ΧΑΠ: Το πρόβλημα της υποδιάγνωσης και η ανάγκη για ισότιμη πρόσβαση στη φροντίδα
Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια παραμένει μία νόσος όπου μεγάλος αριθμός ασθενών παραμένει αδιάγνωστος και εκτός οργανωμένης παρακολούθησης.
Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο υποεκτιμημένες προκλήσεις για τα συστήματα υγείας, με μεγάλο αριθμό ασθενών να παραμένει αδιάγνωστος και εκτός οργανωμένης παρακολούθησης. Στην Ελλάδα, υπολογίζεται ότι περίπου το 8,5% του πληθυσμού ζει με ΧΑΠ, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο συγκαταλέγεται στις τρεις κυριότερες αιτίες θανάτου, με το κάπνισμα να διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο ως παράγοντας κινδύνου.
Την ίδια ώρα, τα ευρήματα από δράσεις πρόληψης και ελέγχου καταδεικνύουν ότι η νόσος συχνά διαγιγνώσκεται καθυστερημένα, ενώ η πνευμονική αποκατάσταση, παρά τα αποδεδειγμένα οφέλη της, δεν είναι ακόμη διαθέσιμη σε όλους τους ασθενείς. Σε αυτό το περιβάλλον, η αξιοποίηση δεδομένων από την καθημερινή κλινική πράξη και η συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τη χάραξη αποτελεσματικών πολιτικών υγείας.
Τα παραπάνω ζητήματα αναδείχθηκαν στο πλαίσιο ενημερωτικής πρωτοβουλίας της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, που πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Chiesi Hellas και τη συμμετοχή εκπροσώπων της Πολιτείας, της επιστημονικής κοινότητας και των συλλόγων ασθενών.

Από αριστερά: Νίκη Λυμπεράκη, δημοσιογράφος
Μπάμπης Καραθάνος, Ειδικός Σύμβουλος Υπουργού Υγείας για θέματα Φαρμακευτικής Πολιτικής
Αφροδίτη Μπούτου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πνευμονολογίας του ΑΠΘ και Υπεύθυνη της Ομάδας Εργασίας «Φυσιολογία & Παθοφυσιολογία Αναπνευστικού – Πνευμονική Κυκλοφορία – Αποκατάσταση» της ΕΠΕ
Ανδριάνα Παπαϊωάννου, Επίκουρη Καθηγήτρια Πνευμονολογίας του ΕΚΠΑ και Υπεύθυνη της Ομάδας Εργασίας «Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια» της ΕΠΕ
Κωνσταντίνα Δίπλα, Εργοφυσιολόγος και Καθηγήτρια στο ΤΕΦΑΑ Σερρών του ΑΠΘ
Άννα Χρηστάκου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Φυσικοθεραπείας του ΠΑΠΕΛ και Συντονίστρια του Επιστημονικού Τμήματος Καρδιοαγγειακής & Αναπνευστικής Φυσικοθεραπείας – Αποκατάστασης του Πανελληνίου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών
Ηλίας Πυρνοκόκης, Head of Value, Access & External Affairs της Chiesi Hellas
Η έγκαιρη διάγνωση ως κρίσιμος παράγοντας
Ο κ. Πέτρος Μπακάκος, Καθηγητής Πνευμονολογίας ΕΚΠΑ και Γενικός Γραμματέας της ΕΠΕ, περιέγραψε το μέγεθος της πρόκλησης: «Η ΧΑΠ αποτελεί την 3η αιτία θανάτου παγκοσμίως ενώ το ποσοστό των Ελλήνων που πάσχουν από ΧΑΠ ανέρχεται στο 8.5% του πληθυσμού. Ο κυριότερος προδιαθεσικός παράγοντας για τη νόσο είναι το κάπνισμα. Καθώς πρόκειται για εξελικτική νόσο, η έγκαιρη διάγνωση της νόσου αποτελεί το σημαντικότερο βήμα για τη θεραπευτική διαχείριση. Και αυτό διότι η πρωταρχική και ίσως η μοναδική παρέμβαση που αποτρέπει την εξέλιξη της νόσου είναι η διακοπή του καπνίσματος. Από τις μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις η σημαντικότερη είναι η πνευμονική αποκατάσταση, για την οποία υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που επιβεβαιώνουν την αξία της στη βελτίωση της ικανότητας για άσκηση και της ποιότητας ζωής των ασθενών με ΧΑΠ.»
Η συζήτηση για την έγκαιρη διάγνωση ανέδειξε τόσο τα υφιστάμενα κενά όσο και τις δυνατότητες που δημιουργούνται μέσα από πιο οργανωμένες πολιτικές πρόληψης.
Η συμβολή της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας
Η κ. Χριστίνα – Μαρία Κράββαρη, Γενική Γραμματέας Δημόσιας Υγείας, υπογράμμισε ότι η ΧΑΠ συνιστά μια πολυπαραγοντική πρόκληση με έντονες κοινωνικές διαστάσεις. Όπως ανέφερε, η Πολιτεία δίνει έμφαση στην πρόληψη, την έγκαιρη ανίχνευση και τη βελτίωση της πρόσβασης, με την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο.
Οι παράγοντες που καθυστερούν τη διάγνωση
Η κ. Νικολέττα Ροβίνα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πνευμονολογίας και Ειδική Γραμματέας της ΕΠΕ, αναφέρθηκε στις λανθασμένες αντιλήψεις γύρω από τη νόσο, οι οποίες λειτουργούν αποτρεπτικά για την έγκαιρη διάγνωση. Όπως εξήγησε, η συστηματική διερεύνηση παραγόντων κινδύνου και η αξιοποίηση εργαλείων όπως η σπιρομέτρηση μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στην πρώιμη ανίχνευση.
Τα στοιχεία από την πρόληψη αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος
Ο κ. Χαράλαμπος Μόσχος, Πνευμονολόγος–Φυματιολόγος, Διευθυντής ΕΣΥ στο ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία» και Μέλος του Δ.Σ. της ΕΠΕ, παρουσίασε τα αποτελέσματα του προγράμματος προληπτικού ελέγχου της ΕΠΕ, το οποίο το 2025 υλοποιήθηκε σε 15 Νομούς και 39 Δήμους. Συνολικά εξετάστηκαν 1.943 πολίτες, με το 10% να εμφανίζει ευρήματα αποφρακτικών νοσημάτων χωρίς προηγούμενη διάγνωση, στοιχείο που καταδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης των δράσεων πρόληψης.
Στην πρόταση για σύζευξη προγραμμάτων πρόληψης με τη λειτουργία των Ιατρείων Διακοπής Καπνίσματος αναφέρθηκε η κ. Παρασκευή Κατσαούνου, Καθηγήτρια Πνευμονολογίας και Μέλος του Δ.Σ. της ΕΠΕ. Η κ. Κατσαούνου επισήμανε ότι οι συχνές επισκέψεις – 5 τουλάχιστον συνεδρίες – που προβλέπει το πρόγραμμα διακοπής καπνίσματος, δημιουργούν θεραπευτική σχέση μεταξύ του καπνιστή και του πνευμονολόγου, καθώς και το κατάλληλο πλαίσιο για την εφαρμογή προληπτικού ελέγχου. Συγκεκριμένα, λαμβάνεται ιατρικό ιστορικό,
γίνεται πλήρης λειτουργικός έλεγχος της αναπνευστικής λειτουργίας (PFTs), εξηγείται το όφελος του ελέγχου με αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης (LDCT) και στις τελευταίες συνεδρίες αξιολογούνται τα ευρήματα των εξετάσεων, οι οποίες γίνονται σε προγραμματισμένα ραντεβού με υποβοήθηση. Όπως τόνισε, τα πρώιμα αποτελέσματα του Ιατρείου Διακοπής Καπνίσματος της Μονάδας Πνευμονολογίας και Αναπνευστικής Ανεπάρκειας της Α΄ΚΕΘ του ΓΝΑ «Ευαγγελισμός» δείχνουν ότι το σύνολο σχεδόν των καπνιστών αποδέχθηκε τον προληπτικό έλεγχο (LDCT, PFTs), κάτι που οδήγησε σε πρώιμη διάγνωση καρκίνου στο 1,6% των καπνιστών και σε πρωτοδιάγνωση ΧΑΠ, άσθματος και στεφανιαίας νόσου σε ποσοστό 5%, 3,3% και 4,2% των καπνιστών αντίστοιχα.
Η οπτική των ασθενών
Ο κ. Δημήτρης Κοντοπίδης, Πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Ασθενών με Πνευμονολογικά Νοσήματα «ΑΝΑΣΑ» και European Lung Foundation Chair, ανέδειξε την εμπειρία των ασθενών, επισημαίνοντας ότι τα συμπτώματα της ΧΑΠ συχνά υποτιμώνται ή θεωρούνται φυσιολογικά, γεγονός που οδηγεί σε καθυστερημένη διάγνωση και επιβαρύνει την πορεία της νόσου.
Πνευμονική αποκατάσταση: βασικός πυλώνας φροντίδας
Η δεύτερη ενότητα της εκδήλωσης εστίασε στην πνευμονική αποκατάσταση, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής αντιμετώπισης της ΧΑΠ. Ο κ. Μπάμπης Καραθάνος, Ειδικός Σύμβουλος Υπουργού Υγείας για θέματα Φαρμακευτικής Πολιτικής, επεσήμανε ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα τεκμηριωμένη παρέμβαση, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη για ανάπτυξη δομών και θεσμική κατοχύρωση. Η κ. Αφροδίτη Μπούτου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πνευμονολογίας του ΑΠΘ και Υπεύθυνη της Ομάδας Εργασίας «Φυσιολογία & Παθοφυσιολογία Αναπνευστικού – Πνευμονική Κυκλοφορία – Αποκατάσταση» της ΕΠΕ, ανέφερε ότι η πνευμονική αποκατάσταση περιλαμβάνει εξατομικευμένα προγράμματα άσκησης και αναπνευστικής φυσικοθεραπείας, τα οποία συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στη μείωση των επιπλοκών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη θεσμοθέτησης και αποζημίωσης αυτών των υπηρεσιών.
Σύμφωνα με την κ. Κωνσταντίνα Δίπλα, Εργοφυσιολόγο και Καθηγήτρια στο ΤΕΦΑΑ Σερρών του ΑΠΘ,τα πιλοτικά προγράμματα σε τοπικές κοινότητες οδήγησαν σε σημαντικές βελτιώσεις στη φυσική κατάσταση των ασθενών, με αύξηση της αερόβιας ικανότητας έως 20–23%, καθώς και σε μείωση της δύσπνοιας και των επιπέδων άγχους και κατάθλιψης.
Η σημασία των δεδομένων και η συμβολή της Chiesi
Ο κ. Ηλίας Πυρνοκόκης, Head of Value, Access & External Affairs της Chiesi Hellas, σημείωσε: «[…] τα πιλοτικά προγράμματα πνευμονικής αποκατάστασης παράγουν κρίσιμα δεδομένα πραγματικού κόσμου, τα οποία τεκμηριώνουν τα οφέλη για τους ασθενείς και μπορούν να υποστηρίξουν τη μετάβαση σε πιο αποτελεσματικές πολιτικές υγείας. […] για τη Chiesi η αξιοποίηση αυτών των δεδομένων αποτελεί βασικό πυλώνα για την επόμενη ημέρα στη φροντίδα της ΧΑΠ και τη διαμόρφωση ενός βιώσιμου, δομημένου πλαισίου πνευμονικής αποκατάστασης.»
Το επόμενο βήμα για το σύστημα υγείας
Το βασικό συμπέρασμα που προέκυψε είναι ότι η αντιμετώπιση της ΧΑΠ απαιτεί συντονισμένη προσέγγιση σε όλα τα επίπεδα. Η έγκαιρη διάγνωση και η πνευμονική αποκατάσταση αποτελούν δύο αλληλένδετους άξονες, που προϋποθέτουν ενίσχυση των δομών, συνεργασία φορέων και διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης για όλους τους ασθενείς.