MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΤΕΤΑΡΤΗ
07
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
  • ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
    ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
    Οικονομίδης- Νιάρρος: Χτυπάμε όλα τα ταμπού μέσα στο “ναό”
    Ο Γιάννης Οικονομίδης και ο Γιάννης Νιάρρος ετοιμάζουν μια βέβηλη παράσταση για τη Στέγη με το «Σπιρτόκουτο – The Musical». «Θα γίνει της πουτ…» λένε «σε ντο ματζόρε».
    KEIMENO: Στέλλα Χαραμή | 14.10.2022 Φωτογραφίες: Θανάσης Καρατζάς

    Ένα πρωϊνό, πίσω στο καλοκαίρι του 2016, συναντήθηκαν σε κάποιο καφέ των Εξαρχείων. Ο Γιάννης Νιάρρος ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Ήταν η στιγμή που ο Γιάννης Οικονομίδης του πρότεινε να υποδυθεί το ρόλο του Γιώργου Γερακάρη στο «Στέλλα κοιμήσου», το γιο ενός εύπορου επιχειρηματία που βούλιαζε στην αποτυχία προσπαθώντας να γίνει συνθέτης.

    Έξι χρόνια αργότερα, ο Γιάννης Νιάρρος γίνεται, πράγματι, συνθέτης. Και ναι, του το έχει προτείνει ο Γιάννης Οικονομίδης.

    «’Οχι» στο λοξό μιούζικαλ

    Είναι πάλι πρωί, οι δυο τους βρίσκονται πάλι σε ένα καφέ (στον Κεραμεικό αυτή τη φορά) και η πρόβα ξεκινάει λίγο πιο κάτω στην οδό Κεραμεικού. Ο Νιάρρος χασκογελάει λέγοντας πως πρέπει να καλέσει τον Στάθη Σταμουλακάτο στην πρεμιέρα της Στέγης – τον τότε θεατρικό του πατέρα δηλαδή – και να του πει «Είδες ρε μαλάκα, πατέρα; Τα κατάφερα και χωρίς εσένα». Γελάνε δυνατά.

    Με περισσότερη αυτοπεποίθηση (πια), ο νεότερος Γιάννης του σχήματος έχει αναλάβει να σκηνοθετήσει το θρυλικό «Σπιρτόκουτο» ως μιούζικαλ για την Κεντρική Σκηνή της Στέγης και μαζί να γράψει τη μουσική του. «Μα και τώρα έπαθα ταραχή», ομολογεί, «αφού από τη μια είμαι άπειρος και από την άλλη νιώθω βάρος γνωρίζοντας τι είδους ταινία είναι το Σπιρτόκουτο. Μπορεί να γίνει ένα δεύτερο αριστούργημα ή μια πολύ μεγάλη παπαριά. Κατέληξα στο ότι είχα την εμπειρία του Οικονομίδη και του θεάτρου. Οπότε μπορούσα βασιστώ σε αυτά για να φτιάξουμε ένα έργο με αφήγηση και χαρακτήρες κι όχι ένα μουσικό αυνανισμό ή ένα λοξό μιούζικαλ. Ευτυχώς, η συνεργασία με τον Αλέξανδρο Λιβιτσάνο, που έφερε τις ιδέες του στη μουσική, είναι ιδανική» εξηγεί.

    Γιάννης Νιάρρος: Μπορεί να γίνει ένα δεύτερο αριστούργημα ή μια πολύ μεγάλη παπαριά

    Ο Γιάννης Οικονομίδης τον προόριζε για το ρόλο ενός ακόμα γιου, του γιου του «Σπιρτόκουτου» μέχρι που «σκέφτηκα γιατί να μην το κάνει ο Νιάρρος; Δεν υπάρχουν και πολλοί συνθέτες στην Ελλάδα που θα μπορούσαν να το αναλάβουν. Και για τον Γιάννη ήξερα πόσο πολυσχιδής, οργανωμένος, υπεύθυνος και τολμηρός είναι. Του το πρότεινα το ίδιο βράδυ».

    Γιάννης Νιάρρος, Γιάννης Οικονομίδης και στο κέντρο ο Δώρης Αυγερινόπουλος στ’ απομεινάρια ενός «Σπιρτόκουτου».

    Γεννιέται ένα νέο είδος;

    Ο Οικονομίδης δούλευε ήδη στο λιμπρέτο του έργου επί ένα χρόνο, μαζί με τον παλιό του συνεργάτη στα σενάρια Δώρη Αυγερινόπουλο. Και ήταν αστείο, όπως παρατηρεί ο τελευταίος, καθώς στις πρώτες ταινίες του, στο «Σπιρτόκουτο» αλλά και στην «Ψυχή στο στόμα» και στον «Μαχαιροβγάλτη» «η μουσική ήταν εντελώς απούσα. Λες και έπρεπε να γίνει αυτό το μιούζικαλ για να πάρει εκδίκηση» σχολιάζει.

    Όλα τα lockdown βρήκαν το Νιάρρο να γράφει τη μουσική και τα τραγούδια που θα βάλει στα στόματα της αθυρόστομης οικογένειας από τον Κορυδαλλό, μια Κυριακή μεσημέρι με καύσωνα. Αλλού κρατούσε αυτούσιο το λιμπρέτο, αλλού έγραφε στίχους, αλλού επέλεγε την πρόζα. Το σίγουρο ήταν πως δεν είχε σκοπό να αλλάξει τα φώτα στο «Σπιρτόκουτο».

    «Δεν θα δείτε πειραματισμούς στην παράσταση μας» παρεμβαίνει ο Γιάννης Οικονομίδης με το Νιάρρο να εξηγεί – πάντα σε ‘διάλεκτο Οικονομίδη’ – την αγάπη του για το μιούζικαλ: «Πάντα καύλωνα με το είδος του μιούζικαλ, αλλά ήμασταν φτωχοί από ελληνικά θέματα. Βλέπουμε, συνήθως, κακομεταφρασμένα έργα με θέματα που δεν ταιριάζουν στην φιλοσοφία μας. Χρειάζεται να φέρουμε αυτή τη φόρμα στα δικά μας μέτρα. Κι εδώ, πάμε να προτείνουμε ένα είδος που στο μέλλον – αν είμαι τυχερός – θα ήθελα να ξανακάνω».

    «Σκέφτηκα γιατί να μην το κάνει ο Νιάρρος; Δεν υπάρχουν και πολλοί συνθέτες στην Ελλάδα που θα μπορούσαν να το αναλάβουν. Και για τον Γιάννη ήξερα πόσο πολυσχιδής, οργανωμένος, υπεύθυνος και τολμηρός είναι», λέει ο Γιάννης Οικονομίδης.

    «Θα σε γ… σε ντο μαντζόρε»

    Για την ώρα, τα παράθυρα του «Σπιρτόκουτου» θα τρίζουν. Θα τρίζουν από ρεμπέτικα και ροκ στη διαπασών, αλλά και από trap, hip hop μέχρι και συμφωνική και εκκλησιαστική μουσική. Ο Γιάννης Οικονομίδης προοικονομεί μια παράσταση ως «μουσική Βαβέλ». Ο συνονόματος του μιλάει για μια μουσική τρικυμία που θα απηχεί τα συναισθήματα μιας οικογένειας σε ψυχική ένταση. «Θα ακούσεις τη φράση ‘εγώ θα σε γαμήσω’ σε ντο ματζόρε. Ο άλλος θα μιλάει πάνω σε λαϊκό ρεμπέτικο για να δηλώσει πόσο τον καταπιέζει η γυναίκα του. Τα τραγούδια και τα ύφη έχουν να κάνουν με την συναισθηματική ποικιλία και τις αντιδράσεις της οικογένειας. Όπως αν πήγαινες σ’ ένα σπίτι στον Κορυδαλλό και ο ένας θα άκουγε Οικονομόπουλο ενώ ο άλλος τραπ. Όπως κάθε χαρακτήρας υπάρχει διαφορετικά πάνω στη σκηνή, έτσι διαφορετικά θα τραγουδάει. Θα ήταν αναμενόμενο και μονοσήμαντο να δώσουμε ένα συγκεκριμένο μουσικό ύφος στο πρώτο καθαρόαιμο ελληνικό μιούζικαλ» λέει.

    Κι όπως έχουν ήδη δηλώσει, τα τραγούδια θα πάρουν την θέση των ουρλιαχτών των ηρώων. Ο Γιάννης Νιάρρος, πάντως, δεν κρύβει πως φοβόταν τη μουσική ως παράγοντα ωραιοποίησης των καταστάσεων. «Ανησυχούσα μήπως η μουσική λειάνει την σκληρότητα του έργου. Αλλά τόσο σκηνοθετικά όσο και μουσικά, προσπάθησα να την χρησιμοποιήσω ως μέσο για να υπογραμμίσει την αγριότητα. Εξάλλου, η μουσική έχει αυτή τη δυνατότητα: Να κάνει πιο αστεία, τα αστεία και πιο σκληρά, τα σκληρά κομμάτια. Είναι επεμβατική στο συναίσθημα· σου λέει ‘κλάψε ρε βλάκα’».

    «Ναι, η οικογένεια είναι το δοχείο όπου βάζω την ιστορία. Εκείνο, όμως, που με απασχολεί περισσότερο είναι τα ανθρώπινα κουσούρια, η ανάγκη για ιεραρχία, οι καταπιεστές και οι καταπιεζόμενοι. Αυτή είναι η ιστορία του κόσμου, δεν αλλάζει ποτέ» εξηγεί ο ιθύνων νους της παράστασης.

    Η αρχή ενός νέου ρεαλισμού

    Το 2002 ο Γιάννης Οικονομίδης έκανε το εκρηκτικό σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το «Σπιρτόκουτο», την ώρα που ο Γιάννης Νιάρρος φοιτούσε σε κάποια τάξη του Δημοτικού. Είκοσι χρόνια μετά, ο πρώτος παραδέχεται πως ο ελληνικός ρεαλισμός δεν θα ήταν ο ίδιος, αν δεν είχε προκύψει εκείνη η ταινία. «Υπάρχει η εποχή πριν και μετά το Σπιρτόκουτο στο κατασκευαστικό επίπεδο του ρεαλισμού. Παρότι, είχε προηγηθεί και ο ‘Δεκαπενταύγουστος’ του Γιάνναρη που αισθάνομαι πως αποτέλεσε το προσάναμμα για τη δική μας φωτιά. Και ήταν μια ταινία που εκτιμώ πολύ» σημειώνει.

    Γιάννης Οικονομίδης: Θ’ ακουστεί ό,τι πιο ακραίο έχετε ακούσει, με τον πιο ακραίο τρόπο που το έχετε ακούσει. Θα τρίζουν πολλών τα κόκκαλα, αλλά αξίζει τον κόπο.

    Θεωρητικά, το «Σπιρτόκουτο» ήταν από τις πρώτες απόπειρες της σύγχρονης εγχώριας δραματουργίας που τα έβαζε με το μύθο της ελληνικής οικογένειας. Και την αποδομούσε πλήρως και ανελέητα. Από την πλευρά του, ο Γιάννης Οικονομίδης δεν το ερμηνεύει έτσι. Εκκινεί μεν από το οικογενειακό μοτίβο, αφού είναι η κυρίαρχη μυθολογία της Ελλάδας, αλλά το βασικό θέμα του βρίσκεται στις «σχέσεις και το πως καθορίζονται μέσα από την εξουσία. Ναι, η οικογένεια είναι το δοχείο όπου βάζω την ιστορία. Εκείνο, όμως, που με απασχολεί περισσότερο είναι τα ανθρώπινα κουσούρια, η ανάγκη για ιεραρχία, οι καταπιεστές και οι καταπιεζόμενοι. Αυτή είναι η ιστορία του κόσμου, δεν αλλάζει ποτέ. Και το βλέπουμε γύρω μας τώρα με τα εγκλήματα και τις κακοποιήσεις. Η ανθρωπότητα παλεύει αιώνες με αυτά κι εκεί σκοντάφτει το Σπιρτόκουτο».

    Στο κατώφλι των προβών με το Γιάννη Νιάρρο: «Όπως κάθε χαρακτήρας υπάρχει διαφορετικά πάνω στη σκηνή, έτσι διαφορετικά θα τραγουδάει. Θα ήταν αναμενόμενο και μονοσήμαντο να δώσουμε ένα συγκεκριμένο μουσικό ύφος στο πρώτο καθαρόαιμο ελληνικό μιούζικαλ».

    Τι κάνει ένας αστός στον Κορυδαλλό;

    Ο Νιάρρος θυμάται να βλέπει για πρώτη φορά την ταινία ως πρωτοετής στη δραματική σχολή του Εθνικού Θέατρου. Του θύμισε έντονες συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια του· της – σημειωτέον – αστικής οικογένειας του. Πως τα κατάφερε να συνδεθεί με το story ενός μικροαστικού, λαϊκού περιβάλλοντος; Και, πόσο μάλλον, να το σκηνοθετήσει; «Η αντίθεση έχει ενδιαφέρον. Θα ήταν πολύ βαρετό για έναν καλλιτέχνη να ασχολείται με όσα ξέρει. Δεν αναζητάς αυτό που είσαι. Ίσως αν ήταν ένα ηθογραφικό έργο, να δυσκολευόμουν. Όμως, είναι έργο χαρακτήρων και καταστάσεων». Έτσι κι αλλιώς, η επίδραση της μέσα του δεν άλλαζε. «Με αυτή την ταινία, συμβαίνει το εξής: Αν την δεις μόνος σου συγκινείσαι, τρομάζεις, ταράζεσαι. Αν, πάλι, την δεις με παρέα εστιάζεις σε μια κωμική πτυχή, δεν μένεις στον πατέρα – τύραννο, αλλά σε έναν τύπο που βρίζει. Νομίζω πως είναι αυτός ο τρόπος που το εισπράττει η γενιά μου», λέει.

    Όσα θα πει το Σπιρτόκουτο του ’22

    Στο μεταξύ, δεν είναι ξεκάθαρο αν ο Οικονομίδης χαίρεται περισσότερο που βλέπει το έργο του να αποκτά μια δεύτερη ζωή ή γιατί αποκτά μια δεύτερη ζωή στα χέρια της επόμενης γενιάς – εκείνης που έπαιζε με τα παιχνίδια της, όσο ο ίδιος στρίμωχνε την παρακμή της ελληνικής κοινωνίας μέσα σε παροξυσμικά μπινελίκια. Είκοσι χρόνια μετά – με την απομυθοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων, την πτώχευση, την δεκαετή οικονομική κρίση και όλα τα παρελκόμενα της, το ξεβράκωμα της αγίας ελληνικής οικογένειας – ο σπόρος του «Σπιρτόκουτου» μοιάζει να έχει φυτρώσει παντού.

    «Έχουμε ξεχάσει πια τις δεκαετίες της αθωότητας και της επίπλαστης ευημερίας του 1990 και του 2000. Έχουμε ξεχάσει τους Ολυμπιακούς και τα Χρηματιστήρια, εκείνες τις παρέες όπου όλοι μιλούσαν για κρασιά και πούρα. Έχει γυρίσει ο τροχός και η Ελλάδα ζει κατοχικές και μετεμφυλιακές εμπειρίες με άλλο πρόσημο, επικρατεί μια σοβαρή παρακμή, με πιο μεγάλη βία στα μούτρα, με διαλυμένους τους ανθρώπινους δεσμούς. Η οικονομία συμπαρασύρει τα πάντα και τα ρίχνει στον Καιάδα», λέει φορτίζοντας την γνώριμη απελπισία του με πικρό χιούμορ.

    Η παράσταση ως μιούζικαλ ανεβαίνει ακριβώς 20 χρόνια μετά το λανσάρισμα της ομώνυμης ταινίας.

    Λούμπεν και φαντασμαγορία

    Το 2002, ο Οικονομίδης είχε καταχρεωθεί για να συγκεντρώσει τα χρήματα της παραγωγής και να ολοκληρώσει το έργο του. Σήμερα, υπάρχει πίσω του ένας πολιτιστικός οργανισμός του διαμετρήματος της Στέγης, δίνοντας τους μιαν άλλη ελευθερία. «Δεν το κρύβουμε, αντίθετα, είναι φαντασμαγορικό το ανέβασμα, έχει ό,τι χρειάζεται. Όμως, εγώ δεν μπορώ να σταθώ μόνο σε αυτό, αλλά στη σημειολογία του να ανεβαίνει αυτό το συγκεκριμένο έργο στη Στέγη. Η παράσταση έχει τη διάθεση να συγκρουστεί με όλα τα ταμπού που ακόμα με ταλαιπωρούν στις ταινίες μου με πρώτο και καλύτερο την γαμημένη, τη γλώσσα! Όλο αυτό θα συμβεί – όχι σε κάποιο εναλλακτικό υπόγειο – αλλά στην Κεντρική Σκηνή του μεγαλύτερου πολιτιστικού οργανισμού. Και θα ακουστεί ό,τι πιο ακραίο έχετε ακούσει, με τον πιο ακραίο τρόπο που το έχετε ακούσει. Θα τρίζουν πολλών τα κόκκαλα, αλλά αξίζει τον κόπο. ‘Χτυπάμε μέσα στο ναό’, όλα τα ελληνικά ταμπού με μια βέβηλη παράσταση. Πώς να το κάνουμε; Έχουμε τη διάθεση να γίνει της πουτάνας!» λέει ο σκηνοθέτης, χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα χέρια του από το να διαγράφουν μεγάλες κινήσεις.

    Γαμώ την πατριαρχία σας

    Το «Σπιρτόκουτο», λοιπόν, έχει ενηλικιωθεί, η ελληνική πραγματικότητα όχι. Το μουσικό Σπιρτόκουτο του 2022, παρόλα αυτά, θα έχει μια στοιχειώδη μετακίνηση: Το άγγιγμα της πολιτικής ορθότητας. «Η κοινωνία δεν μπορούσε να διαβάσει όσα έλεγαν οι χαρακτήρες της ταινίας» παρατηρεί ο Γιάννης Νιάρρος. «Όταν υπάρχει η φράση ‘το ’στειλε το κωλαράκι’ μιλώντας χυδαία για μια γυναίκα, λίγοι αντιλαμβάνονταν τότε πόσο στρεβλή είναι η διατύπωση. Όταν πήγαμε να πιάσουμε τέτοιες εκφράσεις και να τις αναδείξουμε μουσικά, όλο αυτό στ’ αυτιά μας φάνταζε τρομερό, δεν μπορούσαμε να το περάσουμε σαν μια ακόμα ατάκα, χωρίς να υπάρχει η δική μας θέση στο κατά πόσο είναι πολιτικά ορθό ή θεμιτό. Νιώθουμε την ανάγκη να συνομιλήσουμε μ’ αυτόν τον κόσμο – έστω και μέσω του χιούμορ».

    «Η παράσταση έχει τη διάθεση να συγκρουστεί με όλα τα ταμπού που ακόμα με ταλαιπωρούν στις ταινίες μου με πρώτο και καλύτερο την γαμημένη, τη γλώσσα! Όλο αυτό θα συμβεί – όχι σε κάποιο εναλλακτικό υπόγειο – αλλά στην Κεντρική Σκηνή του μεγαλύτερου πολιτιστικού οργανισμού». Υπόσχεση Οικονομίδη – Νιάρρου.

    Που θα πάει ο μύθος της ταινίας;

    Ακούγοντας τους, δεν μοιάζουν να σκέφτηκαν στιγμή πως ο μύθος του «Σπιρτόκουτου», οι ιστορικές ατάκες με την ζωή ενός διαχρονικού σουξέ κινδυνεύουν να γκρεμιστούν από το βάθρο τους. «Η cult φάση αφορά στην ταινία· η ταινία είναι αυτή που είναι, είχε τη δική της ζωή και διαδρομή και έπαιξε σε ένα άλλο περιβάλλον. Δεν απειλείται από κάτι. Ευελπιστούμε να γίνει cult και το μουσικό Σπιρτόκουτο. Γιατί φοβάμαι ότι δεν την γλιτώνει. Είναι ένα μαγικό πράγμα αυτό που γεννιέται» λέει εμφατικά ο Γιάννης Οικονομίδης.

    Γιάννης Οικονομίδης: Το ‘Σπιρτόκουτο’ και οι ταινίες που το ακολούθησαν έγιναν μέρος του πολιτισμού μιας γενιάς· μίλησαν στην κοινωνία. Και είναι φοβερό γιατί όλο αυτό συνέβη από μόνο του, χωρίς κάποιο καπέλο εξουσίας

    Δεν έχει κανένα κόμπλεξ ή κάποια σοβαροφανή συστολή για ν’ αναγνωρίσει τα κατορθώματα της δουλειάς του. «Οι ατάκες που πολλοί έμαθαν απ’ έξω εκφράζουν αγωνίες, δεν είναι τσιτάτα. Το ‘Σπιρτόκουτο’ και οι ταινίες που το ακολούθησαν έγιναν μέρος του πολιτισμού κάποιων ανθρώπων, μιας γενιάς· μίλησαν στην κοινωνία. Και είναι φοβερό γιατί όλο αυτό συνέβη από μόνο του, χωρίς κάποιο καπέλο εξουσίας για να το επιβάλλει. Έγινε με αλήθεια και αυθεντικότητα. Και μακάρι να συμβεί και μέσα από το μιούζικαλ. Μακάρι και το μιούζικαλ να διεισδύσει στην ποπ κουλτούρα».

    Με τη βαθιά έννοια της ροκιάς

    Το «Σπιρτόκουτο – the musical» θα είναι η πρώτη παραγωγή στην 12ετή ιστορία της Στέγης που θα παιχτεί για δύο μήνες, σχεδόν σε καθεστώς σεζόν. Η δημιουργική ομάδα πιστεύει ότι στη Στέγη θα μπουν και θεατές που δεν είδαν ποτέ – και ίσως να μην δουν ποτέ – την ταινία. Και καλά θα κάνουν, όπως επισημαίνει ο Γιάννης Οικονομίδης γιατί είναι μια «ροκ παράσταση, με την βαθιά έννοια της ροκιάς, την συγκρουσιακή, τη ρηξιγενή, την επαναστατική. Τι νόμιζες ότι το κάνουμε για το βιογραφικό μας; Η για να κινηθεί το χρήμα; Όχι, το κάνουμε για την πρόταση».

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

    Το «Σπιρτόκουτο – The musical» κάνει πρεμιέρα στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης στις 11 Νοεμβρίου.

    Βασισμένη στη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη
    Σκηνοθεσία: Γιάννης Νιάρρος
    Μουσική σύνθεση: Γιάννης Νιάρρος – Αλέξανδρος Λιβιτσάνος
    Λιμπρέτο: Γιάννης Οικονομίδης – Δώρης Αυγερινόπουλος
    Στίχοι: Γιάννης Νιάρρος
    Χορογραφίες: Γιώτα Καλλιμάνη
    Ενορχήστρωση-Μουσική διεύθυνση: Αλέξανδρος Λιβιτσάνος 
    Σκηνικά: Εύα Γουλάκου
    Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
    Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

    Παίζουν: Γιάννης Αναστασάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Μάριος Σαραντίδης, Γιώργος Κατσής, Αποστόλης Ψυχράμης, Νάνσυ Σιδέρη, Δάφνη Δαυίδ, Βασίλης Δημακόπουλος, Δανάη Μουτσοπούλου, Ελένη Μπούκλη, Θεοδοσία Σαββάκη.

    Παραστάσεις Τετάρτη έως Κυριακή: 20.30 (έως 30 Δεκεμβρίου 2022)
    Διάρκεια: 105’ (χωρίς διάλλειμα)
    Κατάλληλο: 18+
    Εισιτήρια: από 7 € έως 28 €

    Η προπώληση ξεκινά την Παρασκευή 14 Οκτωβρίου στις 17:00

    Παραστάσεις με αγγλικούς υπέρτιτλους: Κυριακή 4, Σάββατο 10, Κυριακή 11, Σάββατο 17, Κυριακή 18, Παρασκευή 23, Κυριακή 25 και Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022.

    Περισσότερα από Πρόσωπα