Συν & Πλην: «Grauts» στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου
Προσθήκη ως αγαπημένη πηγήΜια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για την «Grauts» που ανέβηκε στην Πειραιώς 260 για το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μαυριτσάκη.
Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην GoogleElvis has left the building. Λίγες ημέρες μετά το θάνατο του θρύλου της rock and roll – γεγονός που μας τοποθετεί στο σωτήριον έτος 1977 – ένας δημοφιλής και ισχυρός δημοσιογράφος προσκαλεί στο στούντιο ενός, όπως όλα δείχνουν, late night show – την αρχηγό του Τάγματος της Αντίστροφης Εικόνας. Η ίδια ισχυρίζεται πως πρόκειται για ένα κίνημα, τα στοιχεία δείχνουν πως πρόκειται για μια πνευματική σέχτα, στο όνομα της οποίας έχουν μόλις αυτοκτονήσει 32 άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων των ανήλικων παιδιών τους που σκότωσαν προηγουμένως οι ίδιοι. Η γυναίκα γεμάτη δυναμισμό, θράσος και αλαζονεία, δεν κρύβει πως συνδέεται με ακροδεξιές ιδεολογίες, εντούτοις, αρνείται κάθε εμπλοκή στο μαζικό θάνατο των ακολούθων της. «Εγώ τους δίνω εργαλεία για να ανακατευθύνουν την πραγματικότητα τους», επιμένει παρά τις πιεστικές ερωτήσεις του, επίσης, δυναμικού, επίσης είρων και αλαζόνα δημοσιογράφου.
Πολλά συμβαίνουν εκείνη την εποχή, εκτός από τη μαζική αυτοκτονία και το αιφνίδιο θάνατο του Έλβις Πρίσλεϊ. Ο Τίμοθι Λίρι, ο γνωστός Αμερικανός ψυχολόγος πειραματίζεται με ομάδες επιστημόνων αλλά και οπαδών του στην χρήση και λειτουργία ψυχοτρόπων και παραισθησιογόνων ουσιών, με κύριο το LSD, προκαλώντας την οργή του τότε προέδρου, Ρίτσαρντ Νίξον. Όπως και ο Λίρι, έτσι και μια σειρά από άγνωστους πνευματικούς γυρολόγους, ευαγγελίζονταν και κήρυταν, κατά το δοκούν, την αποδέσμευση της ανθρώπινης σκέψης από την επιβαλλόμενη κανονικότητα. Μια, περίπου, τέτοια προσωπικότητα είναι και η αρχηγός της σέχτας, αμφιλεγόμενη και μάλλον επικίνδυνη, υποστηρίζοντας ότι προετοιμάζει τους ακόλουθους της για τη στιγμή που θα τους αποκαλυφθεί ο εαυτός τους. Καπηλεύεται, δηλαδή, με τα λεγόμενα της τη Θεωρία της Χάριτος, όπου η σωτηρία της ψυχής δεν είναι μόνο θεϊκό έργο, αλλά και μια καθαρτική προσπάθεια από πλευράς του ανθρώπου.
Η συνέντευξη αυτή φαίνεται πως αποτελεί τη θρυαλλίδα για την “αποκάλυψη” του δημοσιογράφου όσο και του “πραγματικού’ προσώπου της αρχηγού. Σε ένα έργο που ξεκινάει υπό μια ρεαλιστική φόρμα για να πετάξει πολύ γρήγορα αυτό το ένδυμα και να ντυθεί στο θέατρο του παραλογισμού, του σουρεαλισμού, της αχαλίνωτης φαντασίας, σαν μια παραισθητική εμπειρία ή ένα ψυχολογικό γκρεμό που θα μπορούσαν να έχουν τροφοδοτήσει καταχρήσεις ναρκωτικών. Το νέο έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη, 11 χρόνια μετά την παράσταση – τομή που σκηνοθέτησε ο Θάνος Παπακωνσταντίνου πάνω στο δικό του κείμενο «Μετατόπιση προς το ερυθρό» – καταπιάνεται (από άλλο δρόμο) με την αποσύνδεση του ατόμου από την προηγούμενη ζωή του και το αίτημα ή την επιθυμία επαναπροσέγγισης του κόσμου.
Οι απαιτητικές δραματουργίες του Γιάννη Μαυριτσάκη, που σχεδόν τορπιλίζουν τη φόρμα και το ύφος είναι δεδομένες, πόσο μάλλον όταν οι ήρωες του δεν είναι ήρωες, αλλά σχήματα και αρχετυπικές δυνάμεις. Αυτό το μοτίβο υπηρετεί και στο «Grauts» και πάλι με διάθεση εσχατολογική και πάλι με μια βασανιστική αναρώτηση για τη διαχείριση του μέλλοντος μας ως θνητά πλάσματα. Μέχρι εδώ, δηλαδή, μέχρι την αρχική ιδέα και πρόθεση του κειμένου, όλα καλά. Το πυκνό, δυσνόητο και εσωστρεφές έργο κατά την ανάπτυξη του οδηγεί σε ένα παραληρηματικό (γι’ αυτό και ανατρεπτικό) θέατρο που, θαρρείς πως δεν θέλει να λάβει υπόψιν το θεατή. Η πρωταγωνιστική ομάδα που ανταποκρίνεται με αυταπάρνηση, η μουσική και η προσεγμένη αισθητική της παράτασης βοηθούν στην παρακολούθηση της.

Η Κλεοιπάτρα Μάρκου στο ρόλο της αρχηγού σέχτας.
Ομολογουμένως το θέατρο του Γιάννη Μαυριτσάκη, ακόμα κι όταν το σκηνοθετεί κάποιος άλλος, είναι ένα θέατρο που, από γραφής, βρίθει εκπλήξεων. Το ίδιο συμβαίνει και στο «Grauts» όπου τα υφολογικά ερεθίσματα διαδέχονται το ένα το άλλο και η πρωταγωνιστική ομάδα διαρκώς προσαρμόζεται σε νέα παραστατικά δεδομένα. Της ομάδας ηγούνται – και λόγω ρόλων, αλλά και επιδόσεων – ο Μιχάλης Βαλάσογλου και η Κλεοπάτρα Μάρκου. Ο πρώτος έχει αποδείξει ξανά πως είναι ένας ηθοποιός πολυεργαλείο, τόσο υποκριτικά όσο και σωματικά, γεγονός που επιβεβαιώνει και εδώ βάζοντας μπροστά μια απολαυστική εξωστρέφεια ως τηλεοπτικός showman, αλλά και μια αξιοθαύμαστη σωματική ευρωστία όταν η ερμηνεία του περνάει στο μέτωπο του παραλόγου. Τις ίδιες αρετές μπορούμε να διακρίνουμε και στην Κλεοπάτρα Μάρκου για την αμεσότητα και το σκηνικό της σθένος, μαζί με το φωνητικό της ταλέντο. Οι δύο τους συνθέτουν ένα άψογα καλοκουρδισμένο ζευγάρι, μολονότι οι ρόλοι που αρχικά υποδύονται στη συνέχεια φθίνουν, γίνονται ακατανόητα σχήματα και τους στερούν από μια κάποια ολοκλήρωση των ερμηνειών τους. Πολύτιμη είναι και η παρουσία των χορευτών Μαρίας Βούρου, Ελένης Καστανιώτη και Σταύρου Κώττα που συνδράμουν τα μάλα προς το κωμικό και, εν συνεχεία, σουρεαλιστικό ύφος του έργου. Μεγάλη ζωτικότητα, ειδικά εκεί που η παράσταση και το έργο έχει χάσει το ενδιαφέρον της, δίνει η παρουσία του Μπλέιν Ρέϊνινγκερ και των τριών εκπληκτικών μουσικών που τον συνοδεύουν: Δημήτρης Κουλεντιανός, Γιώργος Κωνσταντελάκης, Στράτος Παπαϊωάννου.
Η αισθητική της παράστασηςΤο εικαστικό σύμπαν της παράστασης είναι, από την πρώτη σκηνή, ελκυστικό. Αφενός για την πολύ ωραία αναπαράσταση εποχής, την πιστότητα στην προσέγγιση στησίματος των αμερικανικών τηλεοπτικών στούντιο – η σκηνογραφία είναι της Κατερίνας Βλάχμπεη – όσο και των τυπικών αλλά fun 70s κοστουμιών, όπως τα έχει επιμεληθεί η Εύα Γουλάκου. Στο καλό τελικό οπτικό αποτέλεσμα συμβάλλουν και οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, κυρίως όταν πλέον το έργο περνάει στην “αλλόκοτη” φάση του.
Η κίνησηΕίναι διπλό το καθήκον της Σοφίας Μαυραγάνη: αφενός να καθοδηγήσει τους ηθοποιούς σε μια κινησιολογία που αναβαθμίζει τη στατικότητα μιας τηλεοπτικής συνέντευξης και αφετέρου να βάλει στο παιχνίδι της αφήγησης τους τρεις χορευτές της διανομής. Τα καταφέρνει περίφημα και στις δύο περιπτώσεις, προσφέροντας πολλές και ευφάνταστες λύσεις: αφενός με τον ‘ιπτάμενο’ Μιχάλη Βαλάσογλου ή την ‘κολυμβήτρια’ πάνω σε ένα σκαμπό Κλεοπάτρα Μάρκου και αφετέρου με το σχήμα των χορευτών που, στ’ αλήθεια, (ακόμα και μέσα από σατιρικά σκετς) διασκεδάζουν τα δραματουργικά κενά.
Ο Τηλέμαχος Μούσας έχει, κυριολεκτικά, μεταμορφώσει τον κύκλο τραγουδιών που συνέθεσε ο Γκούσταφ Μάλερ σε ποίηση του Φρίντριχ Ρίκερτ, με τίτλο «Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά» – τα οποία παραπέμπουν στο γεγονός που επικαλείται το έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη για τη δολοφονία παιδιών από τους γονείς τους με ασφυκτικό θάνατο. Αφουγκραζόμενος και την εποχή στην οποία ο συγγραφέας έχει τοποθετήσει το έργο, διασκευάζει τα τραγούδια άλλοτε σε πανκ κι άλλοτε σε τζαζ ψυχεδελικό ήχο, δημιουργώντας μια μικρή συναυλία εντός παράστασης και τονώνοντας σημαντικά το ενδιαφέρον παρακολούθησης της.
Η κεντρική ιδέα του έργουΔεν είναι ανοίκεια η σύνθετη, μεταμοντέρνα σκέψη του Γιάννη Μαυριτσάκη στη συγγραφή των έργων του. Στην περίπτωση του «Grauts» διαχειρίζεται δύο πρόσωπα όχι ως πραγματικούς ήρωες – όπως το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης θα αποδείξει – αλλά ως σύμβολα και συγκρουόμενες δυνάμεις: Ο δημοσιογράφος αντιπροσωπεύει το κομμάτι του ελέγχου της κοινής γνώμης και άρα την εξουσία, η αρχηχός του κινήματος πάλι είναι ένα σχήμα αμφισβήτησης – συχνά επικίνδυνο και αιρετικό – αλλά σε κάθε περίπτωση μια δύναμη απειλής για την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Κατά συνέπεια, το «Grauts» εξελίσσεται ως μια μάχη μεταξύ του “λογικού” και της ανατροπής του – βεβαίως σε ένα συγγραφικό ύφος που συνεχώς υπονομεύει τον εαυτό του, μέχρι που φτάνει στην έννοια της ψευδαίσθησης και του παραληρήματος, με εντελώς ανοιχτό το αποτέλεσμα και φυσικά το ρίσκο της σχέσης που μπορεί να αναπτύξει μαζί του ο θεατής.

Η Μαρία Βούρου και ο Σταύρος Κώττας σε σκηνή της παράστασης.
Η συγγραφή του Γιάννη Μαυριτσάκη θέλει να βάλει σε δοκιμασία σκέψης τους θεατές των έργων του, ακόμα κι αν αυτό συνεπάγεται πως θα τους πετάξει έξω από το νόημα ή θα τους χάσει ανεπιστρεπτί. Το «Grauts» παίρνει ξεκάθαρα ένα τέτοιο ρίσκο – για να μην πούμε ότι το επιδιώκει με μεγάλη δίψα – και, σε ό,τι αφορά στην προσωπική μου πρόσληψη και σχέση με το κείμενο – χάνεται μέσα στον πειρασμό του συγγραφικού ακκισμού. Με πόσα δεδομένα να αναμετρηθεί ένας θεατής για πάνω από δύο ώρες; Με την εσωστρέφεια, τη δυστροπία, τον πυκνό λόγο, το παραλήρημα, την επανάληψη; Δύσκολο το εγχείρημα σύνδεσης με αυτό το νεόκοπο έργο, πολύ σεισμογενές το έδαφος του, αλλά τελικά ίσως αυτή να ήταν και η πρόθεση του, εξ αρχής.
Παρά τα καλά δείγματα κατά τη δυναμική εκκίνησης της παράστασης, παρά την ωραία ιδέα ένταξης της μουσικής μπάντας και τον ωραία δουλεμένο ρυθμό που συντηρείται περίπου μέχρι τα μισά της αφήγησης, ο σκηνοθέτης Γιάννης Μαυριτσάκης έρχεται αντιμέτωπος με τον συγγραφέα εαυτό του. Κι έτσι το έλλειμμα οικονομίας του κειμένου, η μεγάλη δυσκολία κατανόησης του παρασύρουν και τη σκηνοθεσία σε λύσεις κάποτε ατμοσφαιρικές, αλλά, στην πλειονότητα τους, φλύαρες και χαοτικές.
Το άθροισμα (=)Η φεστιβαλική επιστροφή του Γιάννη Μαυριτσάκη επιβεβαιώνει το ρητό πως ο κόσμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.

Μιχάλης Βαλάσογλου.

Ελένη Καστανιώτη.
Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην Google