητα και το ένστικτο κάθε ηθοποιού είναι αυτά που τελικά διαμορφώνουν τη μοναδικότητα μιας ερμηνείας.
«Το ταλέντο είναι η βάση, αλλά πρέπει συνεχώς να καλλιεργείται. Η τεχνική σου δίνει τα εργαλεία, όμως η προσωπικότητα, η φαντασία και το ένστικτο είναι αυτά που κάνουν δύο ηθοποιούς να ερμηνεύουν τον ίδιο ρόλο με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Προσωπικά προσπαθώ να διατηρώ και μια παιδικότητα στον τρόπο που κοιτάζω τα πράγματα: να μην θεωρώ τίποτα δεδομένο και να ανακαλύπτω κάθε φορά κάτι καινούριο».
Η σκηνή και η ενέργεια του απρόβλεπτου
Η σχέση με το κοινό αποτελεί μια διαφορετική διάσταση της υποκριτικής εμπειρίας. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ο ηθοποιός αφήνει πίσω του τις πρόβες και βρίσκεται μπροστά στους θεατές; Για τον Μιχάλη Φαλιάγκα, η ζωντανή συνθήκη της παράστασης αλλάζει τα πάντα.
«Η σκηνή απαιτεί απόλυτη παρουσία. Πρέπει να ακούς πραγματικά τον άλλο ηθοποιό, να αντιδράς εκείνη τη στιγμή και να μην επαναλαμβάνεις μηχανικά κάτι που έχεις προετοιμάσει. Κάθε παράσταση έχει διαφορετική ενέργεια. Αυτή η αίσθηση του απρόβλεπτου είναι ένα από τα πράγματα που αγαπώ περισσότερο στο θέατρο».
Πέρα όμως από την ίδια τη διαδικασία της ερμηνείας, υπάρχει και το αποτύπωμα που επιθυμεί να αφήνει στον θεατή. Δεν τον απασχολεί τόσο το είδος του συναισθήματος που θα προκαλέσει ένας ρόλος, όσο η δυνατότητά του να αγγίξει τον άνθρωπο που τον παρακολουθεί.
«Θέλω να τον κάνω να αισθανθεί κάτι. Συγκίνηση, χαρά, θυμό, προβληματισμό, οτιδήποτε, αρκεί να μην φύγει αδιάφορος. Αν ένας χαρακτήρας που υποδύομαι κάνει κάποιον να σκεφτεί διαφορετικά ή να αναγνωρίσει κάτι δικό του, τότε αισθάνομαι ότι η δουλειά μου έχει πετύχει τον σκοπό της».
Έχοντας πλέον αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία, ο Μιχάλης Φαλιάγκας αναγνωρίζει ότι αισθάνεται περισσότερη αυτοπεποίθηση ως ηθοποιός. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αντιμετωπίζει την εξέλιξή του ως μια διαδικασία που κάποια στιγμή ολοκληρώνεται. Αντίθετα, η δυνατότητα κάθε νέου ρόλου να τον φέρνει αντιμέτωπο με διαφορετικές προκλήσεις είναι και ένα από τα στοιχεία που εξακολουθούν να τον συναρπάζουν.
«Σίγουρα, αλλά δεν θέλω ποτέ να αισθανθώ ότι έχω φτάσει κάπου οριστικά. Κάθε νέος ρόλος μπορεί να σε εκθέσει, να σε δυσκολέψει και τελικά να σε εξελίξει. Αυτό είναι που με συναρπάζει στην υποκριτική. Όσο περισσότερο την εξερευνώ, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πόσα ακόμη έχω να ανακαλύψω».