Το δρομολόγιο Αρκίτσα – Αιδηψός έχει πια αποκτήσει για εμένα μια παράξενη οικειότητα. Για τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι βρέθηκα στο ίδιο πλοίο, με προορισμό τη Βόρεια Εύβοια και το Evia Film Project. Κι όμως, όσο γνώριμη κι αν μοιάζει πια αυτή η διαδρομή, κάθε φορά καταλήγει να είναι διαφορετική. Γιατί δεν επιστρέφω μόνο σε ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ. Επιστρέφω σε έναν τόπο που εδώ και πέντε χρόνια αλλάζει αθόρυβα, βρίσκοντας μέσα από τον κινηματογράφο έναν καινούργιο τρόπο να αφηγηθεί την ιστορία του.

Η θέα της Λίμνης από ψηλά
Το Evia Film Project, η πρωτοβουλία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, γεννήθηκε το 2022, όταν η Βόρεια Εύβοια προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές που άφησαν πίσω τους οι καταστροφικές πυρκαγιές και, λίγο αργότερα, οι πλημμύρες. Η φιλοδοξία του ήταν από την πρώτη στιγμή ξεκάθαρη: να μετατρέψει την περιοχή σε έναν διεθνή κόμβο για το «πράσινο» σινεμά και τη βιωσιμότητα, δίνοντας ταυτόχρονα νέα πνοή σε έναν τόπο που αναζητούσε έναν διαφορετικό τρόπο να «κοιτάξει» το μέλλον.
Πέντε χρόνια μετά, το εγχείρημα μοιάζει να αποδίδει καρπούς. Η Αιδηψός φιλοξένησε τα γυρίσματα της διεθνούς συμπαραγωγής «Γέρμα», της κινηματογραφικής μεταφοράς του αριστουργήματος του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε σκηνοθεσία της Λάρα Ισαγκίρε Γκαρισουριέτα, μιας ισπανοελληνικής συνεργασίας που γεννήθηκε μέσα από τις διεργασίες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και του Evia Film Project. Και, όπως μάθαμε κατά την παραμονή μας εκεί, ήδη υπάρχει ενδιαφέρον και για δύο ακόμη κινηματογραφικές παραγωγές που εξετάζουν σοβαρά τη Βόρεια Εύβοια ως τόπο γυρισμάτων.
Είναι πραγματικά ενθαρρυντικό να βλέπεις μια περιοχή με τόσο διακριτική ομορφιά να αποκτά σταδιακά μια νέα κινηματογραφική ταυτότητα. Για χρόνια η Βόρεια Εύβοια έμενε εκτός τουριστικού χάρτη, με εξαίρεση τα Λουτρά Αιδηψού, που αναπτύχθηκαν ως οργανωμένος προορισμός ιαματικού τουρισμού. Η υπόλοιπη περιοχή παρέμενε σχετικά απομονωμένη και στη συνέχεια δοκιμάστηκε όσο λίγες από τις φυσικές καταστροφές.

Υοga session με θέα
Όμως, το Evia Film Project δεν ήρθε για να «σώσει» τον τόπο. Ήρθε να αναδείξει όλα εκείνα που ήδη υπήρχαν: το φυσικό τοπίο, τους ανθρώπους, την ιστορία, την αυθεντικότητα. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά του. Κάθε χρόνο φέρνει το σινεμά έξω από τις αίθουσες, στις πλατείες, στις παραλίες και στα χωριά της Βόρειας Εύβοιας, δημιουργώντας μια γιορτή που ανήκει εξίσου στους επισκέπτες και στους κατοίκους.
Για εμένα προσωπικά, αυτή η σχέση με τον τόπο έχει γίνει πια πολύ διαφορετική από ό,τι την πρώτη χρονιά. Δεν με εντυπωσιάζει πλέον μόνο η φυσική ομορφιά του. Με κερδίζει αυτή η αίσθηση οικειότητας που δημιουργείται χρόνο με τον χρόνο. Οι ίδιες διαδρομές, οι ίδιες γειτονιές, πρόσωπα που αρχίζουν να σου φαίνονται γνώριμα, ταβέρνες στις οποίες επιστρέφεις σχεδόν ασυναίσθητα για να φας το ίδιο πιάτο. Είναι από εκείνα τα μέρη που δεν σε κατακτούν αμέσως, αλλά σε κερδίζουν σιγά σιγά.
Η φετινή, πέμπτη διοργάνωση ήταν αφιερωμένη στο δάσος. Το δάσος ως καταφύγιο, τόπο μυστηρίου και θρύλων, πηγή ζωής αλλά και κινηματογραφικό σκηνικό. Ένα θέμα που αποκτά ξεχωριστή σημασία σε μια περιοχή που γνωρίζει όσο λίγες τι σημαίνει να χάνεις ένα δάσος και να παρακολουθείς την αργή αναγέννησή του. Μέσα από προβολές, συζητήσεις και masterclasses, το Evia Film Project μάς κάλεσε να ξανασκεφτούμε τη σχέση μας με τη φύση σε μια εποχή που η προστασία της μοιάζει πιο επείγουσα από ποτέ.
Η αυλαία άνοιξε την Τρίτη (23/6) με μια γιορτή στους δρόμους της Αιδηψού. Οι Quilombo παρέσυραν κατοίκους και επισκέπτες σε μια μεγάλη μουσική πομπή που κατέληξε στο ιστορικό Σινέ Απόλλων για την προβολή της εμβληματικής «Βασίλισσας της Αφρικής» του Τζον Χιούστον.

Η ανοιχτή συζήτηση «Αρρενωπότητα, βία και η εκδίκηση της φύσης»
Εμείς, δυστυχώς, χάσαμε τις δύο πρώτες ημέρες του φεστιβάλ και φτάσαμε στην Αιδηψό το απόγευμα της Πέμπτης (25/6). Μαζί με αυτές χάσαμε και δύο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ανοιχτές συζητήσεις, το «Καλλιτεχνικό vs εμπορικό σινεμά: Έννοιες ασύμβατες;» και το «Σοβαρά τώρα; Η οριακή τέχνη της κωμωδίας».
Ευτυχώς, όμως, προλάβαμε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις της φετινής διοργάνωσης. Η ανοιχτή συζήτηση «Αρρενωπότητα, βία και η εκδίκηση της φύσης», που πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Πολιτισμού «Μελίνα Μερκούρη» στα Λουτρά Αιδηψού, έφερε στο ίδιο πάνελ τον σεναριογράφο και συγγραφέα Νίκο Παναγιωτόπουλο, τους σκηνοθέτες Τζώρτζη Γρηγοράκη και Δημήτρη Κανελλόπουλο, τον ηθοποιό και κινηματογραφιστή Βαγγέλη Μουρίκη και τη σκηνοθέτρια και παραγωγό Ελίνα Ψύκου.
Με αφορμή τη φύση και τον τρόπο που αυτή αποτυπώνεται στον κινηματογράφο, η συζήτηση κινήθηκε γύρω από τους έμφυλους ρόλους, την αρρενωπότητα, τη βία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχαν και οι παρεμβάσεις των φοιτητών του Τμήματος Ψηφιακών Τεχνών και Κινηματογράφου από τα Ψαχνά Ευβοίας, που εμπλούτισαν τον διάλογο με εύστοχες παρατηρήσεις και προβληματισμούς. Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές ήταν το ερώτημα που έθεσε η Ελίνα Ψύκου για το πώς θα μεταβάλλονταν ταινίες όπως το Digger ή η Αγέλη Προβάτων αν οι πρωταγωνιστικοί τους ρόλοι γράφονταν για γυναικείους χαρακτήρες, ανοίγοντας μια ευρύτερη συζήτηση για τα στερεότυπα και τον ρόλο του κινηματογράφου στη διαμόρφωσή τους.

Προβολή λήξης
Οι προβολές ήταν, όπως κάθε χρόνο, η καρδιά του φεστιβάλ. Δεν περιορίζονταν όμως στην Αιδηψό. Από τις Ροβιές μέχρι τη Λίμνη, κάθε βράδυ μια διαφορετική γωνιά της Βόρειας Εύβοιας μετατρεπόταν σε μια υπαίθρια κινηματογραφική αίθουσα, με κατοίκους και επισκέπτες να μοιράζονται την ίδια εμπειρία κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό.
Στις Ροβιές, την Παρασκευή (26/6), η πλατεία του χωριού γέμισε κόσμο για μια από τις πιο όμορφες βραδιές της διοργάνωσης. Οι τοπικές ταβέρνες είχαν ετοιμάσει κεράσματα για όλους τους θεατές και, λίγο αργότερα, η μεγάλη οθόνη γέμισε με δεινόσαυρους, καθώς προβλήθηκε το εμβληματικό Jurassic Park του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Η ίδια ταινία επιλέχθηκε και για την τελετή λήξης στην Αιδηψό, όπου το Σινέ Απόλλων μετατράπηκε σε ένα μικρό κινηματογραφικό πανηγύρι, με χειροποίητα κεράσματα από τοπικές επιχειρήσεις, μπίρες Fischer, δραστηριότητες και δώρα για τα παιδιά. Ήταν μια υπενθύμιση ότι το Evia Film Project δεν αφορά μόνο όσους αγαπούν το σινεμά, αλλά ολόκληρη την τοπική κοινωνία.

Στα Λουτρά για τους Λουόμενους της Εύας Στεφανή
Από τις προβολές που παρακολουθήσαμε, ξεχωρίζω χωρίς δεύτερη σκέψη τους Λουόμενους της Εύας Στεφανή. Η ταινία, μεγάλο μέρος της οποίας έχει γυριστεί στα Λουτρά Αιδηψού, προβλήθηκε σε λούπα στην παραλία, δίπλα στις ιαματικές πηγές, σε ένα σκηνικό απόλυτα ταιριαστό (και με την ίδια παρούσα).
Εξίσου ξεχωριστή ήταν και η προβολή του Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη, παρουσία του ίδιου του σκηνοθέτη, του διευθυντή φωτογραφίας Γιώργου Καρβέλα και των δύο πρωταγωνιστών, Βαγγέλη Μουρίκη και Αργύρη Πανταζάρα. Το σύγχρονο αυτό ελληνικό γουέστερν, που εκτυλίσσεται μέσα στην καρδιά ενός άγριου δάσους, έμοιαζε σχεδόν προορισμένο να προβληθεί στη φετινή διοργάνωση, συνομιλώντας άμεσα με τη θεματική του φεστιβάλ. Μετά το τέλος της προβολής, οι συντελεστές μίλησαν για τα απαιτητικά γυρίσματα, τη δύσκολη συγκυρία της κυκλοφορίας της ταινίας εν μέσω πανδημίας, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο το Digger εξακολουθεί να συνομιλεί σήμερα με ζητήματα που παραμένουν επίκαιρα.

Συζήτηση μετά την προβολή του Digger
Η θεματική του δάσους οδήγησε φυσικά και σε μια μικρή… βουτιά στο κινηματογραφικό σύμπαν του τρόμου. Το προηγούμενο βράδυ είχαμε παρακολουθήσει την προβολή της εμβληματικής Παρασκευής και 13 του Σον Σ. Κάνιγχαμ, της ταινίας που διαμόρφωσε όσο λίγες το είδος του slasher horror και δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά franchises όλων των εποχών. Την προβολή προλόγισε ο Επικεφαλής Προγράμματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Κρασσακόπουλος, εξηγώντας γιατί η ταινία παραμένει μέχρι σήμερα τόσο επιδραστική, από την καθιέρωση της φιγούρας του «Final Girl» μέχρι τη χρήση του υποκειμενικού πλάνου που ακολουθεί το βλέμμα του δολοφόνου.

Προβολή της εμβληματικής Παρασκευής και 13 του Σον Σ. Κάνιγχαμ
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη εισαγωγή για το masterclass της επόμενης ημέρας, από τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστη Ανδρεαδάκη, με τον ευρηματικό τίτλο «Το γεφύρι της Άρτας, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ και ένα σπίτι στο δάσος». Μέσα από παραδείγματα που ξεκινούσαν από τα δημοτικά τραγούδια και τους λαϊκούς θρύλους και έφταναν μέχρι τις σύγχρονες ταινίες τρόμου και το σπλάτερ, ο Ανδρεαδάκης απέδειξε πως πρόκειται για ένα κινηματογραφικό είδος πολύ πιο σύνθετο από όσο συχνά πιστεύουμε. Ήταν μια από τις πιο απολαυστικές παρουσιάσεις του φεστιβάλ, γεμάτη κινηματογραφικές αναφορές, εύστοχες συνδέσεις και αρκετές αφορμές για να ξαναδεί κανείς ταινίες που θεωρούσε πως ήδη γνώριζε.

Το masterclass του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστη Ανδρεαδάκη, με τον ευρηματικό τίτλο «Το γεφύρι της Άρτας, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ και ένα σπίτι στο δάσος»
Και κάπως έτσι οι μέρες κυλούσαν με τον δικό τους ρυθμό. Αργά, αλλά με την πιο όμορφη έννοια αυτής της λέξης. Με τις διαδρομές από την Αιδηψό στις Ροβιές και τη Λίμνη. Με τις βουτιές ανάμεσα στις προβολές. Με τα τραπέζια στις ίδιες ταβέρνες που χρόνο με τον χρόνο γίνονται στέκια μας και ας μη ζούμε εκεί. Με την αναζήτηση της επόμενης παραλίας, της επόμενης προβολής, της επόμενης συζήτησης. Με κουβέντες με κατοίκους που μιλούν πλέον για το φεστιβάλ σαν να ήταν πάντα κομμάτι της ζωής τους και περιγράφουν τις αλλαγές που έχει φέρει στην περιοχή τα τελευταία πέντε χρόνια.
Κάθε φορά που επιστρέφω στη Βόρεια Εύβοια, συνειδητοποιώ ότι το Evia Film Project δεν είναι απλώς ένα κινηματογραφικό γεγονός. Είναι ένας τρόπος να γνωρίσεις έναν τόπο χωρίς βιασύνη. Να τον περπατήσεις, να τον ακούσεις, να συνομιλήσεις με τους ανθρώπους του και να τον καταλάβεις λίγο περισσότερο από την προηγούμενη φορά. Ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που παίρνω ξανά το φέρι της επιστροφής από την Αιδηψό προς την Αρκίτσα, δεν έχω την αίσθηση ότι φεύγω από ένα ακόμη δημοσιογραφικό ταξίδι. Έχω την αίσθηση ότι αφήνω πίσω έναν τόπο που συνεχίζει να γράφει τη δική του ιστορία. Και ξέρω ήδη πως, όταν έρθει το επόμενο καλοκαίρι, θα θελήσω να επιστρέψω για να δω το επόμενο κεφάλαιό της.
Το 5ο Evia Film Project πραγματοποιήθηκε από τις 23 έως τις 27 Ιουνίου 2026 στη Β. Εύβοια από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το οποίο χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Πολιτισμού. Πολύτιμη είναι η στήριξη της COSMOTE TELEKOM, Μεγάλου Χορηγού και της Fischer, που στηρίζει σταθερά το Φεστιβάλ.