MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΤΕΤΑΡΤΗ
19
ΙΟΥΝΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ηρώ Μπέζου: Δεν ξέρω να διεκδικώ. Δεν βιάζομαι για κάτι

Η ιδέα ενός βραβείου πάντα έφερνε σε αμηχανία την Ηρώ Μπέζου. Μέχρι που σκέφτηκε να αρνηθεί το βραβείο Μερκούρη. Τελικά, της φάνηκε πιο αλαζονικό

KEIMENO: Στέλλα Χαραμή | 21.10.2022 Φωτογραφίες: Θανάσης Καρατζάς

Πρόσφατα άφησε πίσω της το ανέβασμα του πρώτου της έργου, τους «Ναυαγούς» – απολαμβάνοντας αποδοχή και κολακευτικά σχόλια – και τώρα ετοιμάζεται να υποδυθεί έναν από τους πιο εμβληματικούς ρόλους στην ιστορία του παγκόσμιου θέατρου, την Σόνια στον, κατά Καραντζά, «Θείο Βάνια». Η Ηρώ Μπέζου επιμένει πως δεν έχει αλλάξει κάτι – στο κριτήριο ή στην επιθυμία της – και πως παραμένει επιλεκτική όσο και ψύχραιμη στις επιλογές της. Η σχετική αθωότητα που διακρίνεις στις αντιδράσεις της – τουλάχιστον για ένα κορίτσι της γενιάς της – την βρίσκει, επίσης, διστακτική. «΄Εχω μια πιο αυθόρμητη αντίδραση, ναι. Είμαι ευαίσθητη στα ερεθίσματα. Αλλά η αθωότητα είναι πολύ φορτισμένη έννοια, την έχουμε ταυτίσει με την ηθική» ξεκαθαρίζει.

Ηθοποιός αναθρεμμένη στα δύσκολα χρόνια της κρίσης, στο προστατευτικό κουκούλι των ομάδων που αμυνόταν στον αμείλικτο θεατρικό ‘κανόνα’ εκείνης της περιόδου, πατάει πια, πιο γερά στα πόδια της. Χωρίς, ωστόσο, να βιάζεται για τίποτα. Τι κι αν οι διακρίσεις επιχειρούσαν να την κατατάξουν ως το επόμενο it girl των θεατρικών πραγμάτων; Τι κι αν το όνομα της, την έφερνε ένα βήμα πιο κοντά στην προβολή και την αναγνωρισιμότητα; Η Ηρώ Μπέζου δεν έδειξε να αποπροσανατολίζεται, παραμένοντας πιστή στην πρώτη αίσθηση της για το θέατρο: Την αδιαπραγμάτευτη, υπαρξιακή σχεδόν, αγάπη της γι’ αυτό.

H Ηρώ Μπέζου πρωταγωνιστεί στο κλασικό τσεχωφικό αριστούργημα του «Θείο Βάνια» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά που ανεβαίνει στο Προσκήνιο.

Τα τελευταία χρόνια, έχω την εντύπωση πως εμπλέκεσαι περισσότερο στη θεατρική διαδικασία. Είναι όντως έτσι;

Πριν από μερικά χρόνια, είχαμε κάνει μαζί με το Χρήστο Θάνο την δραματουργική επεξεργασία στο «Όφις και Κρίνο» του Νίκου Καζαντζάκη και πέρυσι με τους «Ναυαγούς» πήρα για πρώτη φορά τη θέση συγγραφέα – σκηνοθέτη. Μάλλον, έγινε, κάπως, απότομα· όλα ήρθαν μέσα από το συγγραφικό δρόμο αφού ήθελα πάρα πολύ να κάνω τους «Ναυαγούς». Όμως δεν το αντιμετώπισα ως προαγωγή ή κάτι τέτοιο. Το διευκρινίζω γιατί κάποιοι συνάδελφοι συνδυάζουν τη σκηνοθεσία με ένα παραπάνω κύρος.

Οι «Ναυαγοί» ήταν μόνο η αρχή;

Ενδεχομένως, θα ήθελα να το ξαναδοκιμάσω στο μέλλον. Ωστόσο, θα ήθελα να προκύψει από πραγματική ανάγκη και ουσιαστική επιθυμία να γράψω. Κι όχι από την προσδοκία των άλλων.

Το γράψιμο δεν είναι η δουλειά μου. Όμως, ονειρεύομαι να ξαναμπώ σε μια αντίστοιχη διαδικασία

Είχες πολύ ζεστή, καθολική, σχεδόν, υποδοχή. Τι πήρες από αυτήν την πρώτη εμπειρία;

Καταρχάς, δεν περίμενα να έχει καθολική ανταπόκριση και με συγκίνησε τρομερά ότι κάποιοι θεατές ήρθαν δύο και τρεις φορές να δουν την παράσταση. Επίσης, με συγκίνησε πως ο ίδιος ο χώρος το αγκάλιασε. Ήταν ασύλληπτο για μένα. Κάνω, λοιπόν, κάποιες δοκιμές συγγραφής, όμως δεν ξέρω αν το προηγούμενο των «Ναυαγών» είναι βοηθητικό γιατί αναγκαστικά μπαίνω σε διαδικασία της σύγκρισης. Όταν το έργο αυτό γράφτηκε, γράφτηκε με άγνοια κινδύνου και χωρίς κάποια πρόθεση να παρασταθεί. Τώρα, δεν είμαι τόσο αθώα. Και νιώθω πως αν γράψω κάτι, θα πρέπει να είναι με τον ίδιο τρόπο που ακολούθησα στους «Ναυαγούς» – διαφορετικά δεν θα είναι εξίσου καλό. Ίσως χρειάζομαι ένα διάστημα να παίξω πιο πολύ, να διαβάσω πιο πολύ, ν’ ακούσω πιο πολύ.

Σκέφτηκες ποτέ να σταματήσεις να παίζεις για να γράφεις ή να σκηνοθετείς;

Το γράψιμο δεν είναι η δουλειά μου. Όμως, ονειρεύομαι να ξαναμπώ σε μια αντίστοιχη διαδικασία – το θέλω πάρα πολύ. Επίσης, δεν είδα τους «Ναυαγούς» αμιγώς επαγγελματικά. Κι αυτό αποδείχθηκε και από την απόφαση μας να μην το επαναλάβουμε παρά την αποδοχή. Ήταν κοινή ανάγκη όλων να το αποχαιρετίσουμε.

«Καλό είναι να δένεσαι και να μην γαντζώνεσαι από τους ανθρώπους. Μου ήταν πολύ δύσκολο να αποδεχτώ ότι σε κάποια πράγματα έπρεπε να είμαι λίγο μόνη», ομολογεί.

Οι αποχαιρετισμοί σου είναι δύσκολοι;

Ναι, με δυσκολεύουν. Δένομαι πάρα πολύ – όταν δένομαι. Είναι δύσκολο να διαχωρίσεις τα θετικά της αφοσίωσης που, είναι η πίστη και το πάθος, με κάτι πιο εξαρτητικό. Καλό είναι να δένεσαι και να μην γαντζώνεσαι από τους ανθρώπους. Μου ήταν πολύ δύσκολο, για παράδειγμα, να αποδεχτώ ότι σε κάποια πράγματα έπρεπε να είμαι λίγο μόνη. Όταν το παίρνω απόφαση, είναι βοηθητικό. Είσαι και μόνος σου στη ζωή: Αυτή είναι η αλήθεια.

Σου κούρδισε καινούργια πράγματα αυτή η νέα δοκιμασία;

Ήταν κομβικό σημείο και το αναγνώριζα πριν συμβεί. Ήταν μεγάλο ρίσκο, όσο και η ηδονή. Θυμάμαι να κατεβαίνω τις σκάλες του Υπογείου, ν’ ακούω τους ηθοποιούς να λένε τα λόγια του έργου και δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό μου. Δεν περίμενα ότι κάτι τέτοιο θα μου συμβεί.

Καλό είναι να δένεσαι και να μην γαντζώνεσαι από τους ανθρώπους. Μου ήταν πολύ δύσκολο να αποδεχτώ ότι σε κάποια πράγματα έπρεπε να είμαι λίγο μόνη

Στη συνείδηση μου, είσαι μια ηθοποιός που, με ήσυχα βήματα, δηλώνει παρούσα. Παίρνεις ρίσκα;

Δεν έχω βρεθεί μπροστά σε κάποιο δίλημμα όπου έκανα πίσω. Από την άλλη, δεν διεκδικώ κάποια προβολή – και δεν το κάνω από συστολή. Όταν μου δίνεται κάτι και με ενδιαφέρει προχωράω σε αυτό. Στο μυαλό μου το ρίσκο είναι προσωπικό κι όχι αναφορικά με το πως θα το κρίνουν οι άλλοι. Ρίσκο είναι να μπαίνω σε άγνωστα νερά. Η υποκριτική είναι ένας ασφαλής χώρος για μένα. Κι έτσι η ζωή μου μοιάζει με έρευνα: Ζω διερευνητικά. Παλιότερα ήμουν πιο ανοιχτή, με τα χρόνια έγινα πιο επιλεκτική, αλλά αυτή είναι η σειρά των πραγμάτων περίπου για όλους.

Είσαι άνθρωπος που διεκδικείς;

Όχι, δεν ξέρω καν πως γίνεται. Όμως, δεν ένιωσα ποτέ και αδικημένη. Δεν ένιωσα ποτέ ότι χαραμίζομαι. Δεν βιάζομαι για κάτι. Έτσι κι αλλιώς, στη δουλειά μας, πάντα υπάρχει χώρος και υλικό να δουλέψεις- είναι μια πολύ δύσκολη τέχνη.

Για το μεγάλωμα της: «Τα εφηβικά μου χρόνια δεν ήταν ευχάριστα – ήμουν πολύ κλειστό παιδί – και το θέατρο έμοιαζε στα μάτια μου με φως στην άκρη του τούνελ. Ήταν για μένα σωτηρία».

Σε αυτά τα κρατήματα που περιγράφεις πιστεύεις ότι έπαιξε ρόλο η ανατροφή σου μέσα στο θέατρο; Σε φόρτισε με πιο χαμηλούς τόνους;

Ίσως, με την έννοια μιας ενοχής του «αφήστε με να παίξω και δεν θα κάνω φασαρία». Ήθελα πάντα να γίνω ηθοποιός κι επειδή μισούσα το σχολείο, υπέφερα. Τα εφηβικά μου χρόνια δεν ήταν ευχάριστα – ήμουν πολύ κλειστό παιδί – και το θέατρο έμοιαζε στα μάτια μου με φως στην άκρη του τούνελ. Ήταν για μένα σωτηρία – δεν ήταν απλώς μια κατάληξη, ήταν επιλογή: Έκανα θέατρο από τα σχολικά μου χρόνια γιατί δεν έβρισκα αλλού χαρά. Κι έτσι όταν μπήκα στη δραματική σχολή ήταν να σαν μου έδωσαν εισιτήριο διαρκείας για το λούνα παρκ. Ένιωθα τρομερή ευγνωμοσύνη που η καθημερινότητα μου είχε αυτό το αντικείμενο. Ήθελα να παίζω και, με αυτήν την έννοια, ήμουν ευγνώμων με το παραμικρό. Αυτό σε συνδυασμό με μια έμφυτη συστολή, μπορεί να με έβαλε σε μια πιο εσωστρεφή διαδικασία. Παρόλα αυτά, αν προέκυπτε κάτι μεγαλύτερο, θα το ακολουθούσα· χωρίς φόβο.

Αποτίναξες αυτήν την εσωστρέφεια στο θέατρο;

Ναι, χωρίς να σημαίνει πως μεταμορφώθηκα. Απλώς, το θέατρο μάλλον με ξεφλούδισε. Άφησε να φανούν οι, πιο μέσα, στοιβάδες μου. Βρήκα ένα χώρο πιο εύκολης κοινωνικοποίησης. Έκανα φίλους με τους οποίους ένιωσα να με συνδέει κάτι οργανικό. Κι επίσης το θέατρο τόνωσε την αυτοπεποίθηση μου και μου όρισε πιο πολύ το κομμάτι της ταυτότητας. Ήμουν ηθοποιός 100%.

Είχε συνέπειες αυτό;

Ασφαλώς. Γιατί αν δεν ήμουν καλή, θα καταστρεφόμουν.

Δεν έχω βρεθεί μπροστά σε κάποιο δίλημμα όπου έκανα πίσω. Από την άλλη, δεν διεκδικώ κάποια προβολή

Σήμερα που έχει απομακρυνθεί η λειτουργία της σωτήριας διαδικασίας μέσα στο θέατρο, πιστεύεις ότι είσαι όντως 100% ηθοποιός ή ότι ήσουν φτιαγμένη για το θέατρο;

Δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί αν οι γονείς μου δεν ήταν ηθοποιοί. Και σε κάθε περίπτωση αισθάνομαι πως ακούγεται αλαζονικό να πω «είμαι φτιαγμένη για το θέατρο». Πιστεύω, πάντως, ότι είμαι καλή στο θέατρο. Συνδέομαι με το θέατρο ανεξαρτήτως ερεθισμάτων, γονιών, περιβάλλοντος. Είμαι καλή κι αυτό δεν κλονίζεται. Το θέατρο είναι πολύ ισχυρό και ζωτικό μέσα μου. Έχω ανασφάλειες, αλλά υπάρχει και κάτι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο στη σχέση με αυτό. Και εδώ αισθάνομαι πως ο χρόνος είναι σύμμαχος μου.

Για τους γονείς της, Ναταλία Τσαλίκη και Γιάννη Μπέζο: «Ασφαλώς και μπορείς να μιμηθείς κάποια πράγματα. Αλλά οι γονείς μου είναι άνθρωποι της προηγούμενης γενιάς, μεγάλωσαν σε μια άλλη εποχή, δεν θα μπορούσα να ακολουθήσω το δρόμο τους. Ακόμα και μεταξύ τους πήραν άλλους δρόμους».

Ήταν σημαντικό για σένα να ορίσεις τον δικό σου προσωπικό χώρο στα πράγματα; Να μην σχετίζεται με τους γονείς σου;

Μα έτσι κι αλλιώς τι εναλλακτική είχα; Το δικό μου δρόμο θα τραβούσα! Ασφαλώς και μπορείς να μιμηθείς κάποια πράγματα. Αλλά οι γονείς μου είναι άνθρωποι της προηγούμενης γενιάς, μεγάλωσαν σε μια άλλη εποχή, δεν θα μπορούσα να ακολουθήσω το δρόμο τους. Ακόμα και μεταξύ τους πήραν άλλους δρόμους. Πάντως, δεν ήμουν αντιδραστική· δεν επιδίωκα να κάνω κάτι που δεν θα τους άρεσε. Εξάλλου, με τα χρόνια έχω καταλάβει ότι είναι εντάξει να διαφέρουμε. Δεν θα ήθελα πάση θυσία να είμαι κάτι άλλο. Κι ότι έγινα, δεν το έκανα με ατζέντα. Γενικά, δεν θα με ‘χαλούσε’ να συμφωνούμε.

Ακούς τη γνώμη τους;

Όχι πολύ. Αλλά δεν υπάρχει και διάθεση συμβουλής από την πλευρά τους. Υπάρχει μεγάλη εμπιστοσύνη. Λέμε την γνώμη μας ο ένας στον άλλον.

Ίχνη τους ακολούθησες;

Νομίζω πως όχι. Μην ξεχνάς ότι ανήκω και σε μια περίεργη γενιά, βγήκα στο θέατρο στην πιο antistar εποχή. Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι πως προσπάθησα να είμαι πιο διακριτική για να αποφύγω κάποια προσβλητικά σχόλια και κριτικές. Μου αρκούσε η λιγότερη έκθεση.

Ακούγεται αλαζονικό να πω «είμαι φτιαγμένη για το θέατρο»

Αισθάνομαι ότι επέλεξες ένα δρόμο μεγαλύτερης ησυχίας, μέσα σε ομάδες, σε μικρότερα θέατρα. Ήταν κληροδότημα και της κρίσης αυτό;

Σίγουρα, το ρεύμα αυτό ήταν πολύ έντονο από το 2010 μέχρι πολύ πρόσφατα: Να γίνονται τόσες παραστάσεις στο πλαίσιο ομάδων, με ελάχιστες απολαβές. Ναι μεν δεν βιοποριζόμασταν από την δουλειά μας, αλλά, την ίδια ώρα, δεν υπήρχε και η ενοχή του «πρέπει να σε πάρει τηλέφωνο ο σκηνοθέτης ή ο παραγωγός». Είχαμε το θράσος να κάνουμε κάτι μεταξύ μας, και, για μένα, θυμάμαι η ομάδα ήταν ζωτικής σημασίας εκείνα τα χρόνια. Αυτός ήταν ο άξονας μου. Από την άλλη, δεν ξέρω αν η έννοια της ησυχίας είναι ακριβής.

Δηλαδή;

Όταν μια παράσταση παίζεται σε ένα μικρό θέατρο δεν σημαίνει ότι δεν θέλει να επικοινωνήσει. Ίσα – ίσα, η δυσκολία και η έκθεση των παραστάσεων μας ήταν μεγάλη. Μπαίναμε σε ερευνητικές διαδικασίες που δεν ξέραμε αν θα είναι αποδεκτές και με επίγνωση ότι μάλλον δεν θα είναι. Κι αυτό με βοήθησε να καταλάβω πως δεν είναι απαραίτητο να αρέσεις. Υπάρχει και κάτι άλλο που σε ωθεί να κάνεις θέατρο, αλλιώς η τέχνη μας θα βαλτώσει. Ήθελα να μην έχω ανάγκη το «μπράβο» για να είμαι πιο ελεύθερη.

Για τις συνεργασίες της: «Είναι όλο και λιγότεροι οι άνθρωποι που εκτιμώ, γιατί μεγαλώνω κι εγώ και είμαι πιο διαυγής».

Πιστεύεις τώρα ότι είσαι πιο ελεύθερη και πιο δυνατή;

Αισθάνομαι πιο δυνατή, ναι. Μπορώ να πω πιο εύκολα «δείτε με». Η ελευθερία είναι βαριά λέξη.

Οι διακρίσεις σε ησύχασαν κάπως;

Η βράβευση είναι λίγο βίαια. Βάζει μαζί τους βραβευμένους και τους μη. Πάντα με τάραζε η ιδέα του βραβείου. Μου προκαλούσε αμηχανία. Ειδικά για το βραβείο Μερκούρη, είχα μπει στη σκέψη αν πρέπει να το δεχτώ ή όχι. Τελικά, μου φάνηκε πιο αλαζονικό αν το αρνούμουν.

Δεν ήμουν αντιδραστική· δεν επιδίωκα να κάνω κάτι που δεν θα άρεσε στους γονείς μου. Με τα χρόνια έχω καταλάβει ότι είναι εντάξει να διαφέρουμε

Κανείς θα περίμενε ότι ένα βραβείο έρχεται ως κατοχύρωση μιας διαδρομής. Κι όμως, εσύ αισθάνθηκες ενοχική απέναντι σε αυτό.

Ναι, γιατί βαθιά μέσα μου δεν πιστεύω ότι κανείς χρειάζεται αυτήν την κατοχύρωση. Επιπλέον, πιστεύω ότι ένα βραβείο περιορίζει. Θα ήταν ωραίο οι νέοι άνθρωποι να ενισχύονται αλλιώς – οικονομικά ναι, αλλά αλλιώς. Πόσο μάλλον, στο θέατρο που είναι τόσο υποκειμενικά τα πράγματα. Τα βραβεία μας βάζουν σε διαδικασίες περιττές και δημιουργούν ένα ψευδοσταρ σύστεμ σε μια χώρα που, έτσι κι αλλιώς, σκουντουφλάμε ο ένας πάνω στον άλλον. Το μόνο που έχει σημασία έχει να σε εκτιμούν στο χώρο σου.

Αισθάνεσαι πως σε εκτιμούν;

Ναι. Τουλάχιστον οι συμπαίκτες μου.

«Είναι χάλια να παίζεις σε μια παράσταση που είσαι καλύτερη από τους άλλους» παραδέχεται.

Θα μπορούσες να δουλέψεις με ανθρώπους που δεν πολυεκτιμάς;

Το έχω κάνει για βιοποριστικούς λόγους, αλλά προσπαθώ να το αποφεύγω. Φυσικά δεν εννοώ να συνεργάζομαι με κάποιο καθίκι. Είναι όλο και λιγότεροι οι άνθρωποι που εκτιμώ, γιατί μεγαλώνω κι εγώ και είμαι πιο διαυγής. Πάντως, είναι τέλειο να παίζεις με ηθοποιούς καλύτερους από σένα.

Το επιδιώκεις;

Εννοείται! Είναι δώρο να μπαίνεις σε μια πρόβα ταλαντούχων ηθοποιών. Κι από την άλλη, είναι χάλια το συναίσθημα να παίζεις σε μια παράσταση που είσαι καλύτερη από τους άλλους. Οι σκηνοθέτες που εκτιμώ είναι λίγοι, οι ηθοποιοί είναι περισσότεροι.

Αυτό είναι το κριτήριο στις επιλογές σου; Γιατί, φαντάζομαι, πως θα είχες και προτάσεις για παραστάσεις μεγαλύτερης κλίμακας.

Καταρχάς, μια παράσταση που θα γίνει με πειραματική ταμπέλα δεν την φέρνει αναγκαστικά πιο κοντά σε μένα. Μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο. Μπορεί να επιλέξω κάτι πιο εξωστρεφές και να έχω δουλέψει με μεγάλη ελευθερία γι’ αυτό. Θεωρώ πως θα μπορούσα άνετα να συμπορευτώ – ανεξαρτήτως προσήμου- με οποιονδήποτε είναι καλός και καθαρός στον τρόπο δουλειάς του.

Ήθελα να μην έχω ανάγκη το «μπράβο» για να είμαι πιο ελεύθερη

Βλέπεις με θετικό μάτι μια μεγάλη παραγωγή σε κεντρική σκηνή;

Δεν με πειράζουν τα, μεγαλύτερου βεληνεκούς, πράγματα. Έτσι κι αλλιώς, έχουν αμβλυνθεί πολύ αυτές οι ταμπέλες.

΄Αρα είναι σύμπτωση που δεν το έχεις επιχειρήσει μέχρι τώρα;

Μα βγήκα σε περιοδεία με τον «Προμηθέα», εκεί συνάντησα και το μεγάλο κοινό. Και να φέτος, θα είμαι στο Εθνικό Θέατρο.

Σε ένα θέατρο 1.000 θέσεων θα έπαιζες; Θα διαχειριζόσουν αυτήν την έκθεση;

Εξαρτάται. Αν το εγχείρημα και η συνεργατική ομάδα μου άρεσε, γιατί όχι;

Της αρέσει το πειραματικό θέατρο; «Μια παράσταση που θα γίνει με πειραματική ταμπέλα δεν την φέρνει αναγκαστικά πιο κοντά σε μένα. Μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο» απαντά.

Στον «Βάνια» τι σε έλκει: Ο ρόλος, ο κόσμος, η ερευνητική διάθεση του Δημήτρη Καραντζά;

Λατρεύω το έργο, βρίσκεται σταθερά μέσα στα πολύ αγαπημένα μου. Είναι ένα έργο που δεν θα προδώσει τον ηθοποιό· δεν μπορώ να φανταστώ πως το έγραψε ο Τσέχωφ, με συναρπάζει ο αντι-ηρωισμός του και στοιχηματίζω πως θα είναι και ψυχοφθόρο να δουλεύουμε καθημερινά πάνω σε αυτό. Επιπλέον, δεν είχα συνεργαστεί ξανά με το Δημήτρη Καραντζά και είναι πολύ ενδιαφέρον που γίνεται με αυτό το έργο, το οποίο ξέρω ότι έχει μελετήσει. Την ίδια ώρα, ο θίασος είναι υπέροχος.

Τι σε συγκινεί πιο πολύ στην αφήγηση του Τσέχωφ;

Ότι μιλάει για το μη ατομικό – όλα είναι συλλογικά εδώ. Το «εγώ» συρρικνώνεται μέσα στο «Βάνια», είναι ένα έργο που διαστέλλει το τίποτα. Δεν στέκεται στα γεγονότα, δεν λυτρώνεται πουθενά, δεν είναι καν δραματικό. Είναι μια δραματουργική περιοχή πολύ λεπτή, πολύ ειδική. Όλοι οι ήρωες είναι τρομερά σύνθετοι και απελπισμένοι με έναν καθόλου κραυγαλέο τρόπο. Η μόνη παρηγοριά της αφήγησης είναι η σχέση της Σόνια με το Βάνια. Γενικά, όλοι μοιάζουν να μην μπορούν ν’ αγαπηθούν. Και το χειρότερο είναι πως έχουν επίγνωση της κατάστασης τους. Το σκέφτομαι αυτό γιατί και στην εποχή μας είναι πολύ δύσκολο να έρθουμε σε επαφή με την αγάπη. Έχουμε πολλούς τρόπους διάσπασης.

Τα βραβεία μας βάζουν σε διαδικασίες περιττές και δημιουργούν ένα ψευδοσταρ σύστεμ σε μια χώρα που, έτσι κι αλλιώς, σκουντουφλάμε ο ένας πάνω στον άλλον. Το μόνο που έχει σημασία έχει να σε εκτιμούν στο χώρο σου

Όλη σου η ζωή – οικογενειακή, επαγγελματική, συντροφική – περιστρέφεται γύρω από το θέατρο. Αισθάνεσαι ποτέ εγκλωβισμένη σε αυτόν τον κόσμο, ώστε να μην παρακολουθείς με καθαρό βλέμμα και την υπόλοιπη ζωή;

Δεν είμαι όσο πολιτικοποιημένη και ενεργή θα ήθελα ή όσο είναι άλλοι. Πιο πολύ κλείνω τα μάτια νιώθοντας ασφάλεια μέσα στο προσωπικό μου περιβάλλον, παρά λόγω της μυθολογίας της δουλειάς. Αλλά δεν μπορώ να αγνοήσω αυτό που γίνεται όσο και να προσπαθήσω. Είμαστε μέσα στην κοινωνία, θέλοντας και μη.

Αισθάνεσαι ασφάλεια σε μια δουλειά που είναι ορισμένη από την ανασφάλεια;

Έχει την περιπέτεια του το θέατρο – κι αυτό είναι συναρπαστικό. Όμως, ξέρω πως δεν θα μου προσφέρει ποτέ μια ασφάλεια οποιουδήποτε άλλου είδους.

Τηλεόραση, θα κάνει; «Δεν με ενθουσιάζει η ιδέα να με δω στην τηλεόραση και πιστεύω δεν θα το έκανα καλά. Είναι μια άλλη τέχνη, με άλλους ρυθμούς. Ο τρόπος που γίνονται οι σειρές είναι βίαιος» τονίζει.

Η τηλεόραση προσφέρει μια κάποια ασφάλεια, όμως, εσύ ανήκεις στις εξαιρέσεις των ηθοποιών που δεν κάνουν τηλεόραση. Αντιστέκεσαι στη φθορά;

Πράγματι, η τηλεόραση θα μπορούσε να προσφέρει μια οικονομική ασφάλεια και κανείς δεν μπορεί να το απαξιώσει αυτό. Ωστόσο, δεν μου εμπνέει περιέργεια. Δεν με ενθουσιάζει η ιδέα να με δω στην τηλεόραση και πιστεύω δεν θα το έκανα καλά. Είναι μια άλλη τέχνη, με άλλους ρυθμούς. Ο τρόπος που γίνονται οι σειρές είναι βίαιος. Οι αμοιβές των σίριαλ θα ήταν ένα δέλεαρ, όμως από την άλλη δεν βρίσκομαι και στους πέντε δρόμους. Συνεπώς, δεν θα ήθελα να κάνω κάτι επαγγελματικά μόνο για τα χρήματα. Θα προτιμούσα ν’ ακούσω ηθοποιούς να λένε πως κάνουν τηλεόραση επειδή τους αρέσει. Για την ώρα, ακούω ότι «τι να κάνω, πήγα κι εκεί» κι αυτό με θλίβει πολύ. Βέβαια αν, κάποια στιγμή, αποκτήσω οικογένεια και έχω μεγαλύτερες ανάγκες ίσως μπω κι εγώ στους τηλεοπτικούς κύκλους. Όμως, αν έγινα ηθοποιός ήταν για να κάνω μια δουλειά όπου δεν βαρυγκωμώ. Πιστεύω ότι η τηλεόραση δεν θα μου προσφέρει μια απόλαυση. Στο θέατρο, πάλι, κάνω πράγματα που μου αρέσουν.

Θα προτιμούσα ν’ ακούσω ηθοποιούς να λένε πως κάνουν τηλεόραση επειδή τους αρέσει. Για την ώρα, ακούω ότι «τι να κάνω, πήγα κι εκεί»· κι αυτό με θλίβει πολύ

Απομάγευση στο θέατρο έπαθες; Το ρωτώ και σε σχέση με τα τεκταινόμενα αποκάλυψης των κακοποιητικών συμπεριφορών.

Όσες φορές δυσφόρησα σε συνεργασίεςμ ήμουν καλά προετοιμασμένη. Δεν δούλεψα ποτέ με κάποιον που ήταν ακραίος – με μια εξαίρεση όπου άγγιζε τα όρια της γελοιότητας, παρά του φόβου.

Δεν αποδόμησες πρόσωπα δηλαδή;

Δεν πήγαινα ποτέ για να προσκυνήσω κάποιον γκουρού. Δεν είχα είδωλα, κάποιον έμπειρο καλλιτέχνη που να θαυμάζω άκριτα, ώστε να φάω κατραπακιά.

«Μου αρέσει πολύ που μεγαλώνω· όσο μεγαλώνω είμαι πιο καλά» εξηγεί.

Από τότε που οι γυναίκες έχουν αρχίσει να μιλάνε, να καταγγέλλουν, να φτάνουν σε αστυνομικά τμήματα, αυτά τα δύο χρόνια εκκίνησης ενός διαλόγου, αισθάνεσαι πιο ασφαλής ως γυναίκα;

Ναι, είναι αρκετά ανακουφιστικό να είμαστε πιο υποψιασμένες. Και αισθάνομαι πως, σχετικά με την πατριαρχική δομή, υπάρχουν πράγματα που κι εγώ αντιλαμβάνομαι διαφορετικά. Αχνοφαίνεται μια παραπάνω ελευθερία· παρόλα αυτά ενθαρρύνεται και το κομμάτι straight ανδρών που δυσφορεί με τις γυναίκες οι οποίες διεκδικούν έναν άλλο τρόπο, ακόμα και πιο politically correct. Γιατί οι γυναίκες να μην ενοχλούνται όταν αναφέρονται σε αυτές με σεξιστικούς όρους; Γιατί η ηθοποιός πρέπει να είναι ωραία και σέξι; Γιατί οι δημοσιογράφοι να διαχειρίζονται θέματα metoo ενώ πριν από δέκα χρόνια διαχειρίζονταν σε άλλες εκπομπές γυναίκες σαν προσούτα στο κρεοπωλείο;

Αισθάνεσαι πως όλο αυτό ενέχει και κινδύνους;

Ναι, να απαξιωθεί ως μια μόδα. Αλλά δεν μπορεί να μην αφήσει τίποτα. Διαμορφώνεται ένα νέο λεξιλόγιο. Το επείγον είναι να καταλάβουμε πως ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει για καλό – άρα δεν πρέπει να γίνει αφορμή διχασμού. Ας πάρουν οι μεν τους δε από το χέρι να αλληλοβοηθούμε.

Γιατί κάποιοι δημοσιογράφοι να διαχειρίζονται θέματα metoo, ενώ πριν από δέκα χρόνια διαχειρίζονταν σε άλλες εκπομπές γυναίκες σαν προσούτα στο κρεοπωλείο;

Υπάρχουν άλλα πράγματα στα οποία αντιστέκεσαι, από φιλοσοφική θέση;

Θα ήθελα να διαφυλάσσω περισσότερα από τη ζωή μου, να μην έχω καμία επαφή με τα social media. Επίσης, θα ήθελα να διαφυλάξω τη σχέση μου με τον χρόνο. Μου αρέσει πολύ που μεγαλώνω, όσο μεγαλώνω είμαι πιο καλά.

Τι συνέβη όταν ήσουν μικρή;

Δεν έχω περάσει κάτι τραυματικό στην παιδική μου ηλικία, αλλά δεν ήμουν και εντελώς ξέγνοιαστη. Δεν ξέρω γιατί. Οπότε δεν νοσταλγώ και πολλά. Από τότε που ενηλικιώθηκα νιώθω καλύτερα. Αισθάνομαι πιο δυνατή, λίγο πιο άφοβη. Δεν έχω αντίληψη για την ζωή μιας πρώτης νιότης. Να φανταστείς, πως δεν έχω πάρει καν δίπλωμα οδήγησης! Η υπαρξιακή μου ηλικία είναι γύρω στα 38-40 από πάντα. Αν και νιώθω πολύ νέα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Η Ηρώ Μπέζου πρωταγωνιστεί στο «Θείο Βάνια» του Αντόν Τσέχωφ που ανεβαίνει στο θέατρο Προσκήνιο (Καπνοκοπτηρίου 8). Η παράσταση κάνει πρεμιέρα στις 26 Οκτωβρίου.

Συμπρωταγωνιστούν: Χρήστος Λούλης, Ξένια Καλογεροπούλου, Μανώλης Μαυροματάκης, Θεοδώρα Τζήμου, Ηρώ Μπέζου, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Μαρία Φιλίνη, Αντώνης Αντωνόπουλος. 

Ευχαριστούμε θερμά τo εστιατόριο Cookoovaya (Χατζηγιάννη Μέξη 2Α, Χίλτον, 210-7235005) για την φιλοξενία της φωτογράφισης.

Περισσότερα από Πρόσωπα