Bella Ciao#47: Ο πόνος δεν ξεχνιέται, αλλά συνηθίζεις και μαθαίνεις να ζεις με αυτόν
Προσθήκη ως αγαπημένη πηγήΤο Bella Ciao γράφει για την “Ραψωδία Ω” την τελευταία της Ιλιάδας, που παρουσιάστηκε ως μονόλογος από τη Αμαλία Μουτούση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην GoogleΤο ίδιο αυτό κείμενο αναπνέει ως παρόν σώμα, μέσα στους σημερινούς πολέμους, την ίδια τη ζωή μου, στις ίδιες απώλειες, στους ίδιους γονείς που θρηνούν, στους ίδιους ανθρώπους που καλούνται να σταθούν όρθιοι μέσα στη βία.
Κουβαλά το βάρος όλων των πολέμων που υπήρξαν και που συνεχίζουν να συμβαίνουν· και μέσα σε αυτό το βάρος του ανθρώπινου πόνου, μου υπενθυμίζει σε τι κοινό και εύθραυστο κόσμο ζούμε εδώ και αιώνες, συνοδευόμενοι από τον ίδιο πόνο.

Αμαλία Μουτούση @ Χάρης Ακριβιάδης
Ζωσμένη στους ώμους ένα δερμάτινο ζωνάρι, σαν πρόχειρο σαμάρι, που καταλήγει σε ένα σκοινί, σέρνοντας μια κιθάρα. Δεν ακούγεται ως μουσική· ακούγεται ως θόρυβος. Ως ίχνος.
Στην αρχή τη σέρνει εκείνη, σαν κάτι που δεν την αφορά ακόμη.
Καταλαβαίνω ότι, εκτός από προέκταση, είναι αντίσταση.
Που εγγράφεται στο σώμα της, μια μικρή, συνεχής κλίση προς τα μπροστά. Σαν να την τραβά κάτι πίσω, χαμηλά, επίμονα. Σαν να κουβαλά ήδη κάτι που δεν έχει ειπωθεί.
Μπαίνοντας, σύροντας τον ήχο σαν σκιά, στέκεται.
Και τότε το σώμα αλλάζει στάση.
Τα χέρια ανοίγουν οριζόντια, τα πόδια μισάνοιχτα, το κεφάλι ελαφρά εκτός άξονα.
Δεν είναι πια «φυσικό» σώμα.Είναι ένα σώμα σαν μαριονέτα, σαν να το κινούν αόρατες κλωστές.
Δεν είναι αδυναμία. Είναι επιλογή.
Το σώμα παύει να ανήκει σε εκείνη και γίνεται φορέας πολλών φωνών.
Εκεί αρχίζω να καταλαβαίνω: δεν θα δω ρόλους.
Θα δω διελεύσεις.

Αμαλία Μουτούση@ Χάρης Ακριβιάδης
τον Δία, τον Αχιλλέα, τον Πρίαμο, τη Θέτιδα, την Εκάβη, την Ανδρομάχη, τον Ερμή.
Δεν τους «παίζει» με την έννοια της μίμησης.
Δεν αλλάζει φωνές για να ξεχωρίσει χαρακτήρες.
Κρατά έναν τόνο, και μέσα σε αυτόν τον τόνο το συναίσθημα μετατοπίζεται, αναγνωρίζοντας τα πρόσωπα.
Οι θεοί αποφασίζουν, ο γέρος πατέρας ικετεύει, ο πολεμιστής σπάει, και οι γυναίκες θρηνούν.
Και ξαφνικά, είμαι κι εγώ εκεί. Είμαι εκεί όταν ο Πρίαμος στέκεται απέναντι από τον Αχιλλέα.
Δεν το βλέπω απ’ έξω, συμβαίνει μπροστά μου.
Κάτι σπάει μέσα. Ο πόνος γίνεται κοινή γλώσσα. Και ο εχθρός, ο Αχιλλέας, γίνεται καθρέφτης. Ψάχνω να βρω τη συγχώρεση, τη λύση. Βιώνω τη μεταμόρφωση του Αχιλλέα, που περνά από την ύβρη στη σιωπή, αλλά και την ανθρώπινη επίγνωση ότι είναι και ο ίδιος θνητός.
Ο πόλεμος υπάρχει. Αλλά διακόπτεται για να τελεστεί το πένθος. Και τότε το σώμα του νεκρού γίνεται ιερό. Όχι σύμβολο, όριο. Το νεκρό σώμα του Έκτορα οργανώνει τα πάντα. Ο σεβασμός προς τον νεκρό προηγείται. Μετατοπίζεται, γίνεται ιερό αντικείμενο.
Αυτό που αργότερα θα ονομαστεί εξόδιος ακολουθία. Μια συνέχεια μέσα στους αιώνες.
Από τον Όμηρο, στη χριστιανική τελετουργία, στην εξόδιο ακολουθία,ο τρόπος που αποχαιρετάμε παραμένει βαθιά συγγενής.
Δεν είναι έθιμο. Είναι μια σταθερά του ανθρώπου να προσδίδει τιμές. Και ακούω τον θρήνο της Ανδρομάχης, της Εκάβης, της Ελένης. Δεν θρηνούν απλώς. Αφηγούνται. Διατηρούν την ταυτότητα του νεκρού. Ο νεκρός υπάρχει όσο λέγεται, ξαναζωντανεύει μπροστά μου.
Επιστρέφει η σκληρή γνώση και η δύναμη της μοίρας.
Τα πιθάρια του Δία, που καθορίζουν πώς θα πορευτούμε στη ζωή. Η ζωή δεν είναι δίκαιη. Είναι κατανεμημένη, καθορισμένη.
Μετακινούμαι ακόμη πιο βαθιά στο πένθος. Δεν παρακολουθώ, συμμετέχω. Συνοδεύω τον γοργοπόδαρο Ερμή.
Είμαι εκεί όταν ο Αχιλλέας θυμάται τον πατέρα του.
Είμαι εκεί όταν οι γυναίκες θρηνούν.
Δεν ερμηνεύει. Είναι ο τρόπος που η Μουτούση ανοίγει χώρο ώστε να υπάρξω κι εγώ μέσα στη σκηνή.

Δημήτρης Καμαρωτός – Αμαλία Μουτούση @ Χάρης Ακριβιάδης
Η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού είναι δεύτερη φωνή, δεν είναι χαλί. Γίνεται ρυθμός, παλμός, σχεδόν σκέψη. Οι παύσεις, οι ηλεκτρονικές υφές και τα πνευστά δεν εικονογραφούν, συνομιλούν.
Το φως, γυμνό και αυστηρό, ορίζει.
Πέφτει στο σώμα, το σημαδεύει, το απομονώνει, το εκθέτει.
Συνομιλεί με την κίνηση, με τον λόγο και με τη σιωπή.
Και στο τέλος, όταν φεύγει, δεν τη σέρνει πια την κιθάρα. Την κουβαλά.
Ο θόρυβος έχει γίνει βάρος.
Το ίχνος έχει γίνει μνήμη για όλους.
Και το σώμα, που πριν κινούνταν σαν να το τραβούν κλωστές, φεύγει τώρα σαν να κρατά κάτι που δεν αφήνεται πίσω.
Ο πόνος δεν ξεχνιέται, αλλά συνηθίζεις και μαθαίνεις να ζεις με αυτόν.

Ο Δημήτρης Καμαρωτός υπογράφει τη σκηνική σύνθεση, τη δραματουργία, την πρωτότυπη μουσική και την εκτέλεση της μουσικής.
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην Google