MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΕΜΠΤΗ
18
ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
  • ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
    ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

    Γιάννης Νιάρρος: Δεν υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που αγαπούν το θέατρο όσο εγώ

    Ο Γιάννης Νιάρρος φοβάται τη στιγμή που δεν θα έχει μεγάλες αντοχές και δεν θα μπορεί να παίζει στο θέατρο Δευτέρα με Κυριακή, σε κατάσταση ακρότητας.

    Στέλλα Χαραμή | 02.02.2022 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΕΛΙΝΑ ΓΙΟΥΝΑΝΛΗ

    Πειράζει συνέχεια με τα δάχτυλα του, το καινούργιο του punk κούρεμα ως Αμαντέους. Τα νύχια των δαχτύλων του είναι βαμμένα μαύρα, για τις ανάγκες των «Παιχτών», εκεί που δίνει τις τελευταίες sold out παραστάσεις.

    Βέβαια, τα ίχνη των ρόλων που παίζει ο Γιάννης Νιάρρος δεν είναι μόνο πάνω του, κυρίως είναι μέσα του. Είναι αλήθεια, πως λίγοι ηθοποιοί της γενιάς των 30’s έχουν πάρει τόσο σοβαρά το θέατρο. Ο Νιάρρος είναι ένας από αυτούς.

    Χρόνια τώρα ‘ακούγεται’ για τις ερμηνείες του – μάλιστα η παρουσία του στο «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη του εξασφάλισε ένα βραβείο Χορν. Φέτος, όμως έκανε μιαν ακόμα υπέρβαση: Έκανε το θεατρικό κόσμο να μιλάει γι’ αυτόν με την πυρετώδη ερμηνεία του στο super hit των «Παικτών».

    Στραβώνει, με σχετική αμηχανία, τα χείλη του, όταν σταχυολογείς τα πεπραγμένα των τελευταίων ετών – όπως λέει «ακούγεται γελοίος ο όρος του πρωταγωνιστή» – αν και στην πραγματικότητα επιδίωξε όλα όσα έχει καταφέρει.

    Εργατικός, μεθοδικός μέχρι κεραίας, αποκαλύπτει πως προετοιμάζεται μήνες για τους ρόλους που θέλει να αναλάβει, μελετάει ακόμα και στα ρεπό του – ακόμα κι αν τα υπόλοιπα γύρω του φωνάζουν «βοήθεια». Περιγράφει, περίπου, τον εαυτό του ως nerd ή «ψυχάκια» της τέχνης του με τα δικά του λόγια. Κι όταν τον ρωτάς για το μετά, δεν ξέρει, αρκεί να παίζει θέατρο. Κι όλα αυτά, παραμονές της πρεμιέρας του στον «Αμαντέους» του Πίτερ Σάφερ που σκηνοθετεί ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Κι ενώ γράφει τη μουσική στο αθυρόστομο underground μιούζικαλ «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη στη Στέγη.

    Στο ρόλο του «Αμαντέους Μότσαρτ» επιχειρεί ο Γιάννης Νιάρρος.

    Υποδύεσαι τη μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της ιστορίας. Δύσκολο;

    Μοιάζει δύσκολο, αλλά δεν είναι ακριβώς. Για τον Αμαντέους κάτι ξέρεις, αλλά τελικά δεν ξέρεις τίποτα. Ίσως κάτι γνωρίζεις για τις παρτιτούρες και το πρώιμο μουσικό του ταλέντο. Οπότε, ο ηθοποιός δεν ξεκινά από το μηδέν, ξεκινά με τις εντυπώσεις που έχει ο καθένας για τον Μότσαρτ. Κι αυτό έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

    Γνωρίζοντας τον, τι μαθαίνεις για τον Μότσαρτ;

    Τα στοιχεία που έχουμε για τον Αμαντέους δείχνουν ένα νάρκισσο, αλαζόνα, με τρομερό ταλέντο στο λόγο και στην τέχνη, εύθυμο άνθρωπο, που είχε μια πολύ περίεργη σχέση με τον πατέρα του, με τις γυναίκες και σίγουρα μια αδιανόητη σχέση με τη μουσική. Όμως, η μελέτη για έναν ρόλο δεν χρειάζεται να είναι ακαδημαϊκή ή μια μελέτη ιστορικά ακριβής. Η ιστορία του Πίτερ Σάφερ ξεκινάει μεν από ένα πραγματικό περιβάλλον ηρώων, αλλά οι μεταξύ τους σχέσεις είναι μυθοπλαστικές.

    Στο έργο, ο Αμαντέους ζωντανεύει μέσα από το όνειρο – ανάμνηση του Σαλιέρι. Μπαίνουμε μέσα στο μυαλό του Σαλιέρι για να δούμε πως εκείνος έχει αποτυπώσει τον Μότσαρτ στη μνήμη του. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και η αριστουργηματική μουσική του Μότσαρτ θα μπορούσε να έρχεται μέσα από έναν εφιάλτη, αφού την ακούει ένας άνθρωπος, ανίκανος να τη φτάσει. Κι αυτό μας δίνει μια άφεση, να κάνουμε -περίπου- ό,τι θέλουμε. Έχουμε ένα ανοιχτό, σουρεαλιστικό πεδίο για να λειτουργήσουμε.

    Όταν ανεβαίνεις πάνω στη σκηνή, το σώμα σου αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον κόσμο. Υπάρχει πολύ αδρεναλίνη γύρω, πολύ περισσότερη από την καθημερινή ζωή. Κάτι γίνεται και μοιάζει με ναρκωτικό

    Είναι συμπτωματικό πως οι τελευταίοι σου ρόλοι φιλτράρονται μέσα από τη μουσική;

    H μουσική στο θέατρο με ενδιαφέρει πολύ, γιατί μπορεί εύκολα να σε συγκινήσει χωρίς να υπάρχει νόημα. Είναι αισθητηριακό υλικό, ενώ τα μέσα του θεάτρου είναι πιο περίπλοκα. Με αφορά ιδιαίτερα ο τρόπος που το ένα μπορεί το ένα να φορτίσει το άλλο. Σε όποια παράσταση επιλέγω να βρίσκομαι έχει συνειδητά να κάνει με τη μουσική. Προσωπικά, βρίσκω πολλά κοινά στο να παίζω πιάνο και να παίζω ένα ρόλο – καθαρά τεχνικά κοινά.

    «Δυστυχώς ή ευτυχώς, είμαι φυλακισμένος στη γνώση πως το να είμαι ηθοποιός μου αρέσει περισσότερο από ο,τιδήποτε. Θέλω να παίζω και να παίζω καλά. Παλιότερα, βέβαια, δεν μου έφτανε ούτε αυτό» τονίζει.

    Ο Αμαντέους είναι ένας ιδιοφυής κλασικός συνθέτης, διάσημος στους αιώνες, με οριακές συμπεριφορές. Δηλαδή ένας, ακόμα, ακραίος ήρωας. Δεδομένου ότι μόλις βγαίνεις από μια επίσης οριακή ερμηνεία στους «Παίκτες», αναρωτιέμαι αν θέλεις να φλερτάρεις με την ακρότητα της σκηνικής συνθήκης;

    Δεν θα υπήρχε θέατρο, αν δεν υπήρχε το αίτημα της ακρότητας. Όλα αποκτούν ένα άλλο νόημα όταν οδηγούνται από ακραία καύλα, ακραία διάθεση ή βαρεμάρα, ακραίο γέλιο ή δράμα. Κι αυτό έρχεται σε μεγάλη ταύτιση με τη σκηνική συνθήκη. Γιατί όταν ανεβαίνεις πάνω στη σκηνή, το σώμα σου αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον κόσμο. Υπάρχει πολύ αδρεναλίνη γύρω, πολύ περισσότερη από την καθημερινή ζωή. Κάτι γίνεται και μοιάζει με ναρκωτικό. Γι’ αυτό και μου αρέσει να προετοιμάζομαι πολύ καιρό για τους ρόλους μου: Γιατί όταν ανεβαίνεις στη σκηνή κουβαλώντας όλο αυτό το φορτίο, σου δίνεται μια τεράστια συναισθηματική ώθηση για να απολαύσεις την εμπειρία ως μεταφυσική κατάσταση.

    Έχεις συνείδηση της κατάστασης, όταν είσαι στην άκρη των πραγμάτων;

    Ναι, γιατί αν πιστέψεις έστω κι ελάχιστα πως αυτό που ζεις είναι κανονικό, σταματάς να είσαι καλός ηθοποιός. Τουλάχιστον, εγώ δεν το έχω ζήσει. Δεν έχω μπει στο ρόλο κι ούτε πιστεύω ότι κανείς μπαινο-βγαίνει στο ρόλο. Πώς μπορείς να νιώθεις συναισθήματα και ταυτόχρονα να είσαι έξω από αυτά και να τα παρατηρείς; Μια τελετουργία είναι το θέατρο, για την οποία αντλείς από τη ζωή σου.

    Μιλάς με μεγάλο πάθος για το θέατρο. Ξαφνιάζομαι.

    Δεν μπορώ να το αλλάξω με τίποτε άλλο στον κόσμο. Φοβάμαι τη στιγμή που δεν θα έχω μεγάλες αντοχές -ήδη το νιώθω, μη σου πω- και δεν θα μπορώ να παίζω Δευτέρα με Κυριακή, σε κατάσταση ακρότητας. Βρίσκω, βλέπεις, μεγάλη ευχαρίστηση σε αυτό.

    Ήθελες να γίνεις ηθοποιός από πολύ μικρός. Πιστεύεις ότι ήσουν γεννημένος γι’ αυτό;

    Δεν ξέρω. Ξέρω ότι δεν το μετάνιωσα ποτέ. Μόνο κάποιες στιγμές στη σχολή, έφτιαχνα στο κεφάλι μου διεξόδους από το θέατρο και δήλωνα πως «θα τα παρατήσω». Πιστεύω πως το έκανα γιατί φοβόμουν πως, κάποια στιγμή, θα σταματήσω να νιώθω τον ίδιο ενθουσιασμό και την ανάγκη για υπέρβαση. Έλεγα, λοιπόν, «κάνω αυτή την παράσταση και τέλος – φεύγω για Ινδία». «Ή τέλος, θα γίνω εκπαιδευτής σκύλων!». Τα έπαιρνα όλα τόσο σοβαρά, ήμουν τόσο ταγμένος, σχεδόν ψυχάκιας με το θέατρο. Και η ασφυξία μου να ζήσω τη νεότητα μου, με έκανε πιο αντιδραστικό.

    Πλέον, δυστυχώς ή ευτυχώς, είμαι φυλακισμένος στη γνώση πως το να είμαι ηθοποιός μου αρέσει περισσότερο από ο,τιδήποτε. Θέλω να παίζω και να παίζω καλά. Παλιότερα, βέβαια, δεν μου έφτανε ούτε αυτό.

    Ήθελα να τα καταφέρω για να παίζω αυτά που θέλω, την ώρα που τα θέλω, με εκείνους που θέλω

    Πώς σου κόστισε αυτή η αφοσίωση;

    Χάνοντας κάπως τη νεανική μου ανεμελιά. Ήμουν, βλέπεις, και πολύ φιλόδοξος.

    Πόσο φιλόδοξος μπορεί να είναι ένας φοιτητής δραματικής σχολής;

    Με την έννοια ότι ήθελα να τα καταφέρω για να παίζω αυτά που θέλω, την ώρα που τα θέλω, με εκείνους που θέλω. Βλέποντας, πλέον, ότι το έχω κατακτήσει – φέτος για παράδειγμα μπορώ να είμαι σε δύο παραστάσεις με πολύ ταλαντούχους σκηνοθέτες όπως τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο και τον Γιώργο Κουτλή – αισθάνομαι πως, λιγάκι, μπορώ να χαλαρώσω. Αισθάνομαι πως μπορώ να ζήσω στο θέατρο με μεγαλύτερη ηρεμία.

    Η θεωρία του για την έννοια του ψώνιου: «Το ψώνιο γουστάρει αυτό που κάνει και πιστεύει ότι μόνο εκείνος μπορεί να το κάνει έτσι – δηλαδή με τον συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καλύτερος από κάποιον άλλο».

    Ψωνίστηκες ποτέ;

    Ψωνισμένος ήμουν και είμαι – αλλά με μετριοπάθεια. Είναι μεγάλη η συζήτηση περί ψώνιου. Το ψώνιο γουστάρει αυτό που κάνει και πιστεύει ότι μόνο εκείνος μπορεί να το κάνει έτσι – δηλαδή με τον συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καλύτερος από κάποιον άλλο. Πάντως, εκεί που πραγματικά νιώθω ψώνιο, είναι επειδή πιστεύω πως δεν υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που αγαπούν το θέατρο όσο εγώ. Για να κάνεις αυτή τη δουλειά, πρέπει να την γουστάρεις τρελά.

    Για να καταλάβω, ακολούθησες στρατηγικό πλάνο;

    Ξεκάθαρα! Είχα μια βάση καριερίστικη. Όμως, ο στόχος μου ήταν αγνός: Δεν ήθελα να βγάλω λεφτά· ήθελα να μπορώ να παίζω με καλούς συνεργάτες, να κάνουμε καλές παραστάσεις και να αμειβόμαστε γι’ αυτό, να δουλεύουμε με έντιμους εργασιακούς όρους. Φυσικά, αυτό τότε με ανάγκαζε να μην παίζω με τους ηθοποιούς που ήθελα εκείνη τη στιγμή, αλλά να λειτουργώ πιο στοχευμένα.

    Ψωνισμένος ήμουν και είμαι – αλλά με μετριοπάθεια. Είναι μεγάλη η συζήτηση περί ψώνιου

    Με ποιο κριτήριο επέλεγες;

    Πιεζόμουν πολύ να αποφασίσω. Μέχρι να επιλέξω αρρώσταινα, έκλαιγα. Βλέπεις, εγώ ξεκινούσα απλώς για να παίξω θέατρο. Με την σκέψη πως μου αρέσει να κάνω από επιθεώρηση, μέχρι να παίζω στη Στέγη. Αισθητικά δεν έχω κανένα φραγμό. Μπορώ να υπηρετήσω τα πάντα. Άλλοτε πάλι μου έλεγαν να παίξω σε σίριαλ, όμως αυτό θα ερχόταν σε σύγκρουση με το θέατρο. Οπότε δεν ήξερα, ποιο είναι το λάθος και ποιο το σωστό.

    Κάνοντας ένα πρόχειρο απολογισμό, έχεις κάνει τις σωστές επιλογές;

    Φυσικά, έχω κάνει και λάθη. Στην πλειονότητα τους, όμως, ήταν σωστές.

    Φαίνεται πως αυτό το έχει εισπράξει και η θεατρική πιάτσα. Τα τελευταία χρόνια σε αντιμετωπίζουν ως το νέο next big thing. Σου λέει κάτι αυτό;

    Δεν τρελαίνομαι με τους τίτλους και τις ταμπέλες. Αλλά χαίρομαι που με αντιμετωπίζουν ως κάποιον που, καταρχάς, μπορούν να συνεργαστούν γιατί είμαι λογικός και πρόσχαρος άνθρωπος, δεν βρίζομαι, δεν γουστάρω τους μαλάκες, δεν είμαι σκληρός, δεν προκαλώ προβλήματα. Αυτό είναι το πρώτο που έχω κατακτήσει με δουλειά. Το δεύτερο που μου αναγνωρίζουν – και είναι πολύ συγκινητικό για μένα – είναι ότι αποδίδω ως ηθοποιός.

    «Δεν τρελαίνομαι με τους τίτλους και τις ταμπέλες. Αλλά χαίρομαι που μου αναγνωρίζουν – και είναι πολύ συγκινητικό για μένα – ότι αποδίδω ως ηθοποιός» εξηγεί.

    Σε ενδιαφέρει τι λένε για σένα;

    Είμαι υπόλογος σε αυτό – είτε συνειδητά, είτε ασυνείδητα. Δεν θεωρώ πως, κανείς, φυτρώνει στο θέατρο, έχει να κάνει με το τι σου παραδίδουν οι προηγούμενοι. Μπορώ να κλάψω σαν γυναίκα σε εγκυμοσύνη, όταν πάρω μια απόσταση και δω μπροστά μου έναν πολύ καλό ηθοποιό. Το αναφέρω αυτό, γιατί νιώθω πολύ συγγενής με τους ηθοποιούς της πιάτσας και ποτέ δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω ερήμην τους. Είμαι μεγάλο κομμάτι τους και είναι μεγάλο κομμάτι μου. Εξάλλου, θα μπορούσε ένας ηθοποιός να πουλάει… μούρη και μεταξύ μας να μην έχει την εκτίμηση του καλού ανθρώπου ή του καλού ηθοποιού.

    Μου αρέσει να κάνω από επιθεώρηση, μέχρι να παίζω στη Στέγη. Αισθητικά δεν έχω κανένα φραγμό. Μπορώ να υπηρετήσω τα πάντα

    Είσαι παιδί μιας αστικής οικογένειας με οικονομική ευχέρεια. Έστρεψε αυτό μια κάποια καχυποψία πάνω σου;

    Ναι και συνεχίζει να συμβαίνει. Παλιότερα, έλεγαν πως έχω μπει με μέσο στη δραματική σχολή του Εθνικού γιατί ήμουν απόφοιτος του Κολεγίου ή «σιγά που με νοιάζει το θέατρο αφού έχω λεφτά». Ομολογώ πως στην αρχή φρίκαρα. Θεωρούσα ότι είμαι ο φλώρος του Κολεγίου, οπότε άρχισα να το κρύβω. Αργότερα το δέχτηκα, «είμαι ο φλώρος του Κολεγίου», είπα μέσα μου και δεν πρέπει να απολογηθώ γι’ αυτό. Οπωσδήποτε, η αστική καταγωγή, μου έδωσε μια καλή αφετηρία γιατί δεν είχα δυσκολία να πληρώσω το νοίκι μου. Σώθηκα από το να κάνω τριγύρω δουλειές για να ζήσω.

    Από την άλλη, δεν έπλεα στα πλούτη, φρόντιζα πάντα να δουλεύω από μικρός και να κερδίζω χρήματα. Ούτως ή άλλως, όπου υπάρχουν χρήματα, δεν είναι όλα λυμένα ή καλά. Τα έχω απομυθοποιήσω όλα αυτά. Δεν ψαρώνω με τα πλούτη και τη χλιδή, αλλά ούτε κολλάω στις ταμπέλες που μου βάζουν οι άλλοι.

    Πώς το πέτυχες αυτό;

    Βγήκα από το Κολέγιο και πήγα στη δραματική του Εθνικού στην Ομόνοια. Ήταν μια μετάβαση: Βγήκα από το χρυσό κλουβί μου στην Κηφισιά και είδα τη ζωή και τον κόσμο τριγύρω.

    Οι στόχοι του Γιάννη Νιάρρου: «Δεν έκανα τίποτα με μετριοπάθεια. Είχε πολλά «θέλω» η προσπάθεια μου: Από το να περάσω στη δραματική του Εθνικού, να παίξω στο Εθνικό επαγγελματικά, να πάρω το βραβείο Χορν, να παίξω καλούς ρόλους».

    Στο Κολέγιο όλοι επιλέγουν «σοβαρά» επαγγέλματα. Δεν επιχείρησε κανείς να σου αλλάξει προσανατολισμό;

    Όχι, έπαιζα από μικρός στο σχολείο στον δραματικό όμιλο – είχα παίξει και στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη. Όλοι οι καθηγητές μου είχαν καταλάβει που πήγαινα. Εξάλλου, ήμουν πολύ κακός μαθητής και περνούσα τα μαθήματα στο όριο.

    Το γεγονός του τακτοποιημένου backround σε έκανε πιο πείσμων για να πείσεις ότι βρίσκεσαι εδώ με την αξία σου;

    Ναι, πάρα πολύ. Θυμάμαι πως και οι δύο παππούδες μου – ο καθένας με τον τρόπο του – μου έλεγαν πως «ό,τι κι αν κάνεις, να το κάνεις καλά». Δεν με συμβούλεψαν να βγάλω λεφτά ή να πετύχω, αλλά να είμαι καλός σε αυτό που θα επιλέξω. Δεν το άφησα ποτέ αυτό τελικά. Δεν έκανα τίποτα με μετριοπάθεια. Είχε πολλά «θέλω» η προσπάθεια μου: Από το να περάσω στη δραματική του Εθνικού, να παίξω στο Εθνικό επαγγελματικά, να πάρω το βραβείο Χορν, να παίξω καλούς ρόλους.

    Χαίρομαι που με αντιμετωπίζουν ως κάποιον που μπορούν να συνεργαστούν γιατί είμαι λογικός και πρόσχαρος άνθρωπος, δεν βρίζομαι, δεν γουστάρω τους μαλάκες, δεν είμαι σκληρός, δεν προκαλώ προβλήματα

    Όλα αυτά που λέγαμε πριν περί πλάνου… Είπες νωρίτερα πως πιο παλιά δεν σε ενδιέφερε να βγάλεις χρήματα. Σήμερα, πώς τοποθετείσαι σε αυτό;

    Ασφαλώς και θέλω να κερδίζω χρήματα. Γενικά, δεν σπαταλάω, χρειάζομαι λίγα πράγματα. Θέλω να έχω ένα ζεστό σπίτι, ένα αυτοκίνητο. Από εκεί και πέρα, θα διεκδικήσω να πληρώνομαι όσα πιστεύω πως αξίζω. Δεν θέλω να νιώθω ότι με κοροϊδεύουν, επειδή είμαι μικρός ή άπειρος. Ξέρεις, ο Έλληνας ηθοποιός ακροβατεί ανάμεσα σε δύο προσωπικότητες: Στου καλλιτέχνη που οφείλει να έχει ανασφάλεια και μετριοφροσύνη και στου ανθρώπου που είναι σίγουρος και υπεύθυνος να κάνει ένα οικονομικό deal. Καλώς ή κακώς, ο παραγωγός σε αντιμετωπίζει ως εμπορική αξία κι όχι βάσει του καλλιτεχνικού σου οράματος.

    Τα τελευταία χρόνια, οι προτάσεις για δουλειά έρχονται πριν τις αναζητήσεις;

    Πλέον, ναι.

    «Θέλω» για ρόλους έχεις;

    Όχι, καθόλου. Συγκρούεσαι με αυτό που σου δίνεται κάθε φορά. Όπως όταν διάβασα τον Κρίστοφερ στο «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» ή τον «Αμαντέους» και πραγματικά έπαθα συγκίνηση.

    Θέλει να σκηνοθετήσει αλλά διστάζει. Γιατί; «Γιατί το ‘ηθοποιηλίκι’ είναι πρώτη έγνοια μου. Άλλωστε, ακόμα δεν μπορώ να ελέγξω την ψυχολογία μου· θα απελπιζόμουν γρήγορα γιατί οι ηθοποιοί είμαστε drama queens»

    Μ’ αυτά και μ’ αυτά, έχεις φτάσει τα 30. Τι σκέφτεσαι για το μετά;

    Το πιο σημαντικό για μένα είναι να μπορώ να παίζω στο θέατρο, χωρίς να με ενδιαφέρει το μέγεθος των θεάτρων ή των ρόλων. Επίσης, θέλω να σκηνοθετήσω. Όμως, δεν έχω ακουμπήσει ακόμα την σκηνοθεσία, γιατί το ‘ηθοποιηλίκι’ είναι πρώτη έγνοια μου. Άλλωστε, ακόμα δεν μπορώ να ελέγξω την ψυχολογία μου· θα απελπιζόμουν γρήγορα γιατί οι ηθοποιοί είμαστε drama queens και κάνουμε δύσκολα τα πράγματα στη ζωή του σκηνοθέτη.

    Βρήκες πάντως κι έναν άλλο τρόπο να υπάρχεις στο θέατρο. Γράφοντας μουσική για τη νέα παράσταση του Γιάννη Οικονομίδη.

    Ναι, γράφω τη μουσική για το «Σπιρτόκουτο» που θα γίνει μιούζικαλ στη Στέγη. Η μουσική θέλω να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της όποιας σκηνοθεσίας δοκιμάσω στο μέλλον.

    Για έναν τύπο σαν εσένα δεν είναι περίεργο που δεν θα παίζεις στο «Σπιρτόκουτο»;

    Δεν ξέρω αν θα το αντέξω! Δεν ξέρω αν θα αντέξω το άγχος της πρεμιέρας χωρίς να είμαι ιδρωμένος από το ρόλο. Αλλά πρέπει να δοκιμάσω αυτό το βήμα.

    Παλιότερα, έλεγαν πως έχω μπει με μέσο στη δραματική σχολή του Εθνικού γιατί ήμουν απόφοιτος του Κολεγίου ή «σιγά που με νοιάζει το θέατρο αφού έχω λεφτά». Ομολογώ πως στην αρχή φρίκαρα

    Αν έπρεπε να επιλέξεις ανάμεσα στη σχέση σου με τη μουσική και με το θέατρο, τι θα απαντούσες;

    Δύσκολο δίλημμα. Αλλά θέλοντας και μη, είμαι ηθοποιός, δεν είμαι μουσικός. Νιώθω πιο ζεστά στο θέατρο. Δεν ξέρω αν είναι θέμα ψυχοσύνθεσης ή ενασχόλησης.

    Η μουσική ήρθε κάπως αργά στη ζωή σου, έτσι δεν είναι;

    Ναι, ξεκίνησα μαθήματα στα 20 μου με το Χρήστο Μαστρογιαννίδη, ένα δάσκαλο σύγχρονου πιάνου, ζητώντας του να με βοηθήσει να παίζω τρία τραγουδάκια στο πιάνο. Τελικά, με έκανε να καταλάβω ότι η μουσική είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Μετά έμπλεξα με τη τζαζ με παιδική περιέργεια. Κι ύστερα το ένα έφερε το άλλο… Το σίγουρο είναι πως δεν θέλω να ζήσω τη μουσική ως… αρρώστια. Ευτυχώς, δεν μου το επιτρέπει ο χρόνος. Στην καραντίνα, ας πούμε, όπου είχα χρόνο, διάβαζα μουσική όλη τη μέρα, εκτός από τις ώρες κοινής ησυχίας.

    Λέει για την τηλεόραση: «Για να παίξω στην τηλεόραση, δεν θα πρέπει να έχω θέατρο. Για να μην έχω θέατρο, θα πρέπει να έχω κάνει ένα πλάνο διετίας, όπου θα έχω βάλει την τηλεόραση μέσα. Δύσκολη εξίσωση!».

    Τελικά, είσαι τόσο πειθαρχημένος;

    Είμαι καυλωμένος! Είμαι άρρωστος! Μου αρέσει τόσο να παίζω πιάνο που ανυπομονώ να ξυπνήσω για να μελετήσω. Κάποιος μου έχει πει πως «εκείνο που σε κάνει καλύτερο σε αυτό που κάνεις είναι να βρεις έναν τρόπο ώστε να σου αρέσει παραπάνω». Κι εμένα μου αρέσει η τελετουργία των πραγμάτων. Ίσως γι’ αυτό δεν αγαπώ τόσο το σινεμά.

    Δηλαδή, αν ο Οικονομίδης σου πρότεινε να παίξεις σε μια ταινία του, τι θα έλεγες;

    Φυσικά και έλεγα, ναι. Επίσης, ετοιμάζω μια ταινία με τον Ελληνο-Αυστραλό σκηνοθέτη, Αntonis Tsonis που λέγεται «Brando with a glass eye». Δεν είναι πως δεν γουστάρω το σινεμά. Απλώς, το βαριέμαι κιόλας.

    Με αυτό το δεδομένο θα έκανες τηλεόραση;

    Θα έκανα! Φουλ. Ειδικά τώρα που υπάρχει πολύ παραπάνω τεχνογνωσία και καλοί ηθοποιοί. Όμως, όντας τόσο τρελαμένος με τους θεατρικούς ρόλους, δεν θα μπορούσα να συμμετέχω σε γυρίσματα. Δεν θα μπορούσα να παίζω τον Αμαντέους και παράλληλα να πρωταγωνιστώ σε σίριαλ. Είναι δική μου αδυναμία, δεν μπορώ να μάθω λόγια σε δυο μέρες… Για να παίξω στην τηλεόραση, δεν θα πρέπει να έχω θέατρο. Για να μην έχω θέατρο, θα πρέπει να έχω κάνει ένα πλάνο διετίας, όπου θα έχω βάλει την τηλεόραση μέσα. Δύσκολη εξίσωση!

    Στην καραντίνα έμπαινα στο super market και ήθελα να πω ένα μονόλογο στην ουρά για τα τυριά. Βέβαια, δεν ήταν μόνο θέμα έλλειψης. Γενικά, με διακατέχει ένα αίσθημα βλακείας

    Ποιες είναι οι άλλες αδυναμίες σου; Όχι μόνο ως ηθοποιού…

    Δεν είμαι συνεπής σε αυτά που λέω και τελικά κάνω. Υπόσχομαι πως θα αρχίσω καλή διατροφή, θα κάνω γυμναστική, θα σταματήσω το κάπνισμα – μπούρδες. Επίσης, δεν είμαι πολύ δοτικός στους φίλους και στην οικογένεια μου, επειδή βάζω πολύ ψηλά το θέατρο. Δηλαδή, δεν μπορώ να βγω για ποτό ή για καφέ, ενώ δουλεύω για ένα ρόλο. Γι’ αυτό και κάνω πολύ παρέα με θεατρικό κόσμο.

    Κι έτσι, έχω γίνει, ακριβώς, ο τύπος που δεν ήθελα να γίνω όταν μπήκα στη δραματική σχολή: Να μιλάω μόνο με ηθοποιούς, να μιλάω μόνο για θέατρο και να δουλεύω μόνο για το θέατρο. Δεν έχει κάτι άλλο η ζωή μου, αλήθεια! Το μόνο που με σώζει είναι πως κάνω μεγάλα διαλείμματα το καλοκαίρι. Έχω ένα τροχόσπιτο στη Μυτιλήνη και αράζω εκεί.

    Είσαι γενικά ένας ξέγνοιαστος άνθρωπος ή θέλεις να οργανώνεις και τα μικρά πράγματα;

    Δεν επενδύω σε μικρά πράγματα. Ας πούμε, μπαίνω σε καινούργιο σπίτι, δεν θα πάω να ψάξω για κουρτίνες. Είναι σκισμένη η σέλλα της μηχανής μου εδώ και 2.5 χρόνια, παγώνει ο πισινός μου κάθε φορά που βρέχει, αλλά όχι, στο ρεπό μου δεν θα πάω να τη φτιάξω. Όμως, έτσι είμαι. Παλιά έριχνα γι’ αυτό την ευθύνη στο θέατρο. Μετά ήρθε η καραντίνα – όπου είχα χρόνο – και συνειδητοποίησα ότι τελικά φταίω εγώ.

    «Έχω γίνει, ακριβώς, ο τύπος που δεν ήθελα να γίνω όταν μπήκα στη δραματική σχολή: Να μιλάω μόνο με ηθοποιούς, να μιλάω μόνο για θέατρο και να δουλεύω μόνο για το θέατρο» παραδέχεται.

    Εσύ, ο ‘ψυχάκιας’ του θεάτρου πως έζησες την καραντίνα αλήθεια;

    Είχα χάσει το κέντρο μου. Έμπαινα στο super market και ήθελα να πω ένα μονόλογο στην ουρά για τα τυριά. Βέβαια, δεν ήταν μόνο θέμα έλλειψης. Γενικά, με διακατέχει ένα αίσθημα βλακείας.

    Πιστεύεις ότι η βάση σου είναι κωμική; Ότι ψυχικά είσαι πιο κοντά στο γέλιο;

    Δεν νοείται για μένα θέατρο και ζωή χωρίς χιούμορ. Μέχρι κάποια ηλικία πίστευα ότι ποτέ δεν θα κάνω δραματικό ρόλο, ντρεπόμουν. Σιγά-σιγά απενοχοποιήθηκα, είδα πως δεν υπάρχει τραγωδία χωρίς γελοιότητα. Κι έτσι, πια βαριέμαι την αποκλειστικότητα της κωμωδίας, θέλω το νόμισμα να έχει δυο όψεις. Άλλωστε, ήμουν για πολλά χρόνια ο αστείος – μην ξεχνάς ότι έχω εργαστεί πολύ ως κλόουν.

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
    O Γιάννης Νιάρρος πρωταγωνιστεί στον «Αμαντέους» που κάνει πρεμιέρα το Σάββατο 5 Φεβρουαρίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. 
    Συγγραφέας: Πίτερ Σάφερ
    Μετάφραση: Έλενα Καρακούλη
    Σκηνοθεσία: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος
    Σκηνικά – κοστούμια: Όλγα Μπρούμα
    Μουσική & Μουσική Επιμέλεια: Δημήτρης Σιάμπος
    Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
    Παίζουν: Νίκος Ψαρράς, Γιάννης Νιάρρος, Μαίρη Μηνά, Γιάννης Κότσιφας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Γιώργος Τζαβάρας, Βαγγέλης Δαούσης, Βασίλης Ντάρμας
    Τιμές Εισιτηρίων: Διακεκριμένη Ζώνη: 25-30 ευρώ Α Ζώνη: 20-25 ευρώ Β Ζώνη: 15-20 ευρώ χωρίς Αρίθμηση- Εξώστης: 10-15 ευρώ
    Παραστάσεις: Τετάρτη: 20.00 Πέμπτη: 21.00 Παρασκευή: 21.00 Σάββατο: 17.30 & 21.00 Κυριακή: 20.00
    Link Εισιτηρίων: https://www.viva.gr/tickets/theater/festivalamanteous/
    Περισσότερα από Πρόσωπα
    Για να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα στο email σας
    προτάσεις και προσκλήσεις από το Monopoli.gr
    ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ