MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΔΕΥΤΕΡΑ
21
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
  • ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ
    ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
    Λένα Κιτσοπούλου: Δεν νιώθω ξεχωριστή, νιώθω φυσιολογική· απλώς το φυσιολογικό ίσως να είναι τελικά ξεχωριστό
    Σε μια από τις σπάνιες φορές που παίζει μόνο – και δεν υπογράφει το κείμενο ή δεν σκηνοθετεί – η Λένα Κιτσοπούλου πρωταγωνιστεί στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» που ανεβαίνει στη Μικρή Σκηνή της Στέγης. Αλλά όπως η ίδια επισημαίνει, η μέρα που θα παίξει, είναι μια μέρα από τη ζωή της. Όπως περπατάει στο δρόμο, έτσι θέλει να ανεβαίνει και στη σκηνή.
    Στέλλα Χαραμή | 12.12.2018

    Ευτυχώς έχει ήλιο. Κι έτσι, το τραπεζάκι στην πίσω αυλή μας καλεί για καφέ και τσιγάρο – κυρίως το δεύτερο, χωρίς το οποίο η Λένα Κιτσοπούλου δεν αντέχει να περάσει την επόμενη ώρα κουβέντας. Ta swing και τα vintage rock and roll από το ηχείο ζουζουνίζουν κεφάτα αλλά μοιάζουν τόσο αντιφατικά με τα death metal δαχτυλίδια που αγκαλιάζουν τα δάχτυλα της. Αλλά όχι, αυτή δεν είναι μια ακόμα συνέντευξη που θέλει να ισχυριστεί ότι η Κιτσοπούλου είναι rock.

    Η Κιτσοπούλου είναι ο ευατός της· οι αναμνήσεις, τα πρωϊνά στη γειτονιά της, τα βράδια με τα ρεμπέτικα, οι έρωτες και οι άπιαστες επιθυμίες της, οι πίνακες και τα τραγούδια της, είναι τα κενά και οι εμμονές της. Εμμονές. «Ο κάθε άνθρωπος που ασχολείται με την τέχνη έχει τις εμμονές του και δεν τις ξεφορτώνεται παρά μόνο όταν πεθάνει» επιβεβαιώνει. Και ετοιμάζεται να εκθέσει μερικές από αυτές. Υποδυόμενη τη θρυλική Μάρθα του Εντουαρντ Αλμπι στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» θέλει να μοιραστεί τη συμπάθεια προς τους απεγνωσμένους και ανικανοποίητους ήρωες και τις γυναίκες που είναι ερωτευμένες με το μπαμπά τους – όπως και η ίδια. Θέλει να αποκαλύψει την όρεξη της να κάνει κλασικό ρεπερτόριο και να δουλέψει σε μεγάλες κι όχι μόνο σε μικρές σκηνές. Τόσα πολλά λέει με καφέ και τσιγάρο η Λένα Κιτσοπούλου. Η Λένα είναι μια κραυγή που χωράει σ’ ένα ποίημα.







    Δεν συνηθίζεις να παίζεις σε παραστάσεις άλλων και πόσω μάλλον πρωταγωνιστικό ρόλο. Τι σε “κουρδίζει” να φεύγεις από το δικό σου χώρο και τη δική σου ασφάλεια και να περνάς σε κόσμους όπως τους φαντάζονται άλλοι;
    Πράγματι, είναι κάτι που το κάνω σπάνια και πρέπει να συντρέχει λόγος σοβαρός. Σε αυτή τη χρονική στιγμή, ήθελα να κάνω μια παύση από τα δικά μου – είχα περάσει από τρεις συνεχόμενες σκηνοθεσίες μου – έτυχε να μην έχω άλλη πρόταση για να φτιάξω κάτι δικό μου και ταυτόγχρονα δεν είχα κυνηγήσει να κάνω κάτι προσωπικό. Τότε ήρθε το τηλεφώνημα από τη Μαρία Πανουργιά που μου πρότεινε να παίξω τη Μάρθα στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνα Γουλφ».

    Με τη Μαρία μας συνδέει μια παλιά γνωριμία από την εποχή του «Αμόρε» όταν είχαμε συνεργαστεί με τον Αλμπρεχτ Χίρχε, ένα Γερμανό σκηνοθέτη. Μας συνδέει, δηλαδή, ένα… εφηβικό παρελθόν κι εγώ μετράω όλα αυτά τα συναισθηματικά που μου ξαναχτυπούν την πόρτα μετά από 20 χρόνια. Από εκεί και πέρα μου φάνηκε καλή στιγμή να δουλέψω με αυτό το ρόλο. Ο καθένας θα ήθελε να πει τα λόγια της Μάρθα – εγώ τουλάχιστον σίγουρα.

    Γιατί; Τι σε ερεθίζει σ’ αυτήν;
    Η Μάρθα έχει μία ελευθερία έκφρασης κι αυτό μ’ αρέσει. Είναι πολύ τσαλακωμένη, είναι πολύ συναισθηματική, πολύ πονεμένη, αστεία, χορεύει, βρίζει, κλαίει. Είναι πολύ εκφραστική, έχει εμμονές, είναι ερωτευμένη με τον πατέρα της όπως είμαι κι εγώ. Είναι μία ηρωίδα που άμα ξεκινήσεις με τις πρώτες της φράσεις, μετά σε παίρνει η μπάλα και δεν έχεις φρένο σαν ηθοποιός. Έχει αυτό το χάρισμα. Είναι γενναιόδωρος ρόλος.


    Σου θυμίζει την ακρότητα που έχουν και οι δικοί σου ήρωες;
    Ναι, νομίζω υπάρχει κάτι κοινό. Στην εξωστρέφεια, στην απόγνωση, στο ουρλιαχτό προς το ανικανοποίητο.


    Απ’ όλα όσα είπες, μέχρι τώρα, ακούγεται περίεργο ότι η Κιτσοπούλου δεν είχε ενδιαφέρουσα πρόταση να παίξει. Ετυχε;
    Ετυχε; Δεν θα μου ξαναζητήσουν ποτέ; Θα δείξει… Πάντως, δεν ανησυχώ. Μπορεί προσωρινά να αισθανθώ μιαν ανασφάλεια. Ομως, όταν κάνω όνειρα και σχέδια νιώθω μια μεγάλη δύναμη για τον εαυτό μου· τόσο μεγάλη που μπορώ να φτάσω μέχρι το φεγγάρι. Εχω μια πίστη στον εαυτό μου και στη ζωή πως αυτό που είναι να γίνει, θα γίνει. Και θα είναι το καλύτερο.



    Οταν κάνω όνειρα και σχέδια, νιώθω μια μεγάλη δύναμη για τον εαυτό μου· τόσο μεγάλη που μπορώ να φτάσω μέχρι το φεγγάρι




    Με τα χρόνια έχεις ανακτήσει την αυτοπεποίθηση σου για το τι είδους ηθοποιός είσαι;
    Είναι λίγο οξύμωρο – έως και αστείο – να μιλάμε με αφορμή τη Μάρθα κι εγώ να πρέπει να παραδεχτώ πως δεν θέλω να είμαι ηθοποιός. Ωστόσο, το έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου εδώ και χρόνια. Στράφηκα και εξέλιξα πράγματα δικά μου όπως τη σκηνοθεσία και το γράψιμο. Κατάλαβα ότι εκεί λειτουργώ καλύτερα οπότε το παίξιμο άρχισε να μου φαίνεται και λίγο σκλαβιά. Με την έννοια ότι ως ηθοποιός αναγκάζεσαι να υπηρετήσεις το όραμα ενός άλλου με το οποίο μπορεί να μην συμφωνείς ή να μην ταυτίζεσαι και αυτό να καταντάει πιεστικό. Ασε που είναι φορές όπου δεν μπορώ να λειτουργώ ομαδικά, θέλω την προσωπική μου ελευθερία, τα δικά μου ωράρια κι όσο μεγαλώνω μου είναι όλο και πιο δύσκολο να ενταχθώ στο πρόγραμμα κάποιου άλλου. Τρελαίνομαι, παθαίνω τάσεις φυγής. Εγκλωβίζομαι με τις μεγάλες δεσμεύσεις.







    Δεν έχει τίποτα ανακουφιστικό για σένα το υποκριτικό κομμάτι;
    Φυσικά και έχει. Παίζοντας παθαίνω έναν παλιμπαιδισμό μέσα στην διαδικασία – το λέει άλλοστε και η έκφραση ‘’ παίζω θέατρο’’. Επίσης μου επιτρέπεται να εστιάσω σε ένα πράγμα και να συγκεντρωθώ μόνο σε αυτό· να μην έχω την ευθύνη του συνόλου. Εξάλλου, μέσα από όλες τις άλλες δημιουργικές διαδικασίες γυμνάστηκα κάπως και νιώθω πιο έτοιμη – ενδεχομένως και πιο απελευθερωμένη για να παίξω. Δεν με νοιάζει ν’ αποδείξω κάτι, δεν περιμένω καμία επιβεβαίωση – παρότι το κάνω με όλο μου το είναι. Και στο τέλος διαπιστώνω ότι εξελίσσομαι και ως ηθοποιός σε σχέση με το πως ήμουν παλιότερα.


    Πως ήσουν παλιότερα;
    Είχα περισσότερο άγχος. Τώρα, η μέρα που θα παίξω είναι μια μέρα από τη ζωή μου. Οπως περπατάω στο δρόμο και δεν ξέρω τι θα μου συμβεί έτσι θέλω να ανεβαίνω και στη σκηνή. Και θέλω να είμαι παρούσα 100%· Δεν σκέφτομαι « ωχ, ρε μαλάκα, τι θα κάνω τώρα, κάτσε να σκεφτώ πώς θα παίξω». Δεν θέλω να κυνηγάω ένα αποτέλεσμα, θέλω να είμαι ζωντανή και ανοιχτή στο να προκύπτουν συνεχώς καινούργια πράγματα.

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΠοιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; του Edward Albee στη Στέγη12.09.2018

    Παλαιότερα, επέβαλλες περιορισμούς στον εαυτό σου;
    Στο παρελθόν σίγουρα το έχω κάνει. Πλέον, θέλω να με αφήνω ελεύθερη, δεν θέλω να με λογοκρίνω, θέλω ν’ ακούω το ένστικτο μου. Κι έτσι το μόνο όχι που λέω πια στον εαυτό μου είναι για να μην καταπιέσει αυτό το ένστικτο, την εσωτερική του φωνή. Οι περιορισμοί, δηλαδή, που θέτω στον εαυτό μου είναι να μην έχω περιορισμούς.




    Είναι φορές όπου δεν μπορώ να λειτουργώ ομαδικά, θέλω την προσωπική μου ελευθερία




    Αυτοσκηνοθετείσαι όταν έρθει η ώρα να σκηνοθετηθείς από άλλους ή είσαι απλά ο εαυτός σου;
    Πιστεύω ότι μπορώ να βάλω κάτι από μένα – ακόμα και στην πιο συγκεκριμένη οδηγία.



    Νομίζεις πως ο δικός σου τρόπος διαφέρει από τον κοινό τρόπο δουλειάς;
    Εγώ πιστεύω σε έναν ομαδικό τρόπο δουλειάς, κατά τον οποίο οι άνθρωποι είναι ανεξάρτητοι. Μου αρέσει να μην έχω απαιτήσεις από τους άλλους, παρά μόνο από τον εαυτό μου. Δεν επιβάλλω ωράρια, δεν επιβάλλω την ησυχία σε μία πρόβα, αν θέλει ένας ηθοποιός να φύγει ή αν μην έρθει είναι ελεύθερος να το κάνει. Απ’ ό, τι μου λένε δεν είναι πολύ συνήθης αυτός ο τρόπος δουλειάς στο θέατρο. Από εκεί και πέρα ντρέπομαι να πω για τον εαυτό μου πως είμαι κάτι ξεχωριστό. Δεν νιώθω ξεχωριστή, νιώθω φυσιολογική· απλώς το φυσιολογικό ίσως να είναι τελικά ξεχωριστό.







    Πως στέκεσαι απέναντι στο θέατρο που ακολουθεί ή και κοπιάρει τη ματιά σου;
    Φοβάμαι πως δεν μπορώ ν’ αναγνωρίσω κάτι τέτοιο. Ισως γιατί πιστεύω ότι κανείς δεν μπορεί να αντιγράψει κανέναν. Ναι, έχω ακούσει ότι π.χ. κάποιος έβαλε λαϊκά τραγούδια στη μέση μιας παράστασης – κάτι που είχα ξεκινήσει να κάνω εγώ και άρα ‘’θυμίζει Κιτσοπούλου’’ – αλλά δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι αυτό είναι ακριβώς δικό μου. Όλοι από κάπου κλέβουμε. Κι εγώ επίσης. Το θέατρο όμως είναι κάτι πολύ πιο βαθύ, πολύ πιο πέρα από την κλοπή μιας ιδέας, γι’ αυτό και το αληθινά δικό σου, δεν μπορεί να μοιάσει με κανενός. Οταν κάποιος είναι παρών κι αυθεντικός δεν αντιγράφει τελικά κανέναν, ούτε και μοιάζει με κανέναν. Συνεπώς, αυτό που είμαι εγώ δεν μπορεί να κοπιαριστεί.


    Καταλαβαίνεις τι εννοούν οι άλλοι όταν μιλούν για το θέατρο της Κιτσοπούλου;
    Με χαροποποιεί αν κάποιος αναγνωρίσει από το ύφος μιας παράστασης την υπογραφή μου.Εχω μια γλώσσα, ναι. Ομως, δεν είμαι σχολή Κιτσοπούλου.




    Έχω μια γλώσσα, ναι. Όμως, δεν είμαι «σχολή Κιτσοπούλου»




    Δεν θεωρείς, δηλαδή, πως μ’ έναν τρόπο διαμορφώνεις κάποια τα πράγματα στην αθηναϊκή σκηνή;
    Ισως μόνο με την έννοια ότι οι άνθρωποι που δουλεύουν μαζί μου επηρεάζονται από τον τρόπο μου και μπαίνουν στον κώδικα μου.


    Που κατατάσσεις το θέατρο σου;
    Θεωρώ ότι το θέατρο μου είναι ρεαλιστικό και πολύ γειωμένο. Μιλάει άμεσα και τα κείμενα μου είναι διατυπωμένα σε μια γλώσσα καθημερινή. Στους «Τυραννόσαυρους», για παράδειγμα, υπήρχε μια αναφορά στο κείμενο για το «μυαλό καλλιτέχνη»· και εκείνη την ώρα εγώ έβγαζα τον εγκέφαλό μου και τον κρατούσα στο χέρι. Τι πιο ρεαλιστικό από αυτό; Όμως μέσα από την ωμότητα αυτή, εγώ παλεύω για την ποίηση και το όνειρο. Ολη αυτή η γείωση για μένα είναι ένα τραμπολίνο στο οποίο πατάω για να εκτιναχθώ στον αέρα.


    Σου συμβαίνει να βλέπεις παραστάσεις άλλων και να λες «θα θελα και εγώ να έχω παίξει σ’ αυτήν την παράσταση»;
    Θαυμάζω πολλά πράγματα γύρω μου. Αυτός ο θαυμασμός μου δίνει δύναμη. Χθες παρακολούθησα τη νέα σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου κι όχι μόνο που έφτιαξε το βράδυ αλλά μου έδωσε κέφι να ξυπνήσω την επόμενη μέρα και να ζήσω. Κάτι τέτοια με εμπνέουν ώστε να συνεχίσω τη δουλειά μου. Αντλώ από συναδέλφους, από ηθοποιούς, από συγγραφείς, σκηνοθέτες. Αλλά δεν με σπρώχνουν να πω «ότι θα πέθαινα να είμαι μέρος τους».







    Επί τη ευκαιρία της «Βιρτζίνιας Γουλφ» αναρωτιέμαι γιατί δεν έχεις βουτήξει ως τώρα το δάχτυλο στο μέλι του κλασικού ρεπερτορίου;
    Θέλω πάρα πολύ να κάνω κλασικό ρεπερτόριο! Ομως στην Ελλάδα υπάρχει ένα σύστημα που λίγο – πολύ σε κατατάσσει γρήγορα εκεί που νομίζει ότι ανήκεις. Γράφω αυτά τα έργα με τη μικρή φόρμα, τα παρουσιάζω σε μικρές σκηνές και πολλοί πιστεύουν πως μπορώ να κάνω μόνο αυτό. Ισως κι εγώ να βολεύομαι μέσα σε αυτό και να παραιτούμαι από άλλες ιδέες. Ομως, θέλω πολύ να μου δοθεί κάτι πιο μεγάλο: Και μια μεγάλη σκηνή κι ένα κλασικό έργο.


    Οπως; Αν σου πρότειναν, να επιλέξεις εν λευκώ, ένα κλασικό έργο ποιο θα ήταν αυτό;
    Πέρυσι ανέβασα την «Εντα Γκάμπλερ» στη Γερμανία και διάβασα όλη την εργογραφία του Ιψεν. Νωρίτερα είχα ασχοληθεί πολύ με το Λόρκα. Αυτή τη στιγμή, δεν μπορώ να επιλέξω ένα συγκεκριμένο έργο αλλά οπωσδήποτε θα ήθελα να ανεβάσω Σαίξπηρ και Τένεσι Γουίλιαμς. Επίσης, τον τελευταίο χρόνο διάβασα πολύ Κάφκα και μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να δουλέψω με το υλικό του συνδυάζοντας το με δικά μου κείμενα.


    Δεν έχεις δεύτερες σκέψεις να προσθέσεις δικά σου κείμενα δίπλα στον Κάφκα; Δεν φοβάσαι ότι θα σου την “πέσουν”;
    Φοβάμαι, αλλά όχι για το τι θα πουν· φοβάμαι για τον εαυτό μου. Κάνω όσα περισσότερα με παροτρύνει το είναι μου. Δεν μπορώ να είμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Κι έτσι δεν φοβάμαι να συνδιαλλαγώ με αυτό το λίγο, το μικρό, αυτό όμως. Αποδέχομαι τα δικά μου μέσα για να συναντήσουν και τον Τσέχωφ και τον Αριστοφάνη.




    Δεν θέλω να είμαι ευγνώμων για τίποτα και δεν πιέζομαι να ευτυχήσω κιόλας





    Είπες «φοβάμαι για μένα». Δηλαδή;
    Οταν κανείς εκφέρει μιαν άποψη δημόσια έχει μια ανασφάλεια. Κι εγώ έρχομαι αντιμέτωπη με μια τρομερή ανασφάλεια κι άλλοτε με μια τρομερή ασφάλεια· μ’ ενα ψώνιο και ταυτόγρονα με το ανάποδο του. Μπορεί να μου συμβεί να θέλω να μείνω στο σπίτι και να είναι παραμονή πρεμιέρας!



    Αλήθεια τώρα;
    Ναι, αλλά δεν κρατάει πολύ. Εκεί που νιώθω πως δεν θέλω, σε μισή ώρα λέω «γουστάρω, πάμε». Ζω μια τρέλα.



    Τι σε βάζει σε κίνηση;
    Με φτιάχνει η ίδια η ζωή, η οποία στην πραγματικότητα δεν με φτιάχνει καθόλου. Κι έτσι για να την αντέξω, για να υπάρχω, κάνω πολλά πράγματα. Το ίδιο πράγμα που με διαλύει, με φτιάχνει κιόλας.


    Τι άλλο κάνεις αυτή την περίοδο; Γράφεις; Ζωγραφίζεις, όπως μαθαίνω;
    Αυτήν την περίοδο τραγουδάω κάθε Σάββατο στον « Άγγελο» στα Εξάρχεια, κάνω εντατικές πρόβες μέχρι την πρεμιέρα και έχω στην άκρη διάφορα πράγματα με τα οποία θέλω να ασχοληθώ άμεσα. Θέλω πολύ να γράψω, θέλω πολύ να κάνω μία έκθεση γιατί ζωγραφίζω πολύ. Επίσης με περιμένουν κάποια ωραία ταξίδια με την περσινή παράσταση «Αντιγόνη – Lonely Planet» στην Νέα Υόρκη, όπως επίσης ένα ταξίδι στην Κοπεγχάγη και ίσως και κάποια άλλα. Ελπίζω να έρθει και κάποια ιδέα για καινούργια παράσταση μέχρι το καλοκαίρι.






    Εχεις στην άκρη της μνήμης σου το λόγο που μπήκες στο θέατρο;
    Θυμάμαι ότι πάντα ήθελα να είμαι το επίκεντρο. Αν βρισκόμουν στο σχολείο θα έβγαινα με μια κιθάρα στη μέση του προαύλιου και θα τραγουδούσα μόνη μου. Μετά αυτό βρήκε εκτόνωση στην πολύ καλή θεατρική ομάδα της Γερμανικής Σχολής. Η πιο καθοριστική εμπειρία όμως, ενώ ήμουν ακόμα μαθήτρια, ήταν μια παράσταση που πήγα να δω με τη μητέρα μου, τον «Αμπιγιέρ» σε σκηνοθεσία του Βασίλη Παπαβασιλείου. Εκλαιγα γοερά μέχρι που πήγα σπίτι· και τότε γύρισα και είπα στους γονείς μου πως «θα γίνω ηθοποιός, θα κάνω θέατρο».


    Είχες σκεφτεί την εξέλιξη, την τροπή που πήραν τα πράγματα;
    Οχι, έκανα πάντα μικρά βήματα. Θυμάμαι πως όταν έδινα εξετάσεις στη σχολή του Τέχνης έλεγα από μέσα μου «πω, πω να μπαίνω μέσα σε αυτά τα καμαρίνια κι ας μην λέω ούτε ατάκα, ας κάνω μόνο ένα πέρασμα από τη σκηνή». Αν κάποιος μου έλεγε τότε ότι θα το κατάφερνα, θα ήταν σαν να μου χάριζε το Οσκαρ. Ο στόχος κάθε φορά άλλαζε και το ένα έφερνε το άλλο.



    Αισθάνομαι ότι είμαστε μόνο η παιδική μας ηλικία. Ολο το άλλο είναι κάτι που παλεύει να μεγαλώσει και δεν μπορεί




    Τι άλλαξε από εκείνη την πιο αθώα τοποθέτηση στα πράγματα μέχρι σήμερα;
    Προσωπικά δεν έχω αλλάξει καθόλου. Με τον ίδιο τρόπο τα κάνω όλα, σαν να μην υπάρχει παρελθόν, σαν να μην υπάρχει μέλλον, σαν να είμαι 12 χρονών και κάνω κάτι για πρώτη φορά. Πραγματικά αισθάνομαι πως δεν έχω μετακινηθεί. Κοιτάζω κάτι φωτογραφίες μου να παίζω πιάνο στην τάξη του μοντεσοριαννού σχολείου και με αναγνωρίζω. Μπορεί να κάτσω και να δουλέψω σε κάτι και να μην με νοιάζει αν θα παιχτεί – αν θα παιχτεί στη Στέγη ή σε ένα υπόγειο. Λειτουργώ πάντα με αυτό τον αυθορμητισμό.


    Κι όταν το σώμα σου θυμίζει το χρόνο που περνάει;
    Εννοείται με πειράζει. Δεν είναι ευχάριστη η ζωή, ούτε στην εξέλιξη ούτε στη φθορά της. Κι ενώ όλο αυτό που έρχεται δεν μου αρέσει, με θλίβει που οι άνθρωποι πεθαίνουν, με θλίβει που βλέπω στις φωτογραφίες τη μάνα μου 40 χρονών και τώρα είναι 80, όσα κάνω λειτουργούν ως φοβερό αντίβαρο. Κάτι σώζουν. Κι έτσι δεν φοβάμαι να πω στον εαυτό μου πως η ζωή είναι σκατά, πως είναι μια σκέτη αηδία· δεν θέλω να είμαι ευγνώμων για τίποτα και δεν πιέζομαι να ευτυχήσω κιόλας.


    Εχεις υπάρξει ευγνώμων για κάτι;
    Πολύ ευγνώμων που γεννήθηκα στο σπίτι που γεννήθηκα, που είχα τον πατέρα που είχα κι ενώ τον έχω χάσει εδώ και πολλά χρόνια, εξακολουθώ να είμαι ένα μεγάλο του κομμάτι – του μοιάζω και εμφανισιακά. Κι ένα μέρος της ελευθερίας με την οποία μπορώ να γεύομαι το παρόν, το οφείλω σ’ εκείνον και στη μητέρα μου. Εχασα τον πατέρα μου στα 20 μου χρόνια και έχω πάντα μια στενοχώρια που δεν κατάφερε να δει όλα αυτά τα έργα… Νομίζω πως θα γελούσε και θα γούσταρε.







    Η μητέρα σου βλέπει τις παραστάσεις σου;
    Τρελαίνεται και μόνο που με βλέπει να περπατάω στη σκηνή. Είναι πολύ φαν, έχει πολλή αγάπη, με χειροκροτάει όλη την ώρα. Χαίρεται που με ξέρουν, χαίρεται να διαβάζει καλά πράγματα για μένα. Είναι πολύ εκδηλωτικός άνθρωπος.



    Της μοιάζεις;
    Εχω πάρει κι από τους δύο μου γονείς. Ο πατέρας μου είχε μια μεγαλύτερη σκοτεινιά φιλοσοφικού τύπου, ήταν καυστικός και άνθρωπος της ατάκας. Η μάνα μου είναι πιο εξωστρεφής κι έχω πάρει κι από αυτό. Το ένα με σώζει από το άλλο – όταν δεν συγκρούνται μεταξύ τους.




    Είμαι πάντα ερωτευμένη, γιατί δυστυχώς ο έρωτας εξακολουθεί να είναι για μένα μία δύναμη δολοφονική και απαραίτητη. Ζω έντονα την έλλειψη του, η οποία είναι και η ύπαρξή του





    Εχεις εικόνες, αναμνήσεις της κοινής σου ζωής με τους γονείς σου;
    Ναι, πολλές. Ηταν δυο άνθρωποι που θαύμαζε ο ένας τον άλλον, ενίσχυε ο ένας τον άλλο… Σαφώς και δεν ήταν τέλειοι οι γονείς μου, απλώς ήταν μπροστά σε βασικά πράγματα: Στην ελευθερία της σκέψης, στο ότι δεν είχαν την ανάγκη να κρατήσουν τα παιδιά κοντά τους για να έχουν κάποιον να τους γηροκομήσει. Μας έλεγαν «φύγετε» με κάθε τρόπο ενώ από την άλλη μας προσέφεραν πολύ ασφάλεια και αγάπη. Μας ωθούσαν με ό, τι μέσα διέθεταν να πηγαίνουμε ταξίδια, να ανακαλύπτουμε τα ταλέντα μας, να αποκτούμε εικόνες και επιρροές που θα μας ελευθέρωναν ακόμα και από αυτούς.


    Εχεις εντάξει βιώματα αυτής της ζωής στα έργα σου;
    Αισθάνομαι ότι είμαστε μόνο η παιδική μας ηλικία. Ολο το άλλο είναι κάτι που παλεύει να μεγαλώσει και δεν μπορεί. Εκεί είμαστε ολόκληροι. Για μένα στα παιδικά μου χρόνια υπάρχει μεγάλος πλούτος. Τα παιδιά δεν έχουν φόβο για τα πράγματα, τα ζουν όλα στην ολότητα τους, χωρίς δεύτερες σκέψεις και νιώθουν αθάνατα.








    Θέλησες ποτέ να κάνεις κι εσύ παιδιά;

    Πολύ, το ήθελα από μικρή. Κι έχω μεγάλη στενοχώρια που δεν τα έχω καταφέρει. Βεβαίως, για να μην γίνει κάτι δεν κίνησα σωστά. Ισως το ήθελα κάπως πιο ιδανικά και δεν προέκυψε έτσι· αλλά ναι, είναι κάτι που μου λείπει και θα ήθελα να το έχω βιώσει.

    Ερωτα βιώνεις; Αναζητάς τη συντροφικότητα;
    Ψάχνομαι μέσα στις νύχτες και στις μέρες και ο έρωτας είναι πάντα παρών στη ζωή μου σε μεγάλη ένταση – χωρίς να σημαίνει ότι τον βιώνω πραγματικά. Νομίζω βέβαια ότι ο έρωτας δεν βιώνεται, δεν αντέχεται. Η σχέση βιώνεται και σχέσεις είχα και έχω πολύ καλές. Ομως, είμαι πάντα ερωτευμένη, γιατί δυστυχώς ο έρωτας εξακολουθεί να είναι για μένα μία δύναμη δολοφονική και απαραίτητη. Ζω έντονα την έλλειψη του, η οποία είναι κατά τη γνώμη μου και η ύπαρξή του. Και πάντα τον βρίζω και τον εξυψώνω ταυτόχρονα. Μάλλον πάσχω από την ασθένεια που πάσχουν όλοι οι άνθρωποι. Μου λείπει αφόρητα αυτό που δεν έχω, το οποίο ξέρω ότι είναι ένα θαύμα που δεν ανοίκει στα ανθρώπινα, παρ’ όλα αυτά μου λείπει.

    Γιατί δεν το επιδιώκεις;
    Έχω καταλάβει ότι το να επιδιώκεις τέτοια πράγματα είναι σαν να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Αυτά είναι πυροτεχνήματα, τα οποία όπως έρχονται φεύγουν. Δεν θέλω πια να φαντασιώνομαι πράγματα που δεν έχω. Παίρνω τη ζωή όπως έρχεται: Και με τις ελλείψεις και με τα κενά της. Η μη ολοκλήρωση είναι μέρος της ζωής μου. Εχω ελλείψεις, έχω ενίοτε και μοναξιά αλλά έχω βρει έναν τρόπο να τη γεμίζω δημιουργικά. Προσπαθώ να μην σκέφτομαι τι θα γινόταν «αν»…