Την εβδομάδα που πέρασε πήγαμε θέατρο, ακούσαμε μουσική, κάναμε βόλτες στην πόλη και φυσικά παρακολουθήσαμε την επικαιρότητα, η οποία – όπως πάντα – ήταν πλούσια. Σε αυτό το HotOrNot μοιραζόμαστε μαζί σας όσα ξεχωρίσαμε την εβδομάδα αυτή, δηλαδή όσα μας άρεσαν, αλλά και όσα μας δυσαρέστησαν.
(+) Πανδοχείον, η φιλόξενη ερημία: Στον φιλόξενο κόσμο μιας υπαρξιακής φάρσας
@Μαίρη Λεονάρδου
Μπορεί να το έχω γράψει κι άλλες φορές, αλλά ο κανόνας επαληθεύεται μέσα από την επανάληψη του. Ο Γιάννης Σκουρλέτης είναι ένας πολύτιμος ερευνητής της νεοελληνικής δραματουργίας για το θέατρο μας, πράγμα που επιβεβαιώνεται σχεδόν σε κάθε επιλογή έργου και στις περισσότερες παραστάσεις του. Η περίπτωση του Επαμεινώνδα Γονατά, με ένα από τα μεταγενέστερα έργα του, είναι ένας ακόμα λόγος για να βρεθεί κανείς στο μικρό, αλλά φιλόξενο Hood Art Space – όπου και νομίζω ότι είναι πρώτη φορά που θεατροποιείται το νέο-παράλογο σύμπαν του σημαντικού συγγραφέα. Δίνεται δε, μια ακόμα ευκαιρία να διαπιστώσουμε πως το θέατρο μικρής κλίμακας, μπορεί να έχει μεγάλο αποτύπωμα.
Ορμώμενος από το διήγημα «Ο φιλόξενος καρδινάλιος», έργο από τα τελευταία του Γονατά, παρακολουθούμε τη συνάντηση δύο ανδρών στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου: ο πρώτος είναι φιλοξενούμενος, παραδοσιακός πελάτης του, αλλά γεμάτος παράπονα για την φιλοξενία. Και ο δεύτερος ο αγαθός, μα σοφός πανδοχέας που επιχειρεί να τον καθησυχάσει. Ο πρώτος είναι ο κύριος Αγάθης και ο δεύτερος ο κύριος Θεοφάνης: στη σκηνοθεσία του Σκουρλέτη ντυμένοι με παλιακά βαμβακερά νυχτικά και σκουφάκια ύπνου, μέσα σε ένα δωμάτιο ασφυκτικά μικρό και καταθλιπτικό σε χρώμα σέπιας (σκηνογραφία και ενδυματολογία του Νίκου Παπαδόπουλου).
Με τον Θανάση Δήμου και τον Χάρη Χαραλάμπους Καζέπη (συναντώνται και πάλι μετά το «Μάθε με να φεύγω») να δίνουν σάρκα και οστά σε μια βραδυφλεγή φάρσα, μια σπάνια υπαρξιακή κωμωδία που όσο έχει μέσα της Μπέκετ, άλλο τόσο φέγγει μέσα από τον κόσμο των μεγάλων σουρεαλιστών έχουμε ένα υπέροχο συγκινητικά κωμικό δίδυμο και δύο αριστοτεχνικές ερμηνείες. Ο μεν Δήμου με το απολύτως προσωπικό ύφος του στην κωμωδία, στην οποία δίνει μια διάσταση παλιών «τεχνητών», ο δε Καζέπης ένας γνήσιος γκαφατζής λεπτών αλλά μελετημένων αποχρώσεων.
Η παράσταση «Πανδοχείον, η φιλόξενη ερημία» θα συνεχιστεί για ένα μικρό κύκλο οκτώ παραστάσεων από τις 23 Απριλίου.
Στέλλα Χαραμή
Ήρθε πάλι αυτή η εποχή του χρόνου: Coachella. Οι δύο εβδομάδες που όλοι σχολιάζουμε τιμές-σοκ, outfits που ισορροπούν ανάμεσα στο iconic και το questionable, και νοσταλγούμε ένα “παλιό καλό” φεστιβάλ στο οποίο… δεν έχουμε πάει ποτέ. Ενώ τα βλέμματα στρέφονται όπως πάντα στους headliners, αξίζει να σταθούμε σε μια εμφάνιση που ήρθε πιο αθόρυβα αλλά άφησε έντονο αποτύπωμα: τη Slayyyter. Σε μια φαινομενικά μικρότερη σκηνή, στις 3 το μεσημέρι, ώρα που το κοινό συνήθως δεν έχει κορυφώσει την ενέργειά του, κατάφερε να ξεσηκώσει τα πλήθη. Και αυτό δεν είναι μικρό κατόρθωμα, ειδικά για ένα φεστιβάλ που τα τελευταία χρόνια δεν φημίζεται για το πιο εκρηκτικό κοινό του. Με outfit φτιαγμένο από την ίδια και δυναμική σκηνική παρουσία, μέσα σε μόλις 30 λεπτά κέρδισε κάτι παραπάνω από την προσοχή.
Η εμφάνιση αυτή με οδήγησε κατευθείαν στο νέο της άλμπουμ WOR$T GIRL IN AMERICA, που σου δημιουργεί διάθεση για clubbing ακόμα κι αν είναι 9 το πρωί και με έκανε να ανυπομονώ για τη δεύτερη εβδομάδα του σετ της.
Δάφνη Τζώρτζη
Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με δύο λέξεις το “Αστόρια”, αυτές θα ήταν σίγουρα “μουσική υπερ-παραγωγή” – όπως μάς έχει συνηθίσει άλλωστε το θέατρο Παλλάς. Η παράσταση μάς ταξιδεύει μέσα από γνωστές μελωδίες στα χρόνια εκείνα που τα ρεμπέτικα ήταν μοναδικός τρόπος έκφρασης και επιβίωσης, σε μια κοινωνία που μισούσε και φοβόταν κάθετι «ξένο». Μαρτυρώντας τον καημό, τον πόνο, τον πόθο των ξεριζωμένων ηρώων, το τραγούδι – που ερμηνεύουν οι ίδιοι οι ηθοποιοί μαζί με μία εξαιρετική ζωντανή ορχήστρα – σε παρασέρνει, σε ξεσηκώνει και παράλληλα σε συγκινεί, λειτουργεί, δηλαδή, ως μέρος της ιστορίας. Μιας ιστορίας πολύ δυνατής, που ζωντανεύει επί σκηνής από το δίδυμο Κωνσταντίνος Σαμαράς-Βασίλης Μαυρογεωργίου.
Το πρωτότυπο κείμενο του Κωνσταντίνου Σαμαρά και η άρτια σκηνοθετική ματιά του Βασίλη Μαυρογεωργίου φωτίζουν τη δεκαετία του ’20 και του ’30, όταν η Αμερική, η «χώρα των ευκαιριών», φάνταζε ιδανική για μια ζωή μακριά από την οικονομικά και πολιτικά κατεστραμμένη πατρίδα. Γι’ αυτό το όνειρο έφευγαν τότε οι Έλληνες, με τη Νέα Υόρκη να ενσαρκώνει την ελπίδα ενός νέου ξεκινήματος. Άλλοι ταξίδευαν με λιγοστά δολάρια κρυμμένα στις φόδρες των πανωφοριών τους, ενώ άλλοι είχαν για βαλίτσα το μπουζούκι, τη φωνή και το τραγούδι.
Η Αστόρια για τους Έλληνες ήταν ένα υπερατλαντικό ταξίδι με σίγουρο προορισμό αλλά αβέβαιο μέλλον – ένας τόπος όπου οι ξεριζωμένοι θα γίνονταν το λίπασμα μιας ελεύθερης (;) χώρας, στην οποία τελικά τα δολάρια δεν φυτρώνουν στους δρόμους. Κι αν κάτι σου μένει από την παράσταση είναι το πώς -ακόμα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη χώρα τους και κάτω από δύσκολες συνθήκες- οι Έλληνες αντάμωσαν, αντιστάθηκαν και έγιναν οικογένεια, κρατώντας τη μνήμη και την ταυτότητά τους ζωντανή.
Γιώτα Ευθυμίου
Την προηγούμενη εβδομάδα μιλούσα για το υπέροχο νέο EP της Μυρτούς Βασιλείου “Ακούς τι λένε;” που φέρει την υπογραφή του Ορέστη Ντάντου σε στίχους και μουσική. Αυτή την εβδομάδα έρχομαι να μιλήσω (αφού έχω ήδη πρήξει κάθε φίλο και γνωστό) για το ολοκαίνουριο “Χέρια στον Θεό”, έναν δίσκο που χωρίζεται σε δύο μέρη, με το κάθε μέρος να περιλαμβάνει από 5 τραγούδια, σε δικούς του στίχους-μουσική. Ερμηνεύει σε όλα τα τραγούδια, άλλοτε μόνος του (highlight το “Πάμε να ακούσω λαϊκά”), άλλοτε με αγαπημένες νέες φωνές του έντεχνου και λαϊκού τραγουδιού. Μιλάω για την Ιουλία Καραπατάκη, τη Νεφέλη Φασούλη, τη Μαριάνα Κατσιμίχα, τη Μαρίνα Καστρινού, τον Βασίλη Προδρόμου και τον Δημήτρη Μπάκουλη – ο ορισμός του dream team, νομίζω.
Για ακόμη μια φορά, ο Ορέστης Ντάντος παραδίδει τραγούδια που μιλούν απευθείας στην καρδιά. Γράφει με ειλικρίνεια και τρυφερότητα (αλλά και με μια “αυθάδεια” που εμένα με τρελαίνει) τραγούδια που αποτυπώνουν το λαϊκό τραγούδι, όπως εκείνος το βλέπει. Για εμένα, ολόκληρος αυτός ο δίσκος είναι μια ωδή στο σύγχρονο λαϊκό τραγούδι, όπως θα έπρεπε να είναι: φρέσκο, αλλά και αυθεντικό, ανεπιτήδευτο, πραγματικά λαϊκό, με όλη τη σημασία της λέξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δικό μου αγαπημένο “Θανατοαπωθητικό” με τον Βασίλη Προδρόμου. Πολύ σύντομα έρχεται full review, γιατί έχω πολλά να πω για τον δίσκο αυτό.
Τατιάνα Γεωργακοπούλου
Αν και η εποχή των pop girlies έχει επιστρέψει τρομερά δυναμικά τα τελευταία χρόνια, με «νέο αίμα» (βλ. Addison Rae, Charli XCX κ.α.), τίποτα δεν μπορεί να ξεπεράσει την προσωπικότητα που ουσιαστικά δημιούργησε τον όρο pop girl και τη συνεχή αναγέννηση και επαναπροσδιορισμό της καλλιτεχνικής της υπόστασης — δηλαδή τη Madonna. Η «βασίλισσα της ποπ» έχει κάνει rebranding περισσότερες φορές από, μάλλον, οποιαδήποτε άλλη καλλιτέχνιδα. Χρησιμοποιώ επίτηδες το θηλυκό εδώ, καθώς μόνο οι γυναίκες καλλιτέχνιδες οφείλουν να μεταλλάσσονται για να συνεχίσουν να είναι μέρος της κουλτούρας (aka rellevant)· κανείς δεν έχει τέτοιες προσδοκίες από άντρες καλλιτέχνες (but that’s a discussion for another time).
Η Madonna επέστρεψε για άλλη μία φορά στην επικαιρότητα — γιατί φυσικά ποτέ δεν έφυγε από τη συζήτηση — με την ανακοίνωση πως ο νέος της δίσκος Confessions II έρχεται τον Ιούλιο του 2026. Φυσικά και αυτή η είδηση «έσπασε» το ίντερνετ, καθώς το πρώτο μέρος των Confessions είναι πλέον εκείνο το άλμπουμ που καθόρισε τα 00s και την ποπ μουσική για πάντα (κυρίως το τραγούδι Hung Up). Σε συνδυασμό με αυτό λοιπόν, την Παρασκευή το βράδυ η Madonna έκανε guest εμφάνιση στο set της Sabrina Carpenter στην Coachella και, εκτός από τραγούδια όπως το Vogue και το Like a Prayer, τραγούδησαν και το νέο τους ντουέτο. Το ανερχόμενο pop girl της γενιάς μας συνάντησε επί σκηνής το original pop girl — γιατί, σε περίπτωση που δεν ήταν αρκετά ξεκάθαρο: once a pop girlie, always a pop girlie.
Μαρία Βαλτζάκη
Διαβάζοντας για την υπόθεση της 19χρονης Μυρτούς στην Κεφαλονιά την εβδομάδα που μας πέρασε, παρακολούθησα για ακόμη μία φορά την αξία της ζωής μιας γυναίκας να τίθεται υπό κοινωνική αξιολόγηση. Μια νεαρή κοπέλα πεθαίνει και η δημόσια συζήτηση δεν επικεντρώνεται -όπως θα έπρεπε- στο πόσο εύθραυστο παραμένει το δικαίωμα μιας γυναίκας στην άμεση φροντίδα και την προστασία μέσα σε ανδροκρατούμενα περιβάλλοντα και παρέες, όταν η υγεία της ίδιας της 19χρονης θεωρήθηκε αναλώσιμη μπροστά στην αγωνία των παρευρισκομένων να αποφύγουν την εμπλοκή και κάθε ευθύνη, αντιμετωπίζοντάς την όχι ως άνθρωπο που έπρεπε να σωθεί, αλλά ως βάρος από το οποίο έπρεπε να απαλλαγούν.
Αντί γι’ αυτό, για ακόμη μία φορά, μια γυναίκα «δικάζεται ερήμην» μετά θάνατον από μια κοινωνία που έχει μάθει να αναγνωρίζει ως άξιο συμπόνιας μόνο το «τέλειο θύμα» -και αλίμονο σε όποια, δηλαδή σχεδόν σε όλες μας, δεν ανταποκρίνεται στα εξουθενωτικά και απάνθρωπα υψηλά πρότυπα που της επιβάλλονται. Γιατί η πιο πικρή αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που μια γυναίκα πεθαίνει, τα κοινωνικά αντανακλαστικά ρέπουν πρώτα στο να αναζητήσουν τον τρόπο με τον οποίο έφταιγε η ίδια: Αν ήταν «πολύ ελεύθερη», «πολύ σεξουαλική», «πολύ μεθυσμένη» ή «υπό την επήρεια», «πολύ απρόσεκτη», «πολύ εύπιστη», «πολύ έξω», «πολύ όμορφη». Πάντα θα βρεθεί κάτι να ειπωθεί μέσα στο υποκριτικό, μικροαστικό τους σύμπαν, ακόμη κι όταν το θύμα έχει κάνει τα πάντα «σωστά», τα πάντα “by the book”.
Και αυτός είναι ο πυρήνας της πατριαρχίας και του μισογυνισμού: Η διαρκής υποτίμηση της αξίας της ζωής μιας γυναίκας. Όμως η αλήθεια είναι μία: Το δικαίωμα μιας γυναίκας στην ασφάλεια και στην άμεση φροντίδα δεν πρέπει να εξαρτάται από το πού βρέθηκε, με ποιους ήταν ή τι είχε προηγηθεί. Δεν θα έπρεπε να έχει καμία σημασία. Καμία ζωή δεν αξίζει λιγότερο. Και το πιο ανήθικο πράγμα στον κόσμο δεν είναι ποια ήταν η γυναίκα που πέθανε ή τι έκανε πριν πεθάνει, αλλά το να πιστεύεις ότι για όλους αυτούς τους λόγους άξιζε λιγότερο να σωθεί.
Αριστούλα Ζαχαρίου